Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Oρκος, ένα θεολογικό σχόλιο


Περί όρκου - Θεολογικό σχόλιο μ' αφορμή τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου για τη κατάργηση της ορκοδοσίας


* Τι επιτάσσει το Ευαγγέλιο;

* Tι προτρέπουν οι Πατέρες της Εκκλησίας;

* Τι έχει αποφανθεί το Συμβούλιο της
Επικρατείας;

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

H εκπομπή '"Θεολογία και Κοινωνία" Σας εύχεται Χαρούμενα Χριστούγεννα & Ευλογημένη τη Νέα Χρονιά! Χρόνια Πολλά!

Η εκπομπή «Θεολογία και Κοινωνία», η οποία μεταδίδεται κάθε Παρασκευή στις 6 μ.μ. απο τον Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM), ακολουθούσα τις αργίες του υπ. Παιδείας μέχρι τις 6 Ιανουαρίου (οπότε και θα διαρκέσουν οι διακοπές των μαθημάτων στα σχολεία) αργεί. Θα (ξανα-) είναι μαζί σας την πρώτη Παρασκευή μετά την έναρξη των μαθημάτων, ήτοι στις 9 Ιανουαρίου.

Θερμές ευχές για Καλά Χριστούγεννα και Ευλογημένο το Νέο Ετος
Χρόνια Πολλά!!!

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

H προσφορά των ΓΑΚ

Η προσφορά των Γενικών Αρχείων του Κράτους («ΓΑΚ») στη υπηρεσία της ιστορίας και του πολιτισμού της χώρας, είναι το θέμα της σημερινής (Παρασκευή, 12-12-2008) εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία», η οποία μεταδίδεται από το Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM) κάθε Παρασκευή στις 6 μ.μ.

Καλεσμένος στο studio της εκκλησιαστικής ραδιοφωνίας για τη σχετική συζήτηση με τον δημοσιογράφο - θεολόγο κ. Χάρη Ανδρεόπουλο είναι ο προϊστάμενος των ΓΑΚ Λάρισας, κ. Σταύρος Γουλούλης, φιλόλογος, δρας Βυζαντινής Αρχαιολογίας.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Το θρησκευτικό μάθημα στην Ευρώπη


Στο κύκλο επιστημόνων της Χριστιανικής Εστίας Λάρισας "Ο Απ. Παύλος" θα συζητηθεί σήμερα, Τρίτη, 9/12/2008 και ώρα 8 μ.μ. το θέμα "Τα Θρησκευτικά στην Ευρώπη", με εισηγητή τον κ. Χάρη Ανδρεόπουλο, καθηγητή του Γυμνασίου & Λυκείου Αρμενίου, Γεν. Γραμματέα της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας και συνεργάτη του Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (παραγωγός της εκπομπής "Θεολογία και Κοινωνία", κάθε Παρασκευή, 6 μ.μ. στους 96,3 μεγακύκλους των FM).

* Η εκδήλωση - στην αίθουσα της "Εστίας", Ανθ. Γαζή 35, απέναντι από το 1ο Γυμνάσιο - είναι ανοικτή και μπορεί να την παρακολουθήσει κάθε ενδιαφερόμενος

Οδηγός Σπουδών του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ



Ο νέος Οδηγός Σπουδών (2008 - 2009) του Τμήματος Θεολογίας
του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).
Περιηγηθείτε.... Ενημερωθείτε...

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Τα Θρησκευτικά μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού

AKΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Ι. Μ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

3 Δεκεμβρίου 2008


Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών διοργανώνει συνάντηση για ενημέρωση και προβληματισμό την Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008, ώρα 5:00 μ.μ.
στο Βόλο, στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας - Μελισσάτικα, με θέμα:

«Το μάθημα των Θρησκευτικών μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού»

και εισηγητές τους:

Πηγή Καζλάρη, επιτ. σχολική σύμβουλος, συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων Θρησκευτικών: «Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση: εξελίξεις, επιτεύγματα, ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά»

Όλγα Γριζοπούλου, Δρ. Θεολογίας, συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων Θρησκευτικών: «Η θρησκευτική εκπαίδευση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο: διαπιστώσεις, τάσεις, σύγχρονες εξελίξεις»

Κώστας Ζορμπάς, Δρ. Θεολογίας, Διευθυντής Παρατηρητηρίου Κοινωνικών Φαινομένων της Εκκλησίας της Ελλάδος: «Οι Θρησκείες στη δημόσια ευρωπαϊκή σφαίρα και οι συνέπειες για το μάθημα των θρησκευτικών»

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου: « Τα Θρησκευτικά και το ζήτημα της απαλλαγής: Δυνατότητες και προϋποθέσεις για μια εναλλακτική προσέγγιση του θρησκευτικού μαθήματος»

Η χρονική διάρκεια κάθε εισήγησης θα είναι 30 λεπτά, ενώ θα υπάρχει η δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων και ολιγόλεπτων τοποθετήσεων.

* Η συνάντηση πραγματοποιείται με τη συνεργασία και τη συμμετοχή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

O διαγωνισμός του ΑΣΕΠ για θεολόγους



Επειδή δεχόμαστε πληθώρα ερωτημάτων για τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ στο κλάδο των θεολόγων, απαντούμε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, ο διαγωνισμός για την προκήρυξη "3Π - 2008" (που αφορά τον κλάδο των θεολόγων, για 66 μόλις (!) θέσεις) πρόκειται να διεξαχθεί ένα μήνα περίπου μετά τον επικείμενο διαγωνισμό της προκήρυξης "2Π - 2008" (20 - 21/12/2008), δηλαδή περί τα τέλη Ιανουαρίου, με πιθανότερη ημερομηνία το διήμερο (Σαββατοκύριακο) 17 - 18 Ιανουαρίου 2009. Για επίσημη ενημέρωση στο www.asep.gr ,όπου και θ΄ανακοινωθεί, σύντομα πιστεύουμε, η οριστική ημερομηνία.
* Εν όψει του ανωτέρω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ τo παράρτημα ν. Λάρισας της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων (ΠΕΘ) προγραμματίζει τη διοργάνωση σεμιναρίου για θεολόγους, με εισηγητές εξειδικευμένους επιστήμονες σε θέματα του γνωστικού αντικειμένου και των παιδαγωγικών, στα οποία εξετάζονται οι υποψήφιοι. Οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερωθούν μέσω ανακοίνωσης που θα δημοσιευθεί στο ιστολόγιό μας και στο τοπικό Τύπο.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Η σχέση Βενιζέλου - Εκκλησίας


ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Ακυρο το «ανάθεμα» στο Βενιζέλο....


* Ενα νέο βιβλίο * του καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο ΑΠΘ και μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου Κρήτης κ. Ανδρέα Νανάκη


Του Χάρη Ανδρεόπουλου *
xaan@theo.auth.gr


Την συνολική εικόνα της πολιτικής και προσωπικής σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ του μεγάλου Ελληνα πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου και της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας καταγράφει το νέο βιβλίο του καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου (Κρήτης) κ. Ανδρέα (Νανάκη), το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βάνιας» Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».

Το νέο βιβλίο του σεβασμιωτάτου διακρίνεται για την πρωτοτυπία του, καθώς πραγματεύεται τη σχέση Ελευθερίου Βενιζέλου και Εκκλησίας, ένα ζήτημα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας το οποίο μέχρι τώρα δεν είχε μελετηθεί σε βάθος, όπως τώρα επιχειρείται με αυτή την ερευνητική δουλειά του σεβ/του κ. Ανδρέα. Πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο το οποίο έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στη βιβλιογραφική παραγωγή μιας μεγάλης και λίαν σημαντικής θεματικής περιοχής της νεώτερης ιστορίας μας, καθώς, παρά την ύπαρξη αφθονίας πηγών και της δημοσίευσης αξιόλογων μελετών και άρθρων δεν είχαμε μέχρι σήμερα μια επιστημονική ιστορική σύνθεση της σχέσης Βενιζέλου - Εκκλησίας, σαν αυτή που μας παραδίδει ο μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου της Εκκλησίας της Κρήτης κ. Ανδρέας. Ο οποίος, σημειωτέον, ως πανεπιστημιακός - καθηγητής Α’ βαθμίδας - κατέχει την έδρα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, στο τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ

Μέσα από τα γραφόμενα του βιβλίου αναδεικνύονται και φωτίζονται πτυχές της ζωής και του έργου του μεγάλου πολιτικού, οι οποίες έπαιξαν καθοριστικό για την πορεία της Εκκλησίας. Παρουσιάζεται, επίσης, η μεγάλη προσφορά του οραματιστή ηγέτη στην οργάνωση, την πρόοδο της Εκκλησίας και εν γένει η συμβολή του σε μία σειρά εκκλησιαστικών θεμάτων. Η ιστόρηση της σχέσης του Βενιζέλου με την Εκκλησία, έχει αφετηρία την εποχή της τελευταίας απελευθερωτικής επανάστασης της Κρήτης από τον τουρκικό ζυγό, το 1897, και περατώνεται με την παρουσίαση της τελευταίας περιόδου της πρωθυπουργίας του (1928 – 1932). Μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου ξεπηδούν γεγονότα που συντάραξαν την Ελλάδα καθώς και προσωπικότητες που διεδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο την εποχή εκείνη. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο συγγραφέας στη τελευταία πρωθυπουργία του Βενιζέλου η οποία συνοδεύεται από μεγάλες μεταρρυθμίσεις και πραγματοποιήθηκαν και στο χώρο της Εκκλησίας: από την ίδρυση του ΤΑΚΕ (ταμείου ασφαλίσεως κληρικών Ελλάδος), την ψήφιση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέχρι τη ρύθμιση του καθεστώτος των Μητροπόλεων των λεγομένων «Νέων Χωρών», δηλαδή των περιοχών της Μακεδονίας, της Ηπείρου, των νήσων του Αιγαίου, που απελευθερώθηκαν στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και οι οποίες μέχρι τότε ανήκαν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Υπενθυμίζουμε ότι το θέμα των Μητροπόλεων των «Νέων Χωρών» ταλάνισε και πρόσφατα (2000 – 2004) τις σχέσεις της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά, τελικά, η εξισορρόπηση της σχέσης τους στηρίχθηκε εκ νέου στη Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, (με την οποία προβλέπεται η πνευματική εποπτεία και εξάρτηση των μητροπόλεων των Ν.Χ. από το Πατριαρχείο και η επιτροπική διοίκησή τους από την αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος), η οποία Πράξη είχε υιοθετηθεί από την κυβέρνηση του Βενιζέλου, δια της ψηφίσεως και σχετικού νόμου (ν. 3615/1928).

Επίσης φωτίζεται με ιστορικά ντοκουμέντα η ακυρότητα – εξ επόψεως εκκλησιαστικής - της πράξης του «αναθέματος» εις βάρος του Βενιζέλου (1916) από ομάδες φιλοβασιλικών επιστράτων και μερίδα αρχιερέων και κληρικών. Σε σχετική με το περιστατικό αυτό (το «ανάθεμα») επιστολή την οποία απηύθυνε στις 23 Ιουλίου 1930 προς τον Βενιζέλο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος (Παπαδόπουλος) και την οποία δημοσιεύει το βιβλίο, επισημαίνεται ότι « (...) δεν υπήρξεν η ανόσιος εκείνη πράξις εκκλησιαστική, καθώς δεν προηγήθηκε αυτής επίσημος απόφασις της Ιεράς Συνόδου», ενώ υπογραμμίζεται πως η Εκκλησία «υπενέδωκεν όλως αδικαιολογήτως εις την βίαν των παρά των πολιτικώς εξερεθισθέντων όχλων» και έλαβε μέρος σε μια ανεπίτρεπτη πολιτική πράξη. Ενώ δεν παραλείπεται η αναφορά στο πρωταγωνιστικό ρόλο του τότε μητροπολίτη Λαρίσης Αρσενίου (Αφεντουλίδη) για την επιβολή του αναθέματος στο Βενιζέλο.

* Οι προσεγγίσεις των θεμάτων είναι καθαρά ιστορικές, μέσα από μια νηφάλια και τεκμηριωμένη ανάλυση των γεγονότων και της πορείας που αυτά χάραξαν στην εκκλησιαστική – και όχι μόνο – ιστορία του Ελληνισμού. Η εξαντλητική αναδίφηση του αρχειακού υλικού και η συγγραφική δεινότητα του πανεπιστημιακού καθηγητή και μητροπολίτη κ. Ανδρέα, μας δίδουν μια ιστορική σύνθεση που ξεκαθαρίζει το ιστορικό τοπίο. Είναι βέβαιο ότι το βιβλίο θ’ αποτελέσει ένα πολύτιμο επιστημονικό βοήθημα, τόσο για τους εκπαιδευτικούς - θεολόγους και ιστορικούς- όσο και ευρύτερα για τους μελετητές της πολιτικής και εκκλησιαστικής ιστορίας του 20ου αιώνα.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, συνεργάτης του Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM), της εφημ. «Ελευθερία» και καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο & Λύκειο Αρμενίου).
* Δημοσίευση στην "Ελευθερία", στις 22/11/2008 (ένθετο "Πολιτισμός", σελ. 30)
Αναδημοσιεύσεις:
* Iστοσελίδα "Ζωηφόρος" (της Ενωσης Θεολόγων ν. Λέσβου):
Iστολόγιο "Θεολογία και Κοινωνία":

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

Ημεριδα για τα Θρησκευτικά


* ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Ν. ΛΑΡΙΣΑΣ & ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

* ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ
ΔΗΜΟΥ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ (Π.Ο.Δ.Λ.)

* ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΟΝΕΩΝ & ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ
ΤΟΥ 14ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ

- Λάρισα, 8/10/2008

(ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ)

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ

Θρησκευτική παιδεία

και σύγχρονη κοινωνία

«Το μάθημα των Θρησκευτικών στη σύγχρονη Ελλάδα και την Ευρώπη», είναι το θέμα της παιδαγωγικής ημερίδας που συνδιοργανώνουν ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων ν. Λάρισας και Μαγνησίας, ο Πολιτιστικός Οργανισμός του δήμου Λαρισαίων και ο Σύλλογος γονέων και κηδεμόνων του 14ου Γυμνασίου, τη Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου και ώρα 8.30 μ.μ. στη αίθουσα του Χατζηγιάννειου πνευματικού κέντρου.

* Εισηγητές θα είναι: ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων κ. Απ. Ποντίκας, με θέμα "Οι παιδαγωγικές παράμετροι του μαθήματος", ο διευθυντής του 14ου Γυμνασίου, θεολόγος – ιστορικός κ. Νικ. Παύλου ("Το μέλλον του θρησκευτικού μαθήματος") και ο καθηγητης του Γυμνασίου Αρμενίου και Γ. Γ. της τοπικής Ενωσης Θεολόγων κ. Χάρης Ανδρεόπουλος ("Τα Θρησκευτικά στην Ευρώπη").


Καλεσμένοι είναι όσοι (εκπαιδευτικοί κάθε ειδικότητας, γονείς, φοιτητές, μαθητές, κ.α.) ενδιαφέρονται για το μάθημα και επιθυμούν να ενημερωθούν για τις τελευταίες εξελίξεις. Μετά τις ομιλίες θα ακολουθήσει συζήτηση, την οποία θα συντονίσει ο δημοσιογράφος της «Ε» κ. Γ. Ρούστας.


Σε όσους παρακολουθήσουν την ημερίδα θα δοθεί φάκελλος με βεβαίωση συμμετοχής και υποστηρικτικό υλικό για το μάθημα.




Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Απαραίτητος ο θρησκευτικός εγγραματισμός για τους νέους του 21ου αιώνα


Τα Θρησκευτικά πέρα

από τον κατηχητισμό

* Βασικός στόχος του υποχρεωτικού μαθήματος είναι ο θρησκευτικός εγγραμματισμός, απαραίτητος στους νέους του 21ου αιώνα

Tων Όλγας Γριζοπούλου - Πηγής Καζλάρη *

Πόσο θεμιτό είναι να αρθρογραφούμε για την «αξία» και τη νομιμότητα του θρησκευτικού μαθήματος με επιχειρήματα που αντλούνται αποκλειστικά από τις προσωπικές αρνητικές μας εμπειρίες και απαξιώνουν συλλήβδην τη θρησκευτική εκπαίδευση; Όση αξία κι αν έχουν οι αναμνήσεις και τα βιώματα, στον δημόσιο διάλογο νομιμοποιούνται κυρίως τα ορθολογικά κριτήρια και η υπεύθυνη αναγνώριση των όσων βημάτων έχουν γίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια στον χώρο του θρησκευτικού μαθήματος και μάλιστα καθόλου άκοπα, απροϋπόθετα και αυτονόητα. Ποια είναι αυτά;

Από το 1985 το μάθημα των θρησκευτικών είχε μια ενδιαφέρουσα αλλά άγνωστη –όπως φαίνεται– στους περισσότερους πορεία. Κινούμενο, δηλαδή, στα όρια ενός κανονικού σχολικού μαθήματος αναμόρφωσε τους σκοπούς του, σύμφωνα με τις συνταγματικές προβλέψεις. Στοχεύοντας στην ενημέρωση των μαθητών γύρω από την υφή του θρησκευτικού φαινομένου, τη γνωριμία τους με τον χριστιανισμό, την κριτική και ελεύθερη τοποθέτησή τους, την αξιοποίηση των θρησκευτικών γνώσεων για την προσωπική τους καλλιέργεια, την ευαισθητοποίησή τους απέναντι στον σύγχρονο προβληματισμό, την κατανόηση του οικουμενικού μηνύματος του χριστιανισμού κ.ά., το μάθημα απέκτησε σαφή παιδαγωγικό προσανατολισμό και άρχισε να απομακρύνεται με σταθερά βήματα από τον κατηχητισμό και τις αποκλειστικότητες του παρελθόντος. Όλοι αυτοί οι στόχοι βέβαια υπηρετήθηκαν από τις αλλαγές των Αναλυτικών Προγραμμάτων και των σχολικών βιβλίων.
Μ’ αυτόν τον τρόπο το μάθημα κινήθηκε στην κατεύθυνση της προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης των μαθητών προβάλλοντας ως κυρίαρχα χαρακτηριστικά του τον προβληματισμό, τον διάλογο και τον σεβασμό των προσωπικών θρησκευτικών απόψεών τους.


Αυτή η πιο παιδαγωγική και ανεξίθρησκη τάση εκφράστηκε περισσότερο στις αλλαγές των Αναλυτικών Προγραμμάτων και των σχολικών βιβλίων του 2003 - 2005. Γεγονός είναι βέβαια πως οι εκπαιδευτικοί θεολόγοι της Δευτεροβάθμιας και οι δάσκαλοι της Πρωτοβάθμιας –επιμορφωτικά αβοήθητοι– δεν φάνηκαν πάντα έτοιμοι να υποστηρίξουν τις θετικές αλλαγές. Πρόκειται ωστόσο για αδυναμία που είναι αδικία να θεωρείται θεολογική αποκλειστικότητα, καθώς καθένας μπορεί να την αναγνωρίσει και σε πολλά άλλα μαθήματα, π.χ. στο γλωσσικό.

Πιο «ανοικτό»

Κανείς βέβαια δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι πολλά μένουν να γίνουν στην κατεύθυνση ενός μαθήματος πιο πλουραλιστικού και «ανοικτού». Οι ίδιοι οι θεολόγοι το αναγνωρίζουν και επεξεργάζονται ήδη ιδέες και προτάσεις. Στο ερώτημα, λοιπόν, τι μπορεί να προσφέρει ένα μάθημα Θρησκευτικών στους νέους του 21ού αιώνα, συνοπτικά μπορούμε να απαντήσουμε:

- Τους προετοιμάζει να κατανοούν σε βάθος και πολυδιάστατα πολλά από τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα –π.χ. πολέμους, τρομοκρατία, φαινόμενα φανατισμού και μισαλλοδοξίας– καθώς αυτά διαθέτουν όχι μόνο θρησκευτικό ένδυμα αλλά και θρησκευτικό πυρήνα. Ευνοεί τη δημιουργική σχέση των νέων με κάθε έκφραση του πολιτισμού του οποίου η θεμελιώδης και ουσιαστική σχέση με τη θρησκεία είναι αδιαμφισβήτητη (π.χ. τα βιβλικά θέματα σε κάθε είδους τέχνη, η σημαντική της θεολογικής γλώσσας, η εκφραστική των μνημείων, η σημασία των γιορτών, των εθίμων κ.ά.).

-Καλλιεργώντας την ευαισθησία των νέων γύρω από τα θρησκευτικά ερωτήματα / ζητήματα ανοίγει δρόμους προς την προσέγγιση των μεγάλων ηθικών και φιλοσοφικών ερωτημάτων, καθώς αυτά συνδέονται άρρηκτα με τα θρησκευτικά.

-Με την ανάδειξη και επεξεργασία της βιβλικής σκέψης και των θεολογικών κριτηρίων (π.χ. η πίστη στον Θεό ως ελευθερία και σχέση, η ζωή ως πορεία προς τελείωση, η ευθύνη του ανθρώπου για την κτίση κ.ά.) ενισχύεται η ευαίσθητη στοχαστικότητα και εμπλουτίζεται ο κριτικός προβληματισμός των νέων απέναντι στα μεγάλα ζητήματα / διλήμματα της ζωής – κόντρα στις εύκολες βεβαιότητες της εποχής μας.

- Με την επεξεργασία και την αξιολόγηση των πνευματικών και υπαρξιακών διαστάσεων της θρησκευτικής πίστης οι νέοι άνθρωποι αποκτούν ασφαλή κριτήρια και θωρακίζονται απέναντι σε παραθρησκευτικές σέχτες και «εσωτερικισμούς» που φτάνουν να τους καθιστούν φανατικούς και άλογους «οπαδούς».

Ο χριστιανισμός

Όπως φαίνεται και επιγραμματικά ο θρησκευτικός εγγραμματισμός των νέων αποτελεί τον στόχο του σύγχρονου θρησκευτικού μαθήματος. Ωστόσο εδώ μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί σε ποιο βαθμό η διδασκαλία ενός μαθήματος, που τα περιεχόμενά του σχετίζονται κατά κύριο λόγο με τον χριστιανισμό, δεν συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής συνείδησης;
Πρώτα πρώτα ας μην ξεχνάμε ότι η χριστιανική πίστη δεν προϋποτίθεται ως νομιμοποιητική βάση για τη διδασκαλία του μαθήματος και τη συμμετοχή των μαθητών σ’ αυτό. Το μάθημα έχει ενημερωτικό και μορφωτικό χαρακτήρα και οι δάσκαλοί του θεωρούν την κατήχηση ως έργο αποκλειστικά της Εκκλησίας.


Ο χριστιανισμός είναι θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και η Ορθοδοξία η μεγάλη πνευματική κληρονομιά του ελληνικού πολιτισμού, εντός του οποίου ζουν οι μαθητές του ελληνικού σχολείου. Ποιος μπορεί, λοιπόν, να ισχυριστεί πως δεν τους χρειάζεται η σε βάθος κατανόηση αυτής της ιστορίας και του πολιτισμού με την ταυτόχρονη διερεύνηση του ρόλου που έπαιξαν ο χριστιανισμός και η Ορθοδοξία;

Με τις αλλαγές του 2003 - 2005, πέρα από την πλούσια θρησκειολογική ύλη της Β΄ Λυκείου, σε όλες τις τάξεις υπάρχουν στοιχεία για τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες και είναι διάχυτο το πνεύμα του σεβασμού στις θρησκευτικές και λατρευτικές εκδηλώσεις τους. Αποκτώντας οι μαθητές επίγνωση των διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας –και μάλιστα στα όρια ενός μαθήματος θρησκευτικών– διευκολύνονται να αναπτύσσουν ανεκτική στάση και πνεύμα ανεξιθρησκίας.
Η μεγάλη προτεραιότητα των πολυπολιτισμικών κοινωνιών, δηλαδή η καλλιέργεια του σεβασμού προς τον πολιτισμικά και θρησκευτικά «άλλον», δεν μπορεί να αναπτυχθεί και να εκδηλωθεί ουσιαστικά αν δεν έχει εξερευνηθεί σε βάθος ο ρόλος της θρησκευτικής πίστης σε επίπεδο τόσο υπαρξιακό όσο και κοινωνικό. Αλλιώς παραμένει ένα κλισέ που όσο εύκολα μπορεί να χρησιμοποιείται, το ίδιο εύκολα μπορεί να καταργείται.

Σύνθετη πρόκληση

Συμπερασματικά, ο θρησκευτικός εγγραμματισμός που επιτυγχάνεται στα όρια ενός υποχρεωτικού θρησκευτικού μαθήματος προβάλλει απαραίτητος για τον σύγχρονο νέο άνθρωπο και είναι ανάγκη να υλοποιείται νηφάλια, επιστημονικά και με σεβασμό στις συνθήκες του σύγχρονου δημοκρατικού και πλουραλιστικού σχολείου. Για τους θεολόγους της σχολικής τάξης αυτή η ανάγκη δεν είναι εμπόδιο αλλά μια σοβαρή και σύνθετη πρόκληση για τη δουλειά τους. Έτσι, κανένας συνειδητοποιημένος θεολόγος δεν θα επιχειρηματολογήσει υπέρ του μαθήματός του υπενθυμίζοντας πόση μονοφωνία και δογματισμοί υπάρχουν σε άλλα γνωστικά αντικείμενα! Οι συνειδητοποιημένοι θεολόγοι δεν αμφισβητούν πως υπάρχουν ζητήματα που προκύπτουν από ενδεχόμενους λανθασμένους διδακτικούς χειρισμούς –κατηχητισμός, δογματισμοί, μονοφωνία κ.ά.– και τα οποία χρειάζονται προσεκτική και υπεύθυνη αντιμετώπιση. Το ότι τέτοια ζητήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά καταδεικνύεται από την παρουσία του μαθήματος –πολύ συχνά μάλιστα ως ομολογιακού– στα σχολεία ευρωπαϊκών χωρών.

Έχοντας ως κύρια επιδίωξή μας τη σοβαρή αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, είναι δύσκολο να δεχτούμε καλοκαιρινές ρυθμίσεις να κατεδαφίζουν με προχειρότητα όχι μόνον ό,τι κτίστηκε με σοβαρότητα γύρω από το μάθημα, αλλά και ό,τι μπορεί να κτιστεί με όραμα και προσπάθεια. Πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για ρύθμιση του ίδιου του ΥΠΕΠΘ, που όφειλε –το λιγότερο– να υπολογίζει τις συνέπειες της προχειρότητας.

* Η Ολγα Γριζοπούλου και η Πηγή Καζλάρη είναι Θεολόγοι Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. To άρθρο τους δημοσιεύθηκε στο ένθετο "Τέχνες και Γράμματα" της κυριακάτικης "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ" (28/09/2008, σελ. 7)

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_28/09/2008_286112



Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Ιστολόγιο της ΠΕΘ

Με χαρά πληροφορηθήκαμε και ανακοινώνουμε την λειτουργία ιστοσελίδας από την (κεντρική) Πανελλήνια Ενωση Θεολόγων (Π.Ε.Θ.)

http://www.petheol.gr/

(Εις πολλά έτη!)


http://theologylar.blogspot.com/2008/08/blog-post_29.html

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

Για τα Θρησκευτικά, στο ραδιόφωνο

Εκπομπή στο Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας:

http://theologylar.blogspot.com/2008/08/blog-post_328.html

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Νέα εγκύκλιος για τα Θρησκευτικά


Εξελίξεις στο θέμα της απαλλαγής απ' τα Θρησκευτικά είχαμε με την έκδοση νέας εγκυκλίου του ΥΠΕΠΘ, βάσει της οποίας το εύρος της δυνατότητας απαλλαγής οριοθετείται "σε μη Ορθόδοξους, δηλ. αλλόθρησκους και ετερόδοξους μαθητές", ενώ ορίζεται ότι οι "μη Ορθόδοξοι" που θ' απαλλάσσονται θα παρακολουθούν άλλο μάθημα, σ' άλλο τμήμα της ίδιας τάξης:

http://theologylar.blogspot.com/2008/08/blog-post_26.html



Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

Ενδεκάχρονη η υποχρεωτική εκπαίδευση


ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ: ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ *





* Η Α’ Λυκείου νέα «τάξη μετάβασης» * Τα νέα δεδομένα για τη μετάβαση από την 11χρονη, πλέον, υποχρεωτική εκπαίδευση στην αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση - Τι πρέπει να γνωρίζουν μαθητές και γονείς – Τι σημαίνουν οι προτάσεις Βερέμη για 5χρονο Δημοτικό και 4χρονο Λύκειο


Του Χάρη Ανδρεόπουλου *
xaan@theo.auth.gr


Βάσει του Συντάγματος (άρθρο 16, παρ. 3) η υποχρεωτική εκπαίδευση καθορίζεται ως 9χρονης διάρκειας, νοουμένης ως τέτοιας της συνολικής διάρκειας φοιτήσεως στο δημοτικό σχολείο (6 χρόνια) και στο γυμνάσιο (3 χρόνια). Μέχρι πρότινος το καθεστώς αυτό της minimum 9χρονης φοίτησης ίσχυε για την μετάβαση από την υποχρεωτική (Γ’ Γυμνασίου) στην επαγγελματική εκπαίδευση, όπως αυτή λειτουργούσε με την μορφή των Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων (Τ.Ε.Ε.) του ν. 2640/1998. Ωστόσο, με τον νόμο 3475/2006 του ΥΠΕΠΘ άλλαξαν τα δεδομένα τόσο στη δομή (οργάνωση και λειτουργία) της Β/βάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης, όσο και στο θέμα της αναγκαίας χρονικής διάρκειας της υποχρεωτικής εκπαίδευσης πριν την ένταξη στην Β/βάθμια επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία από 9χρονη «επιμηκύνθηκε» σε 10χρονη, καθώς τώρα για τη μετάβαση στην αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση απαιτείται τίτλος αποφοίτησης από την Α’ τάξη (οποιουδήποτε τύπου) Λυκείου.

Αν μάλιστα συνυπολογισθεί και η καθιέρωση της υποχρεωτικότητας για ετήσια φοίτηση στο Νηπιαγωγείο, όπως θεσπίσθηκε με τον ν. 3518/2006, αρθ. 73, τότε, συνολικά, ο χρόνος φοίτησης στην υποχρεωτική εκπαίδευση μεγενθύνεται στα ένδεκα (11) χρόνια! Τα οποία (μιλάμε πάντα για την υποχρεωτική εκπαίδευση) μπορεί στο μέλλον να μειωθούν σε δέκα (10) αν - και όποτε - ισχύσει η πρόταση που κατέθεσε προχθές ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) κ. Θάνος Βερέμης («ΤΑ ΝΕΑ», 6/8/2008) για μείωση των ετών φοίτησης στο Δημοτικό (από τα 6 στα 5 χρόνια, με παράλληλη αύξηση της φοίτησης στο Λύκειο από τα 3 στα 4 χρόνια, με το τελευταία χρονιά ως «προπαρασκευαστικό» έτος για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και ΤΕΙ), αλλά μέχρι τότε θα ισχύει το καθεστώς της 11ετίας που διαμορφώνει ο προπερυσινός ν. 3475.

Με τον νόμο αυτό η Γ’ Γυμνασίου παύει πλέον ν’ αποτελεί την (όπως αποκαλείται στο αντίστοιχο βιβλίο του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού) «τάξη κλειδί», ή την «τάξη μετάβασης» σε άλλη εκπαιδευτική βαθμίδα (βλ. Γκιάστα Ιωαν. κ.α. βιβλίο Σ.Ε.Π. του Γυμνασίου, «Σχεδιάζοντας το επαγγελματικό μου μέλλον», εκδ. ΟΕΔΒ, σελ. 10), αλλά ένα προκαταρκτικό στάδιο για την νέα «τάξη μετάβασης» ή «τάξη – κλειδί», που ως τέτοια καθίσταται πλέον η Α’ Λυκείου. Αναλυτικότερα:

ΤΙ ΑΛΛΑΖΕΙ

Σύμφωνα με ν. 3475/2006 του υπ. Παιδείας επέρχονται ριζικές αλλαγές στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση: 1) Τα Ενιαία Λύκεια μετονομάζονται σε Γενικά Λύκεια, 2) Δημιουργούνται τα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ), 3) Καταργούνται τα ΤΕΕ και, 4) Δημιουργούνται οι Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑΣ).

Η δευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση παρέχεται στα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑ.Λ), και τις Επαγγελματικές Σχολές (ΕΠΑ.Σ). Φυσικά, εξακολουθούν να λειτουργούν σε μεταγυμνασιακό επίπεδο και τα Εκκλησιαστικά, Μουσικά, Αθλητικά και Καλλιτεχνικά Λύκεια παρέχοντας στοιχεία επαγγελματικής κατάρτισης (π.χ. οι απόφοιτοι του Μουσικού Λυκείου αποκτούν πτυχία βυζαντινής, ευρωπαϊκής μουσικής, παραδοσιακών οργάνων, που αποτελούν τίτλους κατηγορίας ΔΕ - δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), στο πλαίσιο ωστόσο της γενικής εκπαίδευσης στην οποία υπάγονται, ενώ λειτουργούν και Ναυτικά Λύκεια, ως τομέας στα ΕΠΑΛ με ειδικότητες (βοηθών) πλοιάρχων και (βοηθών) μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού.

* Στα ΕΠΑΛ τα προγράμματα διδασκαλίας περιλαμβάνουν μαθήματα γενικής παιδείας, μαθήματα τεχνικά - επαγγελματικά και εργαστηριακές ασκήσεις. Στην Α’ τάξη, οι μαθητές παρακολουθούν τα κοινά μαθήματα και όλα τα μαθήματα του κύκλου που επιλέγουν. Στη Β’ παρακολουθούν τα κοινά μαθήματα και όλα τα μαθήματα ενός τομέα που επιλέγουν ενώ στην Γ’ τάξη παρακολουθούν τα μαθήματα της ειδικότητας που επιλέγουν και τα οριζόμενα για την ειδικότητα μαθήματα γενικής παιδείας. Στην Α΄ τάξη εγγράφονται οι κάτοχοι απολυτηρίου Γυμνασίου, χωρίς εξετάσεις. Στην Β΄ τάξη εγγράφονται οι προαγόμενοι στη Β΄ τάξη του Επαγγελματικού ή Γενικού Λυκείου και οι κάτοχοι πτυχίου Α΄ Κύκλου ΤΕΕ . Στη Γ΄ τάξη εγγράφονται οι προαγόμενοι από τη Β’ τάξη του ΕΠΑ.Λ. Οι προαγόμενοι στη Β΄ τάξη του Επαγγελματικού Λυκείου, μπορούν να εγγράφονται στη Β΄ τάξη του Γενικού Λυκείου. Οι απόφοιτοι των ΕΠΑ.Λ. αποκτούν και πτυχίο (επιπέδου 3) για να ασκήσουν επάγγελμα και απολυτήριο (ισότιμο του ΓΕ.Λ.) για να διεκδικήσουν την είσοδό τους στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

* Στις ΕΠΑ.Σ (οι οποίες λειτουργούν ως δομές του υπ. Παιδείας, αλλά και άλλων υπουργείων, όπως του Υγείας, του Γεωργίας, καθώς και στον Ο.Α.Ε.Δ.) προσφέρονται ειδικότητες που δεν απαιτούν θεωρητική υποστήριξη, αλλά επικεντρώνονται κυρίως στην πρακτική εξάσκηση, ώστε οι απόφοιτοί τους να εντάσσονται άμεσα στην αγορά εργασίας ως ειδικευμένοι τεχνίτες (επιπέδου 3, σαν «εργοδηγοί»). Η φοίτηση εδώ είναι διετής και περιλαμβάνει τις τάξεις Α΄ και Β΄ οι οποίες οργανώνονται σε τμήματα ειδικότητας. Στην Α΄ τάξη των ΕΠΑ.Σ εγγράφονται χωρίς εξετάσεις οι μαθητές που προάγονται στη Β΄ τάξη των Επαγγελματικών ή Γενικών Λυκείων.

Πρέπει να ξεκαθαρισθεί και συνειδητοποιηθεί ότι οι απόφοιτοι του Γυμνασίου δεν μπορούν να εγγραφούν κατ’ ευθείαν στις ΕΠΑ.Σ. Θα πρέπει πρώτα να περάσουν από την Α’ τάξη του ΕΠΑ.Λ (ή του ΓΕ.Λ)! Κάτι που σημαίνει ότι ουσιαστικά η λεγόμενη υποχρεωτική εκπαίδευση από 9χρονη έχει εξελιχθεί σε 10χρονη!

ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Ο ν. 3475/2006 δημιουργεί νέο καθεστώς για τη μετάβαση από την υποχρεωτική στην αρχική και αμιγώς επαγγελματική εκπαίδευση (νοουμένης ως τέτοιας αυτής που παρέχεται στις ΕΠΑ.Σ., όπου το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει μαθήματα αμιγώς τεχνικοεπαγγελματικά και εργαστηριακές ασκήσεις, άρα επί της ουσίας θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για παροχή τεχνικής κατάρτισης). Στις πλέον σημαντικές διατάξεις του νέου νόμου συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη μας, εκείνη η οποία ορίζοντας τις προϋποθέσεις φοίτησης στη Β΄ τάξη του Λυκείου αμφοτέρων των τύπων (ΕΠΑΛ, ΓΕΛ) επί της ουσίας θεσμοθετεί και καθιερώνει την 10χρονη εκπαίδευση, καθώς στην εν λόγω διάταξη περί «Φοίτησης και εγγραφής στα ΕΠΑ.Λ.» ορίζεται ότι:

α) «Στη Β’ τάξη εγγράφονται οι προαγόμενοι στη Β΄ τάξη του Επαγγελματικού, ή – εναλλακτικά – του Γενικού Λυκείου», (ν. 3475/06, αρθ. 5. παρ. 2). Η εναλλακτική αυτή δυνατότητα, σύμφωνα με την εμπειρία μας το Γυμνάσιο – Λύκειο Αρμενίου, αξιοποιείται από αποφοίτους επαρχιακών Γυμνασίων, οι οποίοι ενώ σκοπεύουν να παρακολουθήσουν μελλοντικά σπουδές σε ΕΠΑ.Λ. ή ΕΠΑ.Σ., συνεχίζουν τη φοίτησή τους στο (αν υπάρχει, συνήθως συστεγαζόμενο) Γενικό Λύκειο, για λόγους οικονομικούς (επειδή ΕΠΑ.Λ. και ΕΠΑ.Σ. υπάρχουν μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα των νομών) και αφού περατώσουν τη φοίτησή τους στην Α’ τάξη ΓΕ.Λ. (του χωριού τους) τότε εγγράφονται στη Β’ τάξη ΕΠΑ.Λ. ή Α’ τάξη ΕΠΑ.Σ. της επιλογής τους (που συνήθως λειτουργούν στη πρωτεύουσα του νομού και άρα απαιτείται καθημερινή μετακίνηση).

β) «Οι προαγόμενοι στη Β΄τάξη του Επαγγελματικού Λυκείου μπορούν να εγγράφονται στη Β’ τάξη του Γενικού Λυκείου» (ν. 3475/06, αρθ. 5. παρ. 5).

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι καθιερώνεται πλέον μια αμφίδρομη σχέση κινητικότητας ανάμεσα στη γενική και τεχνική εκπαίδευση, στο επίπεδο της πρώτης (Α’) λυκειακής (αμφοτέρων των τύπων) τάξης, η οποία έτσι καθίσταται εκ των πραγμάτων η «τάξη μετάβασης» μετά από την οποία ακολουθεί ο δρόμος της οριστικής επιλογής:

α) είτε για συνέχιση περαιτέρω σπουδών μέσω δύο ισοτίμων σχολείων Β/βάθμιας εκπαίδευσης (ΓΕ.Λ, ΕΠΑ.Λ.) με μεσοπρόθεσμο μελλοντικό στόχο την εισαγωγή στη τριτοβάθμια (ΑΕΙ, ΤΕΙ) εκπαίδευση, ή,

β) τη συνέχιση σπουδών σε ΕΠΑ.Σ. με σκοπό την επαγγελματική εκπαίδευση σε κάποια ειδικότητα και μελλοντικό στόχο, όχι ανώτερες ή ανώτατες σπουδές, αλλά την είσοδο του πτυχιούχου της ΕΠΑ.Σ. στην αγορά εργασίας.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΜΕΣΩ Σ.Ε.Π.

Οι παραπάνω αλλαγές παρά το γεγονός ότι παρήλθε διετία από τη ψήφιση του νόμου, όπως προκύπτει από την εμπειρία μας, δεν έγιναν ευρέως γνωστές, με αποτέλεσμα πολλοί μαθητές και γονείς να θεωρούν ότι και σήμερα ισχύει το καθεστώς της 9χρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας ο μαθητής θα μπορεί να στραφεί στη επαγγελματική εκπαίδευση, όπως συνέβαινε μέχρι το 2006, οπότε όταν τελείωνε κάποιος το Γυμνάσιο μπορούσε, εάν το επιθυμούσε, να συνεχίσει στα λειτουργούντα τότε Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια (ΤΕΕ), σχολεία αμιγώς τεχνικά τα οποία θα μπορούσε να πεί κάποιος ότι αποτελούσαν τη προτύπωση των σημερινών ΕΠΑ.Σ. Θα πρέπει να γίνει σαφές – το ξανατονίζουμε - ότι σήμερα ο απόφοιτος Γυμνασίου δεν μπορεί να εγγραφεί απ’ ευθείας σε τεχνικό σχολείου τύπου ΤΕΕ, όπως είναι η ΕΠΑ.Σ. Αυτό που ισχύει σήμερα είναι ότι για να εγγραφεί κάποιος στις ΕΠΑ.Σ. θα πρέπει να ολοκληρώσει 10ετή κύκλο υποχρεωτικής εκπαίδευσης (6 χρόνια στο Δημοτικό, 3 στο Γυμνάσιο και την Α’ λυκειακή (ΓΕΛ, ή ΕΠΑ.Λ.) τάξη, όπως επιτάσσει η παρ. 1, του αρθ. 11 του ν. 3475/2006. Για τα παιδιά που γράφτηκαν στο Νηπιαγωγείο τη σχολική χρονιά 2007 – 2008 (χρονιά από την οποία ίσχυσε η υποχρεωτική φοίτηση), αυτός ο κύκλος - της υποχρεωτικής εκπαίδευσης - θα έχει ενδεκάχρονη (11) διάρκεια

* Επειδή ο Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός (Σ.Ε.Π.) ορίζεται και ως ένας θεσμός επικούρησης του ανθρώπου θα πρέπει η ενημέρωση που προσφέρει στο μαθητή για τους δρόμους που ανοίγονται μπροστά του, να είναι υπεύθυνη, έγκυρη και έγκαιρη. Συνεπώς μετά τις ως άνω περιγραφείσες αλλαγές στο χώρο της Β/βάθμιας εκπαίδευσης, και επειδή ο Σ.Ε.Π. οφείλει να στέκεται αρωγός στο μαθητή, καθίσταται αναγκαία η αναδιάρθρωση αλλά και κάποιες επιμέρους αλλαγές στη ύλη των βιβλίων τόσο της Γ’ Γυμνασίου, όσο και της Α’ Γενικού Λυκείου. Αντίστοιχες με τις ως άνω μεταβολές στα βασικά εγχειρίδια, θα πρέπει ασφαλώς να περιληφθούν και στην ύλη των λοιπών, νέων εκδόσεων του ΟΕΔΒ που αφορούν στο Σ.Ε.Π., όπως τα (θεωρούμενα ως συμπληρωματικό υλικό για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων) βιβλία «Σπουδές μετά το Γυμνάσιο», «Σπουδές μετά το Λύκειο», «Σπουδές και Απασχόληση», «Οδηγός γονέων», «Οδηγός επαγγελμάτων», κλπ. (Φυσικά, θα πρέπει να εκδοθεί και βιβλίο Σ.Ε.Π. για την Α’ τάξη του ΕΠΑ.Λ. - το οποίο σήμερα είναι ανύπαρκτο (!) και οι συνάδελφοι διδάσκουν το μάθημα χρησιμοποιώντας σημειώσεις…).

Εκ του νόμου ο Σ.Ε.Π. «στοχεύει στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών, στη πληροφόρησή τους για τις επαγγελματικές διεξόδους, στην ενημέρωσή τους για τα μεταβατικά στάδια προς την επαγγελματική αποκατάσταση και την αρμονική ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο» (ν. 1566/85, αρθ. 37). Συνεπώς οφείλει, ως σχολική εφαρμογή, να εφοδιάζει με πληροφορίες και γνώσεις τους νέους και να τους αναπτύσσει δεξιότητες χρήσιμες και για να αποκτήσουν τη πρώτη τους απασχόληση, αλλά και για να αντιμετωπίζουν με επιτυχία και προσαρμοστικότητα το δυναμικά εξελισσόμενο περιβάλλον εργασίας, στο οποίο πρόκειται αργότερα να ενταχθούν, να εργασθούν και να ζήσουν. Ολοι σχεδόν όσοι ασχολούνται με την Συμβουλευτική και τον Επαγγελματικό Προσανατολισμό δέχονται ότι, για να μπορέσει το άτομο να διαλέξει σωστά στη σχολική ή επαγγελματική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει, πρέπει να γνωρίζει τι υπάρχει.(βλ. Κασσωτάκη Μιχ., «Οι πολιτικές διαστάσεις του θεσμού του Σ.Ε.Π.» στο περιοδικό «Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης», τ. 3, Αθήνα, 1983, σελ. 118). Ειδικότερα μάλιστα υποστηρίζεται ότι ανάμεσα στους παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψιν από όσους ασκούν Συμβουλευτική και Σ.Ε.Π. είναι και η ακριβής σχέση της γενικής με την επαγγελματική εκπαίδευση, προς πληροφόρηση, φυσικά, των μαθητών, προκειμένου οι τελευταίοι να ενημερωθούν υπεύθυνα και να διαμορφώσουν μια αντικειμενική εικόνα των δεδομένων στην γενική και επαγγελματική εκπαίδευση για να λάβουν εν συνεχεία τις όποιες αποφάσεις τους.

Με τη συστηματική και υπεύθυνη πληροφόρηση οι νέοι και οι οικογένειές τους θα απαλλαγούν από τα στοιχεία εκείνα που περιορίζουν την ελευθερία των επαγγελματικών τους προτιμήσεων και τους εμποδίζουν να σκεφθούν ψύχραιμα πάνω στο μέλλον και θα διαλέξουν το επάγγελμά τους με γνώμονα περισσότερο τη λογική και τη γνώση παρά το συναίσθημα, αναφέρει ο καθηγητής Μιχ. Κασσωτάκης («Η πληροφόρηση για τις σπουδές και τα επαγγέλματα», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα, 2000, σελ. 26), αναδεικνύοντας την αξία που έχει η γνώση και την ευθύνη που έχει ο Σ.Ε.Π. να την προσφέρει.

* O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, συνεργάτης της εφημ. «Ελευθερία», του Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM) και καθηγητής Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο – Λύκειο Αρμενίου ν. Λάρισας) δραστηριοποιούμενος και σε εφαρμογές του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Σ.Ε.Π.).

* ΑΡΘΡΟ στην ¨Ελευθερία" της Κυριακής (10/08/2008, σελ. 10)

* Το άρθρο στην "Ε" αναδημοσιεύθηκε (13/08/2008) στην ιστοσελίδα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (ΔΠΘ, duth):

http://career.duth.gr/cms/?q=node/23097&page=1

http://career.duth.gr/cms/files/education_24.pdf

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Kαταργείται το μάθημα των Θρησκευτικών;

"Kαταργείται το μάθημα των Θρησκευτικών;"

Aρθρο του εκλεκτού συναδέλφου και αγαπητού φίλου (και διαχειριστή ενός εκ των καλυτέρων θεολογικών ιστολογίων - blog), εκ Τρικάλων, Αλέξανδρου Γκίκα:

http://professeur-alex.blogspot.com/2008/08/blog-post.html

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

Η αγωνία του θεολόγου...

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΛΑΔΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΜΑΖΙΚΩΝ ΑΠΑΛΛΑΓΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΑΠ’ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ, Μ’ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΙΜΑΧΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΤΟΥ ΥΠΕΠΘ…


Η αγωνία του θεολόγου...*



* Η παιδαγωγική αντιμετώπιση του προβλήματος, μέσω της θέσπισης εναλλακτικών μαθημάτων για τους μαθητές που θα ζητήσουν απαλλαγή * Οι προτάσεις ειδικών επιστημόνων για την φυσιογνωμία και το περιεχόμενο του θρησκευτικού μαθήματος



Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr



Μ’ αφορμή την εγκύκλιο του υπ. Παιδείας περί της απαλλαγής απ’ το θρησκευτικό μάθημα με μια απλή δήλωση (χωρίς να απαιτείται καμμιά εξήγηση, κλπ), τις τελευταίες ημέρες έχει ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος για τα θέματα της διδασκαλίας των Θρησκευτικών και του χαρακτήρα, της φυσιογνωμίας του μαθήματος στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συμβολή σ’ αυτόν τον διάλογο – και σε συνέχεια του από 3ης/8/2008 άρθρου μας στην «Ελευθερία» (
http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1058&pid=19&CategoryID=19) - επιθυμούν ν’ αποτελέσουν και οι παρακάτω σκέψεις και απόψεις, οι οποίες, φυσικά, δεν διεκδικούν το ...αλάθητο, αλλά, αντιθέτως, επιδιώκουν τον αντίλογο και την – κατά τον αείμνηστο δάσκαλο όσων αποφοιτήσαμε απ’ το Θεολογικό τμήμα του ΑΠΘ, Νίκο Ματσούκα - «δημιουργική αντιπαράθεση», σύμφωνα με την ορθή, εννοιολογικά, σημασία της λέξεως, δηλαδή, «όχι με την έννοια της σύγκρουσης, αλλά της σύγκρισης απόψεων», όπως εξηγούσε και ερμήνευε αυθεντικά την «αντιπαράθεση» ο αείμνηστος δάσκαλος.

- Κατά την άποψή μας το μάθημα έχει εν μέρει τη βιωματική του διάσταση, καθώς έχει ως επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση της χώρας - η οποία υποστασιάζεται στην ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία – αλλά, κατά βάση και κυρίαρχα έχει γνωσιολογικό χαρακτήρα, με ευρύτερη παιδευτική αξία, αφού και για τις λοιπές χριστιανικές ομολογίες και τ’ άλλα θρησκεύματα ενημερώνει (σε Γυμνάσιο – Λύκειο, αλλά από πέρυσι και στην ΣΤ’ Δημοτικού!) και αποβλέπει γενικότερα στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο και ειδικότερα στη κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επιμέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και για τις επιδράσεις του θρησκευτικού πιστεύω στα μνημεία του πολιτισμού.

Ναι, λοιπόν, έχει μια ομολογιακή «κλίση» το μάθημα (αντίστοιχη με την ελληνοκεντρική «κλίση» του μαθήματος της Ιστορίας), αλλά, δεν είναι μονοδιάστατο ομολογιακό, και, φυσικά, σε καμμιά περίπτωση «μονολιθικό», «μονοφωνικό», ή «κατηχητικό», όπως ορισμένοι το θεωρούν. Και τα νέα βιβλία Θρησκευτικών του Γυμνασίου αξιολογήθηκαν θετικά από τη συντριπτική πλειοψηφία του επιστημονικού κόσμου. Ενδεικτικώς αναφέρουμε τη θετική κρίση που έχει εκφράσει με σχετική ανακοίνωσή του το τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ (
http://web.auth.gr/theo/Letter%20_21_12_06.pdf.), το οποίο κάθε άλλο παρά για ομολογιακή «κλίση» μπορεί κατηγορηθεί, ή «συντηρητικό» να χαρακτηρισθεί. «Τα νέα βιβλία Θρησκευτικών, στη μορφή και το περιεχόμενό τους, είναι τα επιτυχέστερα όλων όσων μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει…», τονίζει το τμήμα Θεολογίας στο (από 21ης/12/2006 και υπογραφόμενο από τον τότε πρόεδρο, καθηγητή κ. Μιλτ. Κωνσταντίνου), υπόμνημά του προς την τότε υπουργό Παιδείας κ. Μαρ. Γιαννάκου.


ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αξίζει πάντως ν’ αναφερθεί ότι για το θέμα του χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος εδώ και χρόνια διεξάγεται ένας επιστημονικός διάλογος στο πλαίσιο του οποίου έχουν κατατεθεί πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις. Όπως, παραδείγματος χάριν, η (κατατεθείσα το 1981, σε συνέδριο της Ενωσης Θεολόγων) πρόταση του αείμνηστου καθηγητή Νικ. Ματσούκα να αποκτήσει το μάθημα «πολιτιστικό» χαρακτήρα έχοντας σαφέστατο γνωστικό και όχι βιωματικό ή κατηχητικό χαρακτήρα και ως περιεχόμενο τα μνημεία του πολιτισμού της ελληνορθόδοξης παράδοσης και της συνολικής Ορθοδοξίας. Πρόκειται για μια πρόταση την οποία τα τελευταία χρόνια εξειδίκευσε περαιτέρω και θεωρητικοποίησε ο πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και επιστημονικός υπεύθυνος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος Παν. Καλαϊτζίδης. Τη διδασκαλία του μαθήματος μέσα από ένα πνεύμα που θα το διαπερνά μια «θεολογία της πολυπολιτισμικότητας», η οποία δεν θα έχει τίποτε κοινό με το πνεύμα του συγκρητισμού, προτείνει ο σύμβουλος Θεολόγων στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Σταύρος Γιαγκάζογλου, τονίζοντας ότι στοιχεία μιας τέτοιας θεολογίας, όπως ο αλληλοσεβασμός, η αποδοχή και ειρηνική συνύπαρξη με τη θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα στη Βίβλο και τα πατερικά κείμενα.

Υπάρχουν επίσης οι προτάσεις του καθηγητή του τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Ιωαν. Πέτρου, βάσει της οποίας το θρησκευτικό μάθημα θα πρέπει να έχει καθαρά «γνωσιολογικό» περιεχόμενο με βάση το κριτήριο του πολιτισμού, του διευθυντή του περιοδικού «Νέα Εστία», Στ. Ζουμπουλάκη, ο οποίος αμφισβητώντας καίρια τον ομολογιακό χαρακτήρα, προτείνει το «βιβλικό» μάθημα ως περιεχόμενο των Θρησκευτικών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αρχής του ουδετερόθρησκου (όπως το εισηγείται ο γάλλος διανοητής Ρεζίς Ντεμπρέ) σχολείου. Ακόμη έχει διατυπωθεί η κριτική πρόταση του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Γεωγ. Σωτηρέλη, ο οποίος τάσσεται υπέρ του «θρησκειολογικού» χαρακτήρα του μαθήματος για να συνεχίσει νά’ ναι υποχρεωτικό, ειδ’ άλλως, λέει, να γίνει προαιρετικό και να αντικατασταθεί με ένα εναλλακτικό - επιλεγόμενο μάθημα που θα έχει ως περιεχόμενο βασικές γνώσεις θρησκειολογίας και ηθικής (όπως ισχύει σε χώρες της Ε.Ε., και το αναλύουμε παρακάτω).


ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΛΥΣΗ!


Πολλές και ενδιαφέρουσες, λοιπόν, οι απόψεις για το δέον γενέσθαι με το μάθημα των Θρησκευτικών. Θα πρέπει το υπουργείο Παιδείας, ως συντονιστικό κέντρο και φορέας που έχει και την ευθύνη για τη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, ν’ αναλάβει τη θεσμική πρωτοβουλία για τη συγκρότηση μιας ad hoc Επιστημονικής Επιτροπής, στην οποία θα συμμετάσχουν εκπρόσωποι των πανεπιστημιακών μας σχολών (από τα τμήματα Θεολογίας, Νομικής, Παιδαγωγικό, κ.α.), επιστημονικών φορέων (Ενωση Θεολόγων, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ), ειδικοί επιστήμονες από τους κλάδους της Διδακτικής των Θρησκευτικών, του Συνταγματικού Δικαίου, και όποιοι άλλοι κρίνονται απαραίτητοι για τη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης και κοινά αποδεκτής εκπαιδευτικής πρότασης για τη φυσιογνωμία και το περιεχόμενο του μαθήματος, μιας πρότασης που θα βγάλει το μάθημα από τη πορεία του …«Γολγοθά» στην οποία πορεύεται τα τελευταία χρόνια. Φυσικά, στην εν λόγω Επιτροπή θα μπορούσαν – και πρέπει, κατά τη γνώμη μας - να συμμετάσχουν εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά (γιατί όχι;) και εκπρόσωποι των άλλων χριστιανικών ομολογιών (δηλ. του Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού) και θρησκειών (του Ιουδαϊσμού και Μουσουλμανισμού).

Βεβαίως, μέχρι να συμβεί αυτό, θα πρέπει να υπάρξει πρόνοια για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που είναι πιθανό να δημιουργήσει σε πρακτικό επίπεδο η εγκύκλιος για την απαλλαγή από το μάθημα. Αυτή τη στιγμή, εν όψει της νέας σχολικής χρονιάς, ο κλάδος των 4.000 υπηρετούντων Θεολόγων ευρίσκεται σε αναστάτωση και αγωνία καθώς η δυνατότητα της απαλλαγής απειλεί να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα στην (ήδη προβληματική!) συμπλήρωση ωραρίου για τον κλάδο (ΠΕ 01).

ΡΥΘΜΙΣΗ

Το υπουργείο οφείλει να λάβει υπ’ όψιν του τη σχολική πραγματικότητα και την ψυχολογία «αποφόρτισης» που αναπτύσσεται σε παρόμοιες περιπτώσεις σε μαθητές και γονείς, τη στιγμή μάλιστα που σε ένα εξετασιοκεντρικό σύστημα, όπως το δικό μας, στις λυκειακές ειδικά τάξεις το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, με αποτέλεσμα τα λοιπά μαθήματα να μπαίνουν τρόπον τινά στο περιθώριο. Ετσι είναι πιθανό πολλοί μαθητές, ειδικά στο Λύκειο, αφ’ ης στιγμής το θρησκευτικό μάθημα γίνεται επι της ουσίας προαιρετικό, να θελήσουν να έχουν δύο ώρες λιγότερες μάθημα την εβδομάδα.

Το υπ. Παιδείας έχει άραγε φροντίσει να αντιμετωπίσει μια πιθανή τέτοια εξέλιξη με παιδαγωγικούς όρους; Εχει, δηλαδή, μεριμνήσει για τις περιπτώσεις των ενδεχομένων μαζικών απαλλαγών να υπάρχει η ανάλογη αντικατάσταση του 2ώρου με ένα άλλο ανθρωπιστικής φύσης μάθημα, όπως π.χ. συμβαίνει σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης;

Σε χώρες όπως στη Γερμανία, Φινλανδία, Βέλγιο, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο, κ.α., έχει θεσπιθεί στη θέση του θρησκευτικού μαθήματος ένα εναλλακτικό μάθημα, όπως π.χ. Ηθική, Φιλοσοφία, κλπ., το οποίο είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν οι μαθητές που ζητούν απαλλαγή από τα Θρησκευτικά. Παρόμοια ρύθμιση, για λόγους εναρμόνισης με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, οφείλει, κατά τη γνώμη μας, να προωθήσει και το δικό μας υπ. Παιδείας, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα αιτήσεων απαλλαγής χάριν ευκολίας, από μαθητές, δηλαδή, που ενώ ουδένα «πρόβλημα συνείδησης» έχουν, απλώς θα θελήσουν μείωση των ωρών φοίτησής τους στο σχολείο για να «αποφορτισθούν» από μέρος των υποχρεώσεών τους. Ανάλογη ρύθμιση θα πρέπει, φυσικά, να υπάρξει και στα Δημοτικά σχολεία και για το θέμα της απασχόλησης των μαθητών, για τους οποίους οι γονείς θα ζητήσουν απαλλαγή, αλλά και για τη αντιμετώπιση του διδακτικού ωραρίου των δασκάλων.

Τέλος, οι ίδιοι οι θεολόγοι θα πρέπει να αντιληφθούν (-με) ότι για να συνεχίσει να έχει μέλλον ο κλάδος στην εκπαίδευση, θα πρέπει μαζί με τη μαρτυρία αγάπης τους για το μάθημα να εκδηλώσουν και τη διαμαρτυρία τους για τις αρνητικές εξελίξεις, οι οποίες ούτε πρωτοφανείς είναι, ούτε για τελευταίες μοιάζουν…

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΠΑΛ

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι τα τελευταία δύο χρόνια, από τη μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε στη Β/θμια τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση με τον ν. 3475/2006, στα προγράμματα διδασκαλίας των νεοϊδρυθέντων Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ), υπήρξαν μαθήματα γενικής παιδείας που βγήκαν κερδισμένα και μαθήματα που βγήκαν χαμένα. Ανάμεσα στα τελευταία συγκαταλέγεται (είχε κανείς αμφιβολία;..) και το θρησκευτικό μάθημα - και ιδού γιατί:

- Σην Α’ τάξη των ΕΠΑΛ. ενώ οι ώρες για τα μαθήματα της Ιστορίας (2 ώρες / βδομάδα), της Φυσικής (3), της Αλγεβρας (3) παραμένουν οι ίδιες με το Γενικό Λύκειο (ΓΕΛ) και στη Νεοελληνική Γλώσσα αυξάνονται (4 στο ΓΕΛ, 5 στο ΕΠΑΛ!), στα Θρησκευτικά μειώνονται (2 στο ΓΕΛ, 1 στο ΕΠΑΛ)…

- Στη Β’ τάξη των ΕΠΑΛ, τα Μαθηματικά έχουν περισσότερες ώρες (5) στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα απ’ ότι στα ΓΕΛ (4), όπως και η Φυσική (3 στο ΕΠΑΛ, 2 στα ΓΕΛ ), η Νεοελληνική Γλώσσα έχει τις ίδιες ώρες (2 στο ΓΕΛ, 2 στο ΕΠΑΛ), ενώ μειωμένες στο ΕΠΑΛ είναι οι ώρες διδασκαλίες στην Ιστορία (2 στο ΓΕΛ, 1 στο ΕΠΑΛ) και στα Θρησκευτικά (2 στα ΓΕΛ, 1 στο ΕΠΑΛ).

- Στη Γ’ τάξη των ΕΠΑΛ, τα Μαθηματικά και η Φυσική …ζούν και βασιλεύουν (με 5ωρο και 3ωρο, αντίστοιχα), η Νεοελληνική Γλώσσα συνεχίζει να υπάρχει (2ωρο), όπως και το μάθημα της Ιστορίας – έστω ως επιλεγόμενο (2ωρο). Τα Θρησκευτικά; Eξαφανίζονται!...

Φυσικά, η παραπάνω σύγκριση ουδεμία αντιπαράθεση επιδιώκει με τα άλλα μαθήματα και δη με τα μαθήματα θεωρητικής κατεύθυνσης (Ιστορία, Νεοελληνική Γλώσσα, κλπ.), στη συνάφεια των οποίων, εξ άλλου, ευρίσκεται και το μάθημα των Θρησκευτικών. Απλώς επιχειρεί να καταδείξει, με τη συγκριτική παράθεση αντικειμενικών δεδομένων, την συρρίκνωση που επιχειρείται στο θρησκευτικό μάθημα, στο επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

- Και για να’ χουμε συνολική εικόνα για το «ψαλίδισμα» που γίνεται στο ωρολόγιο πρόγραμμα για το θρησκευτικό μάθημα στο (ισότιμο με το ΓΕΛ, σ’ όλα τα’ άλλα πλην Θρησκευτικών…) ΕΠΑΛ, να πούμε ότι τα Θρησκευτικά στο ΓΕΛ έχουν σύνολο ωρών διδασκαλίας 5, ενώ στο ΕΠΑΛ μόλις 2 (ούτε τις μισές ώρες, δηλαδή. Με πρόχειρους υπολογισμούς προκύπτει ότι αν τα Θρησκευτικά είχαν 5 ώρες στο ΕΠΑΛ – όσες στο ΓΕΛ – θα υπήρχαν ακόμη 150 – 200 θέσεις για πλήρες ωράριο θεολόγων). Μετά απ’ όλα αυτά δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιες ειδικότητες καθηγητών μαθημάτων γενικής παιδείας (ξανα-) βγήκαν κερδισμένες και ποιες (ξανα-) βγήκαν χαμένες απ’ αυτήν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στο χώρο της Β/βάθμιας εκπαίδευσης…

* Είπαμε ότι οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις ούτε πρωτοφανείς είναι ούτε για το τέλος ενός εφιάλτη μοιάζουν, κι’ αυτό γιατί μόλις προχθές ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) καθηγητής κ. Θ. Βερέμης, μιλώντας στη «Καθημερινή» (7/8/08, σελ. 3) για την «αναγκαιότητα αναβάθμισης του Λυκείου στη προοπτική αποσύνδεσής του από τις εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ» (τις οποίες προτείνει να αναλάβουν τα ίδια τα πανεπιστήμια), έκανε λόγο για «μείωση των μαθημάτων στο Λύκειο». Και…δεν ξέρω γιατί, αλλά εμένα - στην αναφορά του κ. καθηγητού, περί μειώσεως των μαθημάτων - το μυαλό μου πήγε στα Θρησκευτικά…



* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM), καθηγητής Β/βάθμιας εκπ/σης (Γ/σιο Αρμενίου) και Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας (
http://theologylar.blogspot.com)

* ΑΡΘΡΟ στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" της Κυριακής (17/08/2008, σελ. 6)


Κυριακή, 3 Αυγούστου 2008

Θρησκευτικά: προαιρετικά, ή υποχρεωτικά;

Θρησκευτικά: προαιρετικά ή υποχρεωτικά;



Tων δρ. Ιωαν. Αγγελόπουλου
& Γεωργίου Παπαδόπουλου *



«Πιο εύκολη γίνεται η απαλλαγή των μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα ελληνικά σχολεία με απόφαση του υπουργείου Παιδείας. Κάτι που αναμένεται να προκαλέσει τις αντιδράσεις εκκλησιαστικών κύκλων, που κάνουν λόγο για προαιρετική διδασκαλία των Θρησκευτικών» (Καθημερινή 31.7.2008). Πληροφορηθήκαμε από τα Μέσα Ενημερώσεως για την νέα εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με τη διδασκαλία των μαθητών στο μάθημα των θρησκευτικών. Έκπληξη μας προξένησε και η απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου και το σκεπτικό της εγκυκλίου. Γι’ αυτό θέλουμε να καταγράψουμε κάποιες σκέψεις επί του θέματος.

1. Παγία θέση του Υπουργείου Παιδείας ήταν η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών να ισχύει για τους μαθητές που ήταν αλλόθρησκοι και αλλόδοξοι. Αυτό ίσχυε μέχρι σήμερα με βάση την εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ (61723/Γ2/13.6.2002), γνωστή ως «εγκύκλιο Γκεσούλη» (ήταν ο αρμόδιος υφυπουργός τότε). Σύμφωνα με αυτή μαθητές αλλόδοξοι ή αλλόθρησκοι (και όχι μόνο), πάντοτε με αίτησή τους και όχι αυτεπάγγελτα, είχαν δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών. Η εμπειρία πολλών συναδέλφων μας από τα σχολεία μας βεβαιώνει ότι πολλοί αλλόθρησκοι ή αλλόδοξοι ή και άθεοι (κατά δήλωσή τους) μαθητές παρακολουθούσαν το μάθημα των θρησκευτικών, και συμμετείχαν ενεργώς και με ενδιαφέρον σε αυτό, χωρίς να κάνουν χρήση αυτού του δικαιώματος της απαλλαγής. Τι εξυπηρετεί, λοιπόν, η νέα εγκύκλιος;

2. Σε παλαιότερη γνωμοδοτική πρόταση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί Σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος για τον διορισμό και ετεροδόξων δασκάλων στα δημοτικά σχολεία(1) αναφερόταν ότι εάν το μάθημα των θρησκευτικών είχε θρησκειολογικό χαρακτήρα δεν θα μπορούσαν να τύχουν απαλλαγής οι μαθητές, θα ήταν δηλ. απολύτως υποχρεωτικό. Η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών εσφαλμένα θεωρείται ως προστασία της συνειδήσεως και της ανεξιθρησκίας των μαθητών. Αυτό συμβαίνει επειδή στο μυαλό πολλών ανθρώπων, λανθασμένα, ταυτίζεται το μάθημα των θρησκευτικών με την εκκλησιαστική κατήχηση που γίνεται στις ενορίες. Το μάθημα των θρησκευτικών είναι μάθημα ενταγμένο στο πλαίσιο του ελληνικού σχολείου και εκπληρώνει παιδαγωγικούς και όχι εκκλησιαστικούς σκοπούς. Η ελληνική κοινωνία, μέσω των εκπροσώπων της, που νομοθετούν, επιθυμεί να διδάσκονται τα παιδιά, ανάμεσα στα άλλα γνωστικά αντικείμενα και το φαινόμενο της θρησκείας, με ιδιαίτερη βαρύτητα στη θρησκευτική παράδοση της χώρας, δηλ. στα δόγματα και στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι σκοποί της παιδείας γενικώς και του μαθήματος ειδικότερα είναι γνωσιολογικοί: να γνωρίσουν οι μαθητές, όχι να πιστέψουν ή να ενταχθούν σε μία θρησκευτική κοινότητα. Αντιγράφουμε από την ισχύουσα νομοθεσία: Στον βασικό νόμο για την παιδεία (Ν. 1566/1985, άρθρο 1) αναγράφεται επί λέξει: η εκπαίδευση υποβοηθεί τους μαθητές να «γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη». (Πως επιβεβαιώνεται από την παρούσα εγκύκλιο του αρμόδιου οργάνου της Πολιτείας ο σεβασμός και η προσήλωσή της στο δικό της Νόμο;). Η υλοποίηση αυτού του στόχου γίνεται με τις Οδηγίες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για το μάθημα των θρησκευτικών, όπου διαβάζουμε: «Σκοπός του μαθήματος της ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι: 1) Να ενημερωθούν οι μαθητές για την υφή του θρησκευτικού φαινομένου. 2) Να γνωρίσουν ιδιαίτερα το Χριστιανισμό, κατεξοχήν την Ορθοδοξία, και να τοποθετηθούν υπεύθυνα. 3) Να αξιοποιήσουν την προσφορά του μαθήματος, ώστε να συνειδητοποιήσουν τη δύναμη του λυτρωτικού μηνύματος του Ευαγγελίου και να καλλιεργήσουν το ήθος και την προσωπικότητά τους, να ευαισθητοποιηθούν απέναντι στο σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και να βοηθηθούν να πάρουν έμπρακτα θέση» (2). Μάλιστα, μεταξύ των «βασικών κριτηρίων για την παρουσίαση της διδακτικής ύλης» αναγράφονται: «Απαιτούμενη στάση απέναντι στους αλλόπιστους, τους ετερόδοξους, τις προβληματικές η αντίθετες ιδεολογίες και αντίστοιχα κινήματα: Έγκυρη ενημέρωση, ανάλυση, ερμηνεία. Συμπαράθεση απόψεων (αμερόληπτη και αντικειμενική). Τεκμηριωμένη, ακριβοδίκαιη, εποικοδομητική και νηφάλια κριτική (και αυτοκριτική). Σεβασμός των εκπροσώπων τους. Αγωγή για μαρτυρία και ομολογία η διάλογο (όπου αυτός είναι δυνατός), καθώς και για άμυνα (όπου είναι αναπόφευκτο). Αποφυγή προσβλητικών χαρακτηρισμών, υποτίμησης, περιφρόνησης, γελοιοποίησης, πολεμικής και φανατικής αντίθεσης» (3).

3. Είναι ενδιαφέρον ότι στη Γαλλία, στην οποία δεν διδάσκεται πάνω από 100 χρόνια ειδικό μάθημα θρησκευτικών, ο διανοητής Ρεζίς Ντεμπρέ εισηγείται την επαναφορά της συστηματικής διδασκαλίας του θρησκευτικού φαινομένου, το οποίο κατ’ αυτόν συνδέεται με τον πολιτισμό, την τέχνη και τα γράμματα, μέσα από τα συναφή μαθήματα του γαλλικού σχολείου(4). Και στη χώρα μας ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης υποστηρίζει με άρθρο του την υποχρεωτική διδασκαλία των θρησκευτικών: «το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να είναι υποχρεωτικό για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον: Αν η παιδεία έχει σαν σκοπό την ανάπτυξη, όχι μόνο της διανοητικής και σωματικής αλλά και της πνευματικής διάστασης του ανθρώπου, τα θρησκευτικά, όταν διδάσκονται σωστά, οδηγούν σε βασικούς, πανανθρώπινους προβληματισμούς που το μονοδιάστατα ρασιοναλιστικό/λογοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το άκρατα υλιστικό/καταναλωτικό κοινωνικό πλαίσιο τείνουν να εξαφανίσουν. Δεύτερον, η ορθόδοξη πίστη και εκκλησία αποτελεί μια βασική διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας. Γι' αυτόν τον λόγο ανεξάρτητα με το αν κανείς πιστεύει η όχι, η γνώση των βασικών ουσιαστικών στοιχείων της Ορθοδοξίας, της ιστορικής εξέλιξης της εκκλησίας και του ρόλου που αυτή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για να καταλάβουμε ποιοί είμαστε και πως λειτουργούμε στον χώρο και χρόνο. Η ιδέα πως για τους Έλληνες που δεν πιστεύουν, το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να είναι προαιρετικό, είναι τόσο απαράδεκτη όσο η αντίληψη πως οι μαθητές με αναρχικά πολιτικά φρονήματα, επειδή δεν πιστεύουν στην κρατική εξουσία δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να μελετήσουν τη συγκρότηση και εξέλιξη του ελληνικού κράτους - έθνους» (5). Εάν, μάλιστα, διαβάσει κάποιος τις απόψεις περί του πολιτιστικού και βιβλικού χαρακτήρος του μαθήματος των θρησκευτικών(6) τότε θα συμφωνήσει ότι το μάθημα των θρησκευτικών με τις πολλαπλές διαστάσεις, που έχει ήδη και με τον σύγχρονο τρόπο διδασκαλίας του, θα πρέπει να παραμείνει στο ελληνικό σχολείο υποχρεωτικό, όπως τουλάχιστον τα μαθήματα της ιστορίας και της κοινωνικής και πολιτικής αγωγής.

4. Ακόμη, η νέα εγκύκλιος φαίνεται να αγνοεί τη σχολική πραγματικότητα και την ψυχολογία μαθητών και γονέων. Ποιός μαθητής, ιδίως στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, δεν θα ήθελε να έχει δύο ώρες λιγώτερο μάθημα την εβδομάδα; Εάν βλέπαμε το θέμα από παιδαγωγικής απόψεως θα έπρεπε στην περίπτωση απαλλαγής από ένα μάθημα να βάζαμε στη θέση του ένα άλλο· να υπήρχε αντικατάσταση και όχι απαλλαγή. Για λόγους εναρμόνισης με τα Ευρωπαϊκά δεδομένα δεν πρέπει να βλέπουμε τι κάνουν άλλες χώρες (π.χ. Φινλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Γερμανία, Πορτογαλία, Ισπανία), με παρόμοιο σύστημα εκπαίδευσης; Θα δούμε λοιπόν ότι οι χώρες αυτές έχουν θεσπίσει στη θέση του μαθήματος των «Θρησκευτικών» (όποιας μορφής και περιεχομένου) εναλλακτικό μάθημα (Ηθική, Φιλοσοφία, Κοινωνική Παιδεία κ.λπ.) υποχρεωτικό για όσους μαθητές ζητήσουν απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών(7). Εδώ όμως δεν υπάρχει ανάλογη νομοθετική ρύθμιση, γεγονός που θα αποθάρρυνε τους μαθητές εκείνους, οι οποίοι (χωρίς να έχουν αληθινό πρόβλημα συνείδησης) και μόνο χάριν ευκολίας θα ζητούσαν την απαλλαγή τους από το μάθημα των θρησκευτικών.

5. Επί πλέον, με την εγκύκλιό του αυτή το Υπουργείο εισάγει έναν ανοίκειο διαχωρισμό ανάμεσα στα διδασκόμενα μαθήματα (όλα υποχρεωτικά και ένα μόνον προαιρετικό) και υποβαθμίζει τη θέση των θεολόγων καθηγητών. Δημιουργεί καθηγητές και μαθήματα δύο ταχυτήτων. Ασφαλώς και σήμερα υπάρχουν στο εκπαιδευτικό σύστημα (Γυμνάσιο-Λύκειο) επιλεγόμενα μαθήματα. Η δυνατότητα, όμως, επιλογής τους (π.χ. β’ ξένη γλώσσα) δεν υποβαθμίζει τον ρόλο κάποιας ειδικότητας, ούτε ελαφρύνει το πρόγραμμα των μαθητών, αφού και αυτά (πλην συγκεκριμένων π.χ. Η/Υ) είναι υποχρεωτικά τόσο στην παρακολούθηση όσο και στην εξέταση-βαθμολόγηση. Εάν κατά το επόμενο σχολικό έτος σημειωθούν μαζικές απαλλαγές μαθητών, α) πως θα απασχολούνται αυτοί κατά τη διάρκεια του σχολικού προγράμματος (το πρόβλημα θα είναι έντονο, ιδιαίτερα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και είναι θέμα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι διευθυντές των σχολείων και των δύο βαθμίδων Εκπαίδευσης) και β) ποιό θα είναι το εργασιακό παρόν και μέλλον 4.000 θεολόγων - καθηγητών (οι οποίοι είναι απόφοιτοι δημόσιου Πανεπιστημίου, διορίστηκαν και μισθοδοτούνται από το δημόσιο και υπηρετούν τις αρχές-αξίες του εκπαιδευτικού συστήματος, εφαρμόζοντας τους Νόμους του Κράτους);

6. Μία τελευταία επισήμανση: Ενώ η Ελληνική Πολιτεία επανειλημμένως αρνείται να συμμορφωθεί με αποφάσεις ελληνικών η ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, οι οποίες δικαιώνουν φυσικά πρόσωπα η φορείς (έπειτα από προσφυγή τους για ποικίλα ζητήματα), σπεύδει να υιοθετήσει μία απλή σύσταση της Αρχής του Συνηγόρου του Πολίτη, δημιουργώντας ποικίλα προβλήματα, με την αλλαγή του λεκτικού σε ένα γραφειοκρατικής υπόθεσης έγγραφο. Θεωρούμε πως η κίνηση αυτή έγινε χωρίς σοβαρή σκέψη και ερήμην της εκπαιδευτικής κοινότητας (και των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης), καθώς αυτή θα κληθεί πρώτη και εντελώς ακάλυπτη να αντιμετωπίσει τα λειτουργικά – και όχι μόνο - προβλήματα.

Υποσημειώσεις:

[1] Βλ. προχείρως Τα Νέα 30.11.2002, Το Βήμα 8.12.2002.
2 Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Οδηγίες για τη διδακτέα ύλη και τη διδασκαλία των μαθημάτων στο Γυμνάσιο και στο Ενιαίο Λύκειο κατά το σχολικό έτος 2002-2003, τεύχος Γ´ (Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β., 2002), σ. 14.
3 Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, όπου παραπάνω, σ. 15.
4 Βλ. Ρεζίς Ντεμπρέ, Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο (Αθήνα: Εστία, 2004).
5 Νίκου Μουζέλη, «Η διδασκαλία των θρησκευμάτων», Το Βήμα 16.10.1995.
6 Βλ. Σταύρου Ζουμπουλάκη, «Τα Θρησκευτικά ως βιβλικό μάθημα», Θρησκευτική παιδεία και σύγχρονη κοινωνία (Αθήνα: Εν πλω, 2006), σσ. 233-249. Παντελή Καλαϊτζίδη, «Τα Θρησκευτικὰ ως πολιτιστικὸ μάθημα», Σύναξη 74/2000, σσ. 69-83.
7Βλ. Δημητρίου Βογιατζή, «Θρησκευτικών απολογία» Κοινωνία 45 (2002), σ. 352.


* Ο κ. Ιωάννης Αγγελόπουλος είναι δρ. Θεολογίας, διευθυντής Λυκείου και ο κ. Γεώργιος Παπαδόπουλος θεολόγος & φιλόλογος καθηγητής. Το άρθρο τους δημοσιεύθηκε στην εφημ. "Ημερήσιος Κήρυκας"Λάρισας (10/08/2008, σελ. 30)

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

O ..."Γολγοθάς" των Θρησκευτικών


ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΥΠΕΠΘ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΤΗΝ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

ΜΕ ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑ ΕΞΗΓΗΣΗ!...


Ο ..."Γολγοθάς" των

Θρησκευτικών συνεχίζεται...*

Τι υποστηρίζουν κορυφαίοι διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί για
την αναγκαιότητα υποχρεωτικής διδασκαλίας του μαθήματος


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

xaan@theo.auth.gr


Εξ αφορμής διαμαρτυρίας - κατατεθείσης με τη μορφή της επερωτήσεως - του ευρωβουλευτή κ. Μαν. Μαυρομμάτη, για το ενδεχόμενο της «αφαίρεσης του μαθήματος των Θρησκευτικών από τη διδακτική ύλη στα Ευρωπαϊκά Σχολεία» (στα οποία φοιτούν τα παιδιά υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις Βρυξέλλες, το Στρασβούργο, κλπ), ο τίτλος του σχετικού άρθρου μας στην «Ελευθερία» (25/4/2008, σελ. 6) ήταν ενδεικτικός, όσο και σημειολογικός, καθώς συνέπεσε με τη Μεγ. Παρασκευή: «Ο …«Γολγοθάς» των Θρησκευτικών».


Ένα τρίμηνο μετά και δη μεσούντος του θέρους, οι εξελίξεις – και μάλιστα αυτή τη φορά εντός έδρας, δηλ. εν Ελλάδι – μαρτυρούν ότι εκείνος ο τίτλος υπήρξε και «προφητικός»….Με εγκύκλιο, λοιπόν, του υπ. Παιδείας (και Θρησκευμάτων – μη ξεχνιώματε…), ο οιοσδήποτε μαθητής (ημεδαπός, αλλοδαπός, αλλόθρησκος, ετερόδοξος, ή – και – ορθόδοξος!..) με μια απλή δήλωσή του (ή του γονέα σε περίπτωση που ο μαθητής είναι ανήλικος) απαλλάσσεται από το μάθημα των Θρησκευτικών - το οποίο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά, μετατρέπεται σε προαιρετικό!.

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την εγκύκλιο που έστειλε τις προηγούμενες ημέρες το υπουργείο στα σχολεία και στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, οι γονείς που επιθυμούν να μην παρακολουθούν τα παιδιά τους το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ με τη σχετική εγκύκλιο του 2005 – επί υπουργίας Μαρ. Γιαννάκου - θα έπρεπε να αναφέρουν σε υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκουν, τώρα, τρία χρόνια μετά, για την αιτούμενη απαλλαγή …απαλλάσσονται πάσης εξηγήσεως, αφού τώρα οι γονείς (ή οι μαθητές, αν είναι ενήλικοι) θα «μπορούν να δηλώνουν εγγράφως την επιθυμία τους για απαλλαγή από τα Θρησκευτικά χωρίς να υποχρεούνται σε καμία περαιτέρω εξήγηση ή διευκρίνιση».

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις αυτές ο «Συνήγορος του Πολίτη» επιχαίρει ιδιαίτερα για το γεγονός ότι θα μπορούν να απαλλάσσονται από το θρησκευτικό μάθημα ακόμη και ορθόδοξοι μαθητές, υποστηρίζοντας ότι «η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει και τη δυνατότητα αποχής ακόμη και ενός ορθόδοξου μαθητή, από τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση» και πως «η άσκηση του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών δεν μπορεί να συνοδεύεται από αξίωση αποκάλυψης, έστω και αρνητικής, των θρησκευτικών πεποιθήσεων». Μάλιστα, ο «Συνήγορος» επικαλείται και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έκρινε «αθέμιτη την αξίωση γνωστοποίησης πεποιθήσεων ως προϋπόθεση άσκησης δικαιώματος».

Είναι προφανές ότι οι υποστηρικτές της απαλλαγής των μαθητών απ’ τα Θρησκευτικά δεν τα θεωρούν μάθημα που προσφέρει γνώσεις, αλλά θρησκευτική κατήχηση, βιωματικού χαρακτήρα, όπως ακριβώς υποστήριζε, εν έτει 1998, και ο τότε υπ. Παιδείας κ. Π. Ευθυμίου «εξοστρακίζοντας» τα Θρησκευτικά από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα για τους υποψηφίους των ΑΕΙ. Βεβαίως τα πράγματα ούτε ήταν (επί Ευθυμίου), ούτε είναι (επί Στυλιανίδη), όπως παρουσιάζονται, ότι δηλ. τα σημερινά Θρησκευτικά είναι «καθαρά ομολογιακά», «μονοφωνικά», έχουν «κατηχητικό προσανατολισμό», κ.τ.λ. Τα νέα βιβλία των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο έχουν αξιολογηθεί θετικά από τη συντριπτική πλειοψηφία του επιστημονικού κόσμου ότι εισάγουν τον μαθητή σ’ ένα δημιουργικό άνοιγμα στο πολυπολιτισμικό κόσμο, έχοντας φυσικά ως επίκεντρο διδασκαλίας τον Χριστιανισμό, την ιστορία και τη διδασκαλία του, τα μνημεία του πολιτισμού της ελληνορθόδοξης παράδοσης και της συνολικής Ορθοδοξίας. Χωρίς φυσικά να λείπουν και οι αναφορές στ’ άλλα θρησκεύματα. Και εδώ δεν θ’ αναφερθούμε μόνο στο βιβλίο της Β’ Λυκείου, που κάνει με σεβασμό αναφορά σ’ όλα τα θρησκεύματα, αλλά και στο νέο βιβλίο των Θρησκευτικών της ΣΤ’ Δημοτικού («Αναζητώντας την αλήθεια στη ζωή μας»), στο οποίο για πρώτη φορά περιέχεται θρησκειολογική ύλη.

Πρόκειται, όπως γράψαμε και σε άρθρο μας στην αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα» (29/3/2007, σελ. 10), για ένα αξιολογότατο, καλογραμμένο βιβλίο με πλούσια διδακτική θρησκευτική ύλη, η οποία, έχει, βεβαίως, στο επίκεντρο την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία και πίστη, αλλά - για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά χρονικά της δημοτικής εκπαίδευσης - επεκτείνεται και στη παράθεση βασικών στοιχείων των άλλων χριστιανικών ομολογιών, δηλαδή του Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού, καθώς και των άλλων δύο μονοθεϊστικών θρησκειών, ήτοι του Ιουδαϊσμού και του Μουσουλμανισμού. Εχει, δηλαδή, το νέο βιβλίο της ΣΤ’ δημοτικού – για πρώτη φορά – διαχριστιανικό και, ευρύτερα, θρησκειολογικό περιεχόμενο. Δεν θεωρούνται, άραγε, όλα αυτά – η ιστορία, ο πολιτισμός, οι αξίες και τα πιστεύω του Χριστιανισμού και των άλλων θρησκειών - αντικείμενα «γνωσιολογικής» ύλης τα οποία θα πρέπει να γίνουν κτήμα, όχι μόνο ορθοδόξων, αλλά απάντων των μαθητών;

Ας δούμε τι λέγουν, τι απαντούν επί του θέματος δύο κορυφαίοι Ελληνες διανοούμενοι, ο καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πάντειο παν/μιο Χρήστος Γιανναράς και ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο LSE (London School of Econimics) Nίκος Μουζέλης.

* Ο Χρήστος Γιανναράς, συστηματοποιώντας τις απόψεις του για την «εκκλησιαστική ορθοδοξία ως κεντρικού άξονα πολιτιστικής και κοινωνικής συνοχής των Ελλήνων», (βλ. «Ιχνηλασία νοήματος, Πολιτική, Κοινωνία και Παιδεία στην Ελλάδα σήμερα», εκδ. Λιβάνη, 1998), θεωρεί ότι το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιβαίνει στο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών από το κράτος. Όπως ακριβώς πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο ο πολιτισμός και η μεταφυσική μήτρα που γέννησε τον Παρθενώνα και την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, παρόμοια, δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να αγνοεί ποια θεολογία γέννησε την Αγία Σοφία, την εικόνα, την ποίηση και τη λατρευτική δραματουργία της Ορθοδοξίας που προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον και στις μέρες μας. Η πολιτεία δεν απαιτεί σαφώς από τον μαθητή να αποδεχθεί βιωματικά τον μεταφυσικό άξονα των αρχαίων Ελλήνων ή την ορθόδοξη θεολογία. Θα του απαιτήσει όμως, επισημαίνει ο κ. Γιανναράς, τις επαρκείς γνώσεις για την κατανόηση των επιτευγμάτων και προτάσεων του πολιτισμού των Ελλήνων».

* Αν η παιδεία έχει σαν σκοπό την ανάπτυξη, όχι μόνο της διανοητικής και σωματικής, αλλά και της πνευματικής διαστάσεως του ανθρώπου, τα Θρησκευτικά, όταν διδάσκονται σωστά, οδηγούν σε παναθρώπινους προβληματισμούς που το μονοδιάστατο ρασιοναλιστικό – λογοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το άκρατα υλικό καταναλωτικό κοινωνικό πλαίσιο τείνουν να εξαφανίσουν, γράφει σε άρθρο του («Βήμα», 16/10/1995) ο Νίκος Μουζέλης, και προσθέτει με λόγο μεστό και καθάριο: «Η ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία αποτελούν μια βασική διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας. Για αυτόν τον λόγο, ανεξάρτητα με το αν κανείς πιστεύει ή όχι, η γνώση των συστατικών στοιχείων της Ορθόδοξιας, της ιστορικής εξέλιξης της Εκκλησίας και του ρόλου που αυτή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για να καταλάβουμε πως λειτουργούμε στο χώρο και στον χρόνο» για να καταλήξει με την άκρως λογική τοποθέτηση ότι: «Η ιδέα πως για τους Ελληνες που δεν πιστεύουν, το μάθημα των Θρησκευτικών θα πρέπει να είναι προαιρετικό, είναι τόσο απαράδεκτη, όσο η αντίληψη πως οι μαθητές με αναρχικά πολιτικά φρονήματα, επειδή δεν πιστεύουν στην κρατική εξουσία, δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να μελετήσουν τη συγκρότηση και την εξέλιξη του ελληνικού κράτους – έθνους».

- Kλείνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι οι επιδιώκοντες να «εκπαραθυρώσουν» το θρησκευτικό μάθημα παραβλέπουν την παιδαγωγική αξία του. Η σχολική θρησκευτική αγωγή, ναι μεν έχει εν μέρει βιωματικό, αλλά έχει κατά βάση και κυρίαρχα γνωσιολογικό χαρακτήρα, αφού αποβλέπει στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο γενικότερα, και ειδικότερα στη κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επιμέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και για τις επιδράσεις του θρησκευτικού πιστεύω στα μνημεία του πολιτισμού. Η ένταξη του μαθήματος των Θρησκευτικών στο σχολικό πρόγραμμα είναι δικαιωμένη για λόγους καθαρά παιδαγωγικούς. Κι αυτό γιατί ο γνωσιολογικός χαρακτήρας του μαθήματος ικανοποιεί και τα τρία κριτήρια, που καθορίζουν την παιδαγωγική δικαίωση της διδασκαλίας ενός μαθήματος στο σχολείο. Συγκεκριμένα, εμπεριέχει ένα μοναδικό τρόπο σκέψης και αντίληψης, που είναι αξιόλογος ώστε ο μαθητής να κατανοεί το περιβάλλον του. Συμβάλλει στη διεύρυνση και εμβάθυνση της γνωστικής του προοπτικής κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο, που συνεισφέρει στη συνολική του ανάπτυξη ως προσώπου, και επίσης είναι δυνατόν να διδάσκεται με τρόπους που διασφαλίζουν τη κατανόησή του από το μαθητή και τον ενθαρρύνουν να συμμετέχει ενεργά και κριτικά στο μάθημα (Διδακτική των Θρησκευτικών, Βασιλόπουλος Χρ., εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νικη, 2002). Ασφαλώς, το σχολικό θρησκευτικό μάθημα για να χαρακτηρίζεται ως μορφωτικό αγαθό πρέπει να πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις σε όσο γίνεται μεγαλύτερο βαθμό και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του σήμερα, όπως άλλωστε πρέπει να συμβαίνει και με τα άλλα μαθήματα. Τα τελευταία χρόνια το θρησκευτικό μάθημα έχει κάνει πολλές προόδους, έχει βελτιώσει πολύ το περιεχόμενό του, τις μεθόδους διδασκαλίας του (χρήση υπολογιστή, αξιοποίηση internet, κλπ), έχει έλθει - όπως και η επιστήμη της Θεολογίας - πολύ πιο κοντά στη κοινωνία και τις ανάγκες της. Υπάρχει - και πρέπει να παραμείνει χωρίς «εκπτώσεις» - στο ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου ως μορφωτικό αγαθό ιδιαίτερης παιδευτικής αξίας, που – ειδικά στους ταραγμένους καιρούς που βιώνουμε - το’ χουν ανάγκη, για τη ψυχική τους ωφέλεια, οι μαθητές μας, τα παιδιά μας.


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπ/σης (Γ/σιο – Λύκειο) Αρμενίου, Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας.

* Α
ρθρο στην "Ελευθερία" της Κυριακής (3/8/2008, σελ. 11)

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Ενισχυμένο το Φανάρι

ΠΩΣ ΟΙ ΕΠΙΔΕΞΙΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΟΣΧΑΣ ΝΑ ΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗ...


Κραταιός και δυναμωμένος


o Οικουμενικός Πατριάρχης *



* Πρώτος στόχος του κ. Βαρθολομαίου η εξάλειψη του σχίσματος στην ουκρανική Εκκλησία * Θα επιμείνει στο αίτημα για εκκλησιαστική χειραφέτηση από τη Ρωσία ο πρόεδρος Βίκτωρ Γιούσενκο



Του Χάρη Ανδρεόπουλου *
xaan@theo.auth.gr


Κραταιή και αδιαμφισβήτητη, ως πρωτόθρονη Εκκλησία και συντονιστικό κέντρο της Ορθοδοξίας, αναδείχθηκε η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, στη κρίσιμη «αναμέτρηση» με την Εκκλησία της Ρωσίας και μάλιστα «εκτός έδρας», στη διάρκεια των γιορταστικών εκδηλώσεων του περασμένου Σαββατοκύριακου στο Κίεβο της Ουκρανίας, για την επέτειο των 1.020 χρόνων από τον εκχριστιανισμό των Ρως, εκ των οποίων έλκουν τη καταγωγή τους οι ουκρανοί και οι ρώσοι.

Με επιδέξιες κινήσεις που μαρτυρούν την διαχρονική αξία και αποτελεσματικότητα της φαναριώτικης διπλωματίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος έφερε τον Πατριάρχη Μόσχας όχι απλά σε θέσης άμυνας, αλλά τον ανάγκασε να τραπεί σε οπισθοχώρηση! Καθώς ο κ. Αλέξιος όχι μόνο αντικατέστησε τις απειλές του, της περασμένης εβδομάδος, περί σχίσματος, με ασπασμούς αγάπης και εγκώμια για το πρόσωπο του κ. Βαρθολομαίου, αλλά ανακοίνωσε ότι προτίθεται να λάβει μέρος στη πανορθόδοξη σύναξη κορυφής προκαθημένων των Πατριαρχείων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών που συγκαλεί το Φανάρι στη Κωνσταντινούπολη, τον ερχόμενο Οκτώβριο, ενώ προ μηνός οι εκπρόσωποί του (προφανώς με δική του εντολή) τα «είχαν βροντήξει» από τη σχετική προπαρασκευαστική σύσκεψη στη Ρόδο, επειδή συμμετείχαν σ’ αυτή και αντιπρόσωποι της αυτόνομης Εσθονικής Εκκλησίας. Και οι οποίοι προφανώς θα συμμετάσχουν στη επικείμενη σύσκεψη κορυφής, στο Φανάρι. Αλλά, ως φαίνεται, αυτό δεν ενοχλεί πλέον τη Μόσχα...

Τι άλλαξε; Επι της ουσίας τίποτα. Απλώς φαίνεται ότι ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Αλέξιος αποφάσισε να αφήσει τους λεονταρισμούς και να «πιεί το πικρό ποτήρι» της ανεξαρτητοποίησης της Εκκλησίας της Εσθονίας, κερδίζοντας χρόνο από μια άλλη, επί θύραις, ανεξαρτητοποίηση, αυτή της ουκρανικής Εκκλησίας.

Μια ανεξαρτητοποίηση την οποία, όπως γράφαμε στην «Ε» της Κυριακής (27/7/08, σελ. 12), ο πρόεδρος της Ουκρανίας είναι σήμερα αποφασισμένος όσο ποτέ άλλοτε να προωθήσει. Αποσκοπώντας λοιπόν στην ίδρυση μιας εθνικής Εκκλησίας στη χώρα του ο Βίκτωρ Γιούσενκο ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη - απ’ τον οποίο και προσδοκά τη παραχώρηση της αυτοκεφαλίας - μίλησε προχθες στο Κίεβο χωρίς περιστροφές: «Πιστεύουμε πως ως δώρο Θεού, ως ιστορική αλήθεια και δικαιοσύνη, θα δημιουργηθεί μια εθνικά διοικούμενη Εκκλησία στην Ουκρανία», είπε και απευθυνόμενος στον κ. Βαρθολομαίο του έθεσε το αίτημα ευθέως: «Kαλώ την Παναγιότητά σας να ευλογήσει τα όνειρά μας για την αλήθεια, για την ελπίδα μας, για τη χώρα μας, για την Ουκρανία».

* Απαντώντας, ως « υπεράνω», ως πράγματι πρωτοκάθεδρος της Ορθοδοξίας υπό την ιδιότητα του προκαθημένου της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, του Οικουμενικού δηλ. Πατριαρχείου, ο κ. Βαθολομαίος ήταν πολύ προσεκτικός στην απάντησή του, οριοθετώντας την μάλιστα εντός εκκλησιολογικού πλαισίου και καλώντας κατ΄ αρχήν, τα διεστώτα εις ενότητα. Σαν να τους έλεγε: «Βρείτε τα, πρώτα μεταξύ σας, και μετά βλέπουμε αν θα μείνετε όπως είσθε, ή αν θα αποτελέσετε ανεξάρτητη Εκκλησία». Και, φυσικά, η ενωτικού χαρακτήρα προτροπή του απευθύνονταν σ’ όλες τις ομάδες, κανονικούς τε και σχισματικούς, καλώντας τους να κάνουν «μιαν νέαν αρχήν συνεπεστέρου εκκλησιαστικού βίου, ηνωμένοι ευχαριστιακώς πάντες οι Ορθόδοξοι, άνευ διχοστασιών και σχισμάτων, αληθεύοντας εν αγάπη προς αλλήλους, δια «να αυξήσωμεν εις Χριστόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή ημών» και να γίνομεν αφορμή μεγάλης χαράς εν ουρανώ....». Ενώ δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευχή οι επόμενες επετειακές εκδηλώσεις (που θα γίνουν μετά από 5ετία) να εορτασθούν «κοινώς υπό πάντων των Ορθοδόξων» και «εν ευσεβεί υποταγή, εις μιαν κανονικήν ιεραρχικήν δομήν, υπό ένα άγιο ποιμένα, εν μιά αγία τραπέζη, εν ενί ζωοποιώ ποτηρίω και εν μια ιερά μαρτυρίαν περί της εν ημίν ελπίδος, εις δόξαν Θεού και εις έπαινον του ονόματος της μεγάλης Ουκρανικής πατρίδος».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως Πρώτος Θρόνος στην Ορθόδοξη Εκκλησία,
έχοντας επωμισθεί με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων (καν. 3 της Β’, 9, 17 καί 28 της Δ’, 36 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου) καί με την μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, την εξαιρετική ευθύνη καί την οφειλετική αποστολή να μεριμνά για την προστασία της παραδεδομένης πίστεως και της κανονικής τάξεως, έκανε στη περίπτωση της δοκιμαζόμενης ουκρανικής Εκκλησίας το καθήκον του ενεργώντας τα δέοντα για να θεραπευθεί η διάσπαση του εκκλησιαστικού σώματος, για να αποκαταστασθεί η ενότητα του τριχοτομημένου (!) εκκλησιάσματος.

Φυσικά υπάρχει και το θέμα της χειραφέτησης της ουκρανικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας, την οποία επιδιώκει – και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να επιδιώκει - η πολιτική ηγεσία της χώρας, εκφράζοντας τη πλειοψηφία (έστω τη σχετική) του ουκρανικού λαού, όπως φάνηκε στις πρόσφατες (περυσινές) εκλογές, με την ήττα μέχρι τότε φιλορώσου πρωθυπουργού Βίκτορα Γιανούκοβις (ο οποίος υποστηρίζει τη παραμονή της ουκρανικής Εκκλησίας στη δικαιοδοσία της Ρωσικής και στέκεται στο πλευρό του πατριάρχη Αλεξίου) και την επάνοδο στην εξουσία της (όχι απλά δυτικόφιλης, αλλά αμερικανόφιλης) Γιούλια Τιμοσένκο (η οποία, όπως και ο πρόεδρος Γιούσενκο, επιθυμούν την ανεξαρτητοποίηση, υποστηρίζοντας παρασκηνιακά τον σχισματικό «πατριάρχη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας» Φιλάρετο).

Ποιά μπορεί να είναι η λύση; Ασφαλώς, έτοιμη απάντηση δεν μπορεί να υπάρξει, καθώς το ζήτημα είναι δυσυπόστατο: ξεκινάει από πολιτικό (επιδίωξη χειραφέτησης) και καταλήγει σε εκκλησιαστικό (εσωτερικό σχίσμα). Μια απόπειρα επίλυσης, τουλάχιστον από εκκλησιαστικής πλευράς, για να εξαλειφθεί το εσωτερικό σχίσμα (η – πολιτικής, κυρίως, διάστασης - ανεξαρτητοποίηση, αν γίνει, έπεται...), θα μπορούσε να γίνει στη διάρκεια της συγκληθησομένης τον ερχόμενο Οκτώβριο πανορθοδόξου συνάξεως προκαθημένων στο Φανάρι, η οποία μπορεί, κάλλιστα, λειτουργώντας και ως Μείζων και Υπερτελής Σύνοδος, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, (όπως έγινε και με το βουλγαρικό εκκλησιαστικό πρόβλημα, το 1998, το οποίο επίσης είχε – και – πολιτική διάσταση, βλ. «Ε», 27/7/08, σελ. 12) να δώσει μια συνοδική «θεραπευτική» λύση. Οπως αρμόζει στο πνεύμα και το ήθος της Εκκλησίας μας.


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης και παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM)

* Δημοσιεύθηκε στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 29/07/2008, σελ. 8

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

To ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα

ΚΙΕΒΟ: ΓΙΟΡΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ ΤΩΝ
ΡΩΣΩΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΛΙΜΑ!


Αντί για λιβάνι,

μυρίζει μπαρούτι… *



* Ψυχρός πόλεμος στην Ορθοδοξία * Γιατί αντιδρά ο Ρωσίας Αλέξιος στη παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη * Τι επιδιώκει ο Ουκρανός πρόεδρος Γιούσενκο για την Εκκλησία της χώρας του * Γιατί το «ουκρανικό» θυμίζει ...εκκλησιαστικό της Λάρισας



Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr



Ηλεκτρισμένη και ψυχροπολεμική, αντί για γιορτινή και ειρηνική ξημερώνει για την Ορθόδοξη Εκκλησία η σημερινή μέρα στο Κίεβο, τη πρωτεύουσα της Ουκρανίας, όπου πρόκειται να ...γιορτασθούν τα 1.020 χρόνια από τη βάπτιση των Ρως από τον πρίγκηπα Βλαδίμηρο. Αντί να βιώνει η Ορθοδοξία το εκκλησιαστικό γεγονός της ευχαριστιακής κοινωνίας και ενότητας και να δοξάζουν όλοι οι παρευρισκόμενοι εν πνεύματι αγάπης και ψυχικής ανάτασης την επέτειο του εκχριστιανισμού των Ρως - απ’ τους οποίους έλκουν τη καταγωγή οι ουκρανοί και οι ρώσοι - στην ουκρανική πρωτεύουσα αντί για λιβάνι μυρίζει μπαρούτι...

Τα ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών είναι ενδεικτικά του κλίματος: «Απειλή σχίσματος για την Ορθοδοξία», «Ιερό σχίσμα Φαναρίου – Μόσχας», «Μονομαχία Βαρθολομαίου – Αλεξίου στο Κίεβο», «Ψυχρός πόλεμος στην Ορθοδοξία» - και πάει λέγοντας... Γιατί, όμως; Φταίει το ότι θα παραστεί – και άρα θα προεξάρχει λόγω πρωτοκόλλου – ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος, «κλέβοντας τη παράσταση» απ’ τον έχοντα τα «πρωτεία» σε τοπικό επίπεδο, πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο; Είναι, δηλαδή, η κόντρα που ανέκυψε θέμα εκκλησιαστικής... εθιμοτυπίας, ή κρύβεται πίσω απ’ τα φαινόμενα κάτι άλλο, ουσιωδέστερο, που μπορεί να μην ανήκει στην εκκλησιαστική σφαίρα, αλλά στη πολιτική;

Η αλήθεια ευρίσκεται κάπου στη μέση: ο κ. Αλέξιος θα ήθελε να έχει σήμερα τον πρώτο ρόλο στις γιορταστικές θρησκευτικές εκδηλώσεις ώστε να καταδειχθεί όχι τόσο η εκκλησιαστική δικαιοδοσία και εξουσία του επί της κανονικής ουκρανικής Εκκλησίας (την οποία ούτε το Φανάρι, ούτε κάποιο άλλο ορθόδοξο Πατριαρχείο, ή Εκκλησία αμφισβητούν), αλλά να εμφανισθεί ως ο μόνος και εκκλησιαστικά κυρίαρχος των ορθοδόξων στην περιοχή, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να επιτύχει την υποβάθμιση του ρόλου και της επιρροής των σχισματικών ομάδων. Κι’ θα’ θελε να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, γιατί βλέπει ότι η πολιτική συγκυρία όχι μόνο δεν τον ευνοεί, αλλά όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο «επικίνδυνη» γι’ αυτόν και τα ευρύτερα ρωσικά (πολιτικά και εκκλησιαστικά) συμφέροντα στη περιοχή. Αρα το θέμα έχει και τη πολιτική του διάσταση, η οποία μάλιστα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως η σημαντικότερη στη σημερινή κρίση.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΑΠΟΛΑΚΤΙΣΜΟΥ»

Αποτελεί τα τελευταία χρόνια «κοινό μυστικό» ότι η δυτικόφιλη πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας και ειδικότερα ο πρόεδρος της χώρας κ. Βίκτωρ Γιούσενκο προχωρεί σε κινήσεις απογαλακτισμού από τη Ρωσία. Είναι ο άνθρωπος που όχι μόνο θέλει να εντάξει την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά, παράλληλα, προωθεί και την ανεξαρτητοποίηση και τον απογαλακτισμό της χώρας του από το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η προώθηση αυτής της πολιτικής απέκτησε εδώ κι’ ένα χρόνο μεγαλύτερη ταχύτητα, καθώς μετά την ήττα στις περυσινές εκλογές του φιλορώσου πρωθυπουργού Βίκτωρα Γιανούκοβιτς και την επάνοδο στη πρωθυπουργία της φιλοδυτικής Γιούλια Τιμοσένκο, εξουδετερώθηκε η κάθε - φιλορωσική - πολιτική επιρροή υπέρ της διατήρησης των εκκλησιαστικών δεσμών της Ουκρανίας με το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η σημερινή κυβέρνηση της Ουκρανίας, μετά την κρατική χειραφέτηση της χώρας από τη Ρωσία, ευνοεί και επιδιώκει και την εκκλησιαστική χειραφέτηση από το Πατριαρχείο της Μόσχας.

ΣΤΟΧΟΣ Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

Ο ουκρανός πρόεδρος φαίνεται σήμερα αποφασισμένος όσο ποτέ άλλοτε να στηρίξει την ίδρυση μιας ανεξάρτητης εθνικής Εκκλησίας, προσβλέποντας προς τούτο στον Οικουμενικό Πατριάρχη μετά του οποίου διατηρεί άριστες σχέσεις και καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι τον προσκάλεσε να προστεί στις σημερινές γιορτινές εκδηλώσεις. Αυτός ήταν ο λόγος που ο ίδιος ο πρόεδρος Γιούσενκο επισκέφθηκε επανειλημμένως το Φανάρι, αυτός είναι ο λόγος που ευνοεί τον (σχισματικό) «πατριάρχη» Φιλάρετο και την υπ’ αυτόν ένωση των Ορθοδόξων. Βεβαίως προσκλήσεις απηύθυνε ως «οικοδεσπότης» της τοπικής Εκκλησίας και ο Πατριάρχης της Ρωσίας και συγκεκριμένα στο Οικουμενικό και τα λοιπά Πατριαρχεία και τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες και ο «οικοδεσπότης», ζητώντας να παρευρεθούν όχι οι προκαθήμενοι αλλά «αντιπροσωπείες» των Πατριαρχείων και των Εκκλησιών, θέλοντας πάση θυσία να αποφύγει τη παρουσία των προκαθημένων των Πατριαρχείων Κων/λεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, που αν παρευρίσκονταν και επειδή είναι αρχαιότεροί του στη επετηρίδα («Δίπτυχα») θα του δημιουργούσαν πρόβλημα στο να προεξάρχει ο ίδιος της τελεσθησομένης πανηγυρικής θείας λειτουργίας και των λοιπών γιορταστικών εκδηλώσεων. Κι’ αυτός είναι ο λόγος της σφοδρής αντίδρασης για την προαναγγελθείσα παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη, η απώλεια της «πρωτοκαθεδρίας», η οποία σε σημειολογικό επίπεδο λέει πολλά. Τώρα, οι καταγγελίες και τα κατηγορώ της ρωσικής πλευράς, ότι ο οικουμενικός πατριάρχης προτίθεται τάχα να συμπροσευχηθεί κλπ. με τους ηγέτες των σχισματικών ομάδων, αποτελούν, προφάσεις εν αμαρτίαις για τη πιθανολογούμενη απουσία του κ. Αλεξίου, καθώς, αφ’ ης στιγμής ο κ. Βαρθολομαίος ξεκαθάρισε ότι αναγνωρίζει ως κανονική μόνο την υπό την δικαιοδοσία του κ. Αλεξίου τελούσα ουκρανική Εκκλησία και κάλεσε μάλιστα τον ίδιο σε συλλείτουργο, κάτι τέτοιο αποκλείεται να συμβεί γιατί απλούστατα θα είναι σαν να εκθέτει τον εαυτό του και να εμφανίζεται ως αναξιόπιστος από μόνος του ο κ. Βαρθολομαίος.


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΦΙΣΣΑΣ…


Γι’ αυτό και ο οικουμενικός «επέστρεψε» στον Ρωσίας τις κατηγορίες ως «αβάσιμες και προκλητικές» - σε ένδειξη δε καλής θέλησης και εμμένοντας σε πνεύμα καταλλαγής τον ξανακάλεσε σε συλλείτουργο. Θα πάει; Θα συμμετάσχει στις γιορτινές εκδηλώσεις; Kύριος οίδε… Πάντως οι γιγαντοαφίσσες που έχουν αναρτηθεί στο Κίεβο με τις φωτογραφίες του κ. Αλεξίου και τον τίτλο «Καλωσορίζουμε τον δικό μας Πατριάρχη» δίνουν, ερμηνευτικά, θετική απάντηση. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι γιγαντοαφίσσες που έχουν αναρτηθεί και κερδίζουν τις εντυπώσεις σε επίπεδο προβολής είναι άλλες και συγκεκριμένα αυτές στις οποίες εικονίζεται ο πρόεδρος της Ουκρανίας κ. Βίκτωρ Γιούσενκο έχοντας δίπλα του τον οικουμενικό πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο…

Τώρα, πέραν της ως άνω περιγραφείσης πολιτικής διάστασης που έχει - ως μάχη εξουσίας - η κόντρα στο «ουκρανικό» ζήτημα, υπάρχει και η (ενδο-) εκκλησιαστική. Αυτή τη στιγμή η ουκρανική Εκκλησία εσωτερικά είναι βαθύτατα κλονισμένη.


ΘΥΜΙΖΕΙ …ΛΑΡΙΣΑ


Στους κόλπους της υφίσταται εν τοις πράγμασι ένα σχίσμα το οποίο, εν τινί μέτρω, θυμίζει και τη περίπτωση της Λάρισας, κατά τη περίοδο του 1990 – 1996, οπότε λόγω της πολύχρονης εκκλησιαστικής εκκρεμότητας στον οικείο θρόνο, ανάμεσα στον δικαιωθέντα από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ως μητροπολίτη Λαρίσης Θεολόγο (που εθεωρείτο ως ο «νόμιμος») και στους μητροπολίτες που όριζε η Ιερά Σύνοδος σαν τοποτηρητές (και εθεωρούντο ως οι «κανονικοί»), άλλοι ιερείς αναγνώριζαν - και μνημόνευαν στη θεία λειτουργία – τον Θεολόγο και άλλοι τον εκάστοτε τοποτηρητή, ενώ ανάλογος ήταν και ο διχασμός ανάμεσα στους πιστούς.

Να σημειωθεί ότι το θέμα της μνημόνευσης – συνεπώς, και, επί της ουσίας, της «αναγνώρισης» – αποτελεί κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα εξ επόψεως εκκλησιολογικής, καθώς κατά την ορθόδοξη θεολογία ο επίσκοπος λειτουργώντας, κατά τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, «εις τύπον και τόπον Χριστού» αποτελεί το κέντρο της ενότητας (centrum unitatis) των ορθοδόξων χριστιανών στις κατά τόπους Εκκλησίες. Και, φυσικά, δεν νοείται σε μια τοπική Εκκλησία να υπάρχουν, ως προεστοί, ως επικεφαλής, δύο Επίσκοποι. Καθώς, σύμφωνα και με την ευαγγελική επιταγή στην εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχουν πολλοί αρχηγοί, αλλ’ «εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι’ ού τα πάντα, και ημείς δι’ αυτού» (Α’ Κορ. 8, 6).
Αυτά, βεβαίως λέει το Ευαγγέλιο, αλλά, ως φαίνεται, σε αρκετές των περιπτώσεων, οι ευαγγελικές αυτές αναφορές, καίτοι απηχούν τον βαθύ πυρήνα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, θεωρούνται και εκλαμβάνονται από ορισμένους ως ...«ψιλά» γράμματα με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα σε τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες δυό και τρείς πατριάρχες ή μητροπολίτες στην ίδια έδρα. Οπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Ουκρανία.

ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ

Δυστυχώς, στην ουκρανική Εκκλησία αυτή τη στιγμή υπάρχουν, ως επικεφαλής, τρείς (!) αρχιερείς και τρία εκκλησιάσματα... Οι ορθόδοξοι στην Ουκρανία είναι χωρισμένοι σε τρεις ομάδες, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλη ένταση μεταξύ τους, παρά το ότι αντιμετωπίζουν το κοινό πρόβλημα της Ουνίας. Οι ομάδες αυτές είναι οι ακόλουθες:

* Η θεωρούμενη ως η κάπως μεγαλύτερη ομάδα είναι αυτή που ακολουθεί τον μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Βλαδίμηρο. Ανήκει εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο της Μόσχας και αναγνωρίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ως η μόνη κανονική Εκκλησία στην Ουκρανία. Διαθέτει 10.875 ενορίες και 9.072 κληρικούς.

* Η δεύτερη μεγάλη ομάδα (υποστηρίζεται ότι φθάνει στα 20 εκατομμύρια, σ’ ένα σύνολο 50 εκατομμυρίων κατοίκων της χώρας) χαρακτηρίζεται σχισματική και τελεί υπό τον «πατριάρχη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας» Φιλάρετο, ο οποίος ήταν μητροπολίτης του Πατριαρχείου της Μόσχας αλλά όταν εντάχθηκε στη σχισματική Εκκλησία καθαιρέθηκε. Διαθέτει 3.721 ενορίες και 2.816 κληρικούς.

* Υπάρχει και μια τρίτη, μικρότερη, ομάδα ορθοδόξων που αποτελούν την αυτοαποκαλούμενη «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξο Εκκλησία» και κυρίως είναι συγκεντρωμένοι στη Δυτική Ουκρανία. Και αυτή χαρακτηρίζεται σχισματική, διαθέτει 1.166 ενορίες και 686 κληρικούς, έχει επικεφαλής τον «πατριάρχη» Μεθόδιο και γενικά θεωρείται «ηπιότερη» ομάδα εκφράζοντας συχνά – πυκνά την ελπίδα ότι παρά τα προβλήματα θα υπάρξει συμφωνία και μυστηριακή ένωση όλων των ουκρανών Ορθοδόξων.

Μακάρι! Ο Θεός να δώσει…. Και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία επιφορτίσθηκε στο διάβα των αιώνων με το έργο της μέριμνας των κατά τόπους Εκκλησιών και της θεραπείας των όποιων αδυναμιών τους, ας προστρέξει για άλλη μια φορά για να κλείσει τις ως άνω ανοικτές πληγές, επαναφέροντας την Ορθόδοξη Ουκρανική Εκκλησία στη τροχιά της γαλήνης, της ειρήνης, της ενότητας και της αγάπης στην οποία υποστασιάζεται η αληθινή Εκκλησία του Χριστού.


......................................................................................................


ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ «ΡΗΓΜΑΤΑ» ΠΟΥ
ΤΑΛΑΝΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


«Ανοιχτά μέτωπα» απ’ την

Ουκρανία μέχρι τη Κίνα...*


* Οι ενωτικές παρεμβάσεις και ο ρόλος της «επιδιαιτησίας»
που καλείται να διαδραματίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο



Τα προβλήματα αποσταθεροποίησης που παρουσιάσθηκαν στην ουκρανική Εκκλησία δεν είναι τα πρώτα που έκαναν την εμφάνισή τους σε χώρο κράτους – μέλους του πρώην ανατολικού συνασπισμού μετά τη πτώση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Εχουμε λοιπόν και λέμε:

Boυλγαρία: Πρόκειται για τη χώρα, με ορθόδοξη Εκκλησία, στην στην οποία εμφανίσθηκε - αντίστοιχο με το σημερινό «ουκρανικό» - πρόβλημα, το 1992, οπότε, με την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και την άνοδο στην εξουσία της φιλοδυτικής «Ενωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων» επιχειρήθηκε η ανατροπή του - θεωρηθέντος ως «συνεργάτη του καθεστώτος» - Πατριάρχη Μαξίμου. Επικεφαλής της επιχειρηθείσας ανατροπής, που για μια 6ετία τουλάχιστον προκάλεσε ισχυρό κλονισμό και επέφερε «σχίσμα» στους κόλπους της βουλγαρικής Εκκλησίας, ήταν ο έως τότε μητροπολίτης Νευροκοπίου Ποιμένας, ο οποίος, έχοντας πολιτική στήριξη, αυτοαναγορεύθηκε «Πατριάρχης πάσης Βουλγαρίας». Συσπειρώνοντας μάλιστα γύρω του μια νέα ομάδα κληρικών κατάφερε να οικειοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας του Πατριαρχείου και έχοντας στο πλευρό του - και - τον μητροπολίτη Σόφιας Ιννοκέντιο, είχε στη κατοχή του και τον μητροπολιτικό ναό της βουλγαρικής πρωτεύουσας. Το πρόβλημα «θεραπεύθηκε» το 1998 με τη σύγκλιση στη Σόφια, Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου, υπό τη προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου. Εκεί με επιδέξιες κινήσεις του κ. Βαρθολομαίου – αλλά και τη θετική παρέμβαση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου - οι σχισματικοί κατέθεσαν τα εγκόλπιά τους και προχώρησαν σε δήλωση ότι επιστρέφουν στη κανονική Εκκλησία της Βουλγαρίας. Η μεγάλη μπόρα είχε περάσει - δημοσιογραφικές πληροφορίες, ωστόσο αναφέρουν ότι, πατριαρχεύοντος ακόμη του κ. Μαξίμου, το σχίσμα εξακολουθεί να υποβόσκει...

Μαυροβούνιο: Παρά την ανεξαρτητοποίησή του, ως κράτους, συνεχίζει εκκλησιαστικώς να υπάγεται στο Πατριαρχείο της ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας, όπως συνέβαινε και την εποχή που ανήκε στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας. Κανονική τοπική εκκλησιαστική αρχή θεωρείται η – ανήκουσα στο Πατριαρχείο Σερβίας - Ιερά Μητρόπολη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας, με οικείο μητροπολίτη τον Αμφιλόχιο. Από το 1997 και μετά ωστόσο προέκυψε και η νέα, σχισματική, «Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου», η οποιά δρά κυρίως στη βόρεια επαρχία της Βοϊβοντίνα, υποστηρίζεται από το κροατικό κόμμα, ενισχύεται από μετανάστες και διεκδικεί τη νομιμότητα και τα περιουσιακά στοιχεία της κανονικής ορθόδοξης Εκκλησίας. Εχει ως επικεφαλής τον «μητροπολίτη Τσέτινιε και Μαυροβουνίου» Μιχαήλο, ο οποίος, όπως και η θρησκευτική κοινότητα που εκπροσωπεί, δεν αναγνωρίζονται από καμμιά Ορθόδοξη Εκκλησία.

Εσθονία: Μέχρι το 1945 ήταν αυτόνομη εκκλησιαστικώς, αλλά τότε με την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, προσαρτήθηκε, χωρίς τη συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Πατριαρχείο της Μόσχας. Μετά τη πτώση του σοβιετικού καθεστώτος το 1991, οπότε απέκτησε την ανεξαρτησία της ως κράτος, κλήρος, λαός και πολιτική ηγεσία ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποκατάσταση της προ του 1945 υφισταμένης καταστάσεως της αυτονομίας και έτσι το Φανάρι τον Φεβρουάριο του 1996 επανενεργοποίησε το εκκλησιαστικό καθεστώς της αυτονομίας στην Εσθονική Εκκλησία και το 1999 εξέλεξε ως μητροπολίτη Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας τον από Ναζιανζού επίσκοπο Στέφανο. Το Πατριαρχείο της Μόσχας δεν αναγνώρισε αυτή τη μεταβολή και κάθε φορά που σε διάφορα fora υπάρχουν εκπρόσωποι της αυτόνομης Εσθονικής Εκκλησίας οι αντιπρόσωποι της ρωσικής Εκκλησίας αποχωρούν σε ένδειξη διαμαρτυρίας, όπως έπραξαν το περασμένο Ιούνιο στη Ρόδο αποχωρώντας από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Διορθόδοξης Επιτροπής που προετοιμάζει τα θέματα της συνάξεως κορυφής των Προκαθημένων που θα πραγματοποιηθεί τον ερχόμενο Οκτώβριο στη Κωνσταντινούπολη.

* Aξίζει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι μετά τη πτώση του σοβιετικού καθεστώτος, την υπαγωγή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησαν επίσης οι ουκρανοί ορθόδοξοι της διασποράς (ΗΠΑ. Καναδάς, Ν. Αμερική, Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ν. Ζηλανδία, Αυστραλία) και το Μάρτιο του 1995 το Πατριαρχείο με συνοδική του πράξη τους δέχθηκε στους κόλπους του. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υπάγονται επίσης οι ορθόδοξες παροικίες της λεγομένης ρωσικής παραδόσεως της Δυτικής Ευρώπης καθώς και οι Καρπαθορώσοι της Αμερικής. Φυσικά, σ’ όλες αυτές τις εξελίξεις το Πατριαρχείο της Ρωσίας αντιδρά και προσπαθεί παρασκηνιακώς να δημιουργήσει δικούς του πόλους αναφοράς.

Mολδαβία: Αμέσως μετά την εκλογή του, στις αρχές του 2008, ο πατριάρχης Ρουμανίας Δανιήλ έβαλε σε μπελάδες τον Πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο, καθώς δήλωσε ότι σκοπεύει να επανενεργοποιήσει παλιές επαρχίες του πατριαρχείου στη περιοχή της Βεσσαραβίας, σε σημερινά εδάφη της ανεξάρτητης από το 1991 Δημοκρατίας της Μολδαβίας που ανήκαν παλιά στο Πατριαρχείο Ρουμανίας, ενώ τώρα ανήκουν στο Πατριαρχείο της Ρωσίας και κατοικούν σ’ αυτές ορθόδοξοι ρουμανικής και ουκρανικής καταγωγής και (οι προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία και έχοντες επιδείξει φιλελληνική δράση στο παρελθόν) «Γκαγκαούζοι». Φυσικά, ο πατριάρχης της Ρωσίας αρνείται κατηγορηματικά να συναινέσει, θεωρώντας αντικανονικά και παράνομα τα επιχειρήματα του Ρουμανίας. Oι σλαβόφωνες Εκκλησίες, όπως και τα Πατριαρχεία Βουλγαρίας και Σερβίας, έχουν δείξει ότι στηρίζουν τη Μόσχα, αντίθετα οι ελληνόφωνες, κρατώντας χαμηλούς τόνους υποστηρίζουν διακριτικά το Βουκουρέστι. Η διαφορά έχει παραπεμφθεί προς διευθετήση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κίνα: Ο Πατριάρχης της Ρωσίας Αλέξιος πρόσφατα διαμαρτυρήθηκε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιχειρεί «εισπήδηση» στην «Κινέζικη Ορθόδοξη Εκκλησία», την οποία θεωρεί ότι έχει στη δικαιοδοσία του επειδή της παραχωρήθηκε, εκ μέρους του ρωσικού πατριαρχείου, αυτονομία το 1956, χωρίς έκτοτε να έχει σημειωθεί εκ μέρους της Ρωσικής Εκκλησίας κάποια αξιόλογη δραστηριότητα. Η ρωσική αντίδραση οφείλεται στο ότι η Ιερά Μητρόπολις Χόνγκ – Κόνγκ και Απω Ανατολής την οποία ίδρυσε με απόφασή του το 1996 το Οικουμενικό Πατριαρχείο (και στη δικαιοδοσία της οποίας περιλαμβάνεται και η Κίνα) ίδρυσε πρόσφατα νέα εκκλησιαστική επαρχία στη Σιγκαπούρη. Η Μητρόπολη του Χόνγκ – Κόνγκ απαντώντας στο ρώσο πατριάρχη για το θέμα της Κίνας τονίζει ότι οι «μονομερείς ανακηρύξεις «αυτονομιών» εκ μέρους της Ρωσικής Εκκλησίας θυμίζουν εγκόσμιες συμπεριφορές κρατών παλαιού φεουδαρχικού τύπου», σημειώνοντας ότι «βάσει των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων αυτονομίες και αυτοκεφαλίες έχει τη δυνατότητα να παραχωρεί μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο».


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου), Γεν. Γραμμετέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας (http://theologylar.blogspot.com) και συνεργάτης του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος.

* Δημοσιεύθηκαν - αμφότερα τα άρθρα - στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" της Κυριακής (27/07/2008, σελ. 12)