Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Ενα βιβλίο - θησαυρός για τον Αγ. Δημήτριο Στομίου











ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ Ο ΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΣΤΟΜΙΟΥ

Eνα βιβλίο πνευματικός θησαυρός!

Του Βαγγ. Ρηγόπουλου*

Πνευματικό θησαυρό και καύχημα χαρακτήρισε τον τόμο «Άγιος Δημήτριος Στομίου. Ιστορία – Τέχνη – Ιστορική γεωγραφία του μοναστηριού και της περιοχής των εκβολών του Πηνειού» ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνάτιος, χθες βράδυ (24/6/2010) στην παρουσίαση του βιβλίου στο ξενοδοχείο «Διβάνη». Ο τόμος εκδόθηκε από τη Ν. Α. Λάρισας σε συνεργασία με τα Γενικά Αρχεία Λάρισας και την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με επιμέλεια των κ. κ. Στ. Γουλούλη και Σταυρούλας Σδρόλια.

Η αίθουσα αποδείχτηκε μικρή για να χωρέσει τόσο κόσμο, μέρος του οποίου ήταν όρθιος, αλλά άκουσε με μεγάλο ενδιαφέρον τα όσα σημαντικά ακούστηκαν για την ιστορία της μονής και της περιοχής. Ο κ. Ιγνάτιος χαιρέτισε πρώτος την παρουσίαση και σημείωσε:
«Κι αυτό το αποδεικνύει το ενδιαφέρον το οποίο περικλείει αυτή η έκδοσή του, αλλά και τα κείμενα τα οποία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια συνέγραψαν οι αρχαιολόγοι της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της περιοχής μας, προς τους οποίους αισθάνομαι πάντοτε υπόχρεος, διότι μας αντιμετωπίζουν με ένα συγκινητικό σεβασμό και ανυπόκριτη αγάπη. Και η προϊσταμένη κυρία Ασπασία Ντίνα και οι συνεργάται της αλλά και βέβαια η ευγνωμοσύνη μου επεκτείνεται και εις όλους τους συγγράψαντας τα κείμενα στο σύνθετο αυτό έργο και εξαντλείται έως και του τελευταίου, ο όποιος παντοιοτρόπως συνέβαλε στην έκδοσή του. Η υπομνημάτισις εξάλλου και η λεπτομερής βιβλιογραφία αναβιβάζουν εις ύψος τα κείμενά τους τα οποία επιβεβαιώνουν το κύρος των…»
Ακολούθως η προϊσταμένη της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Ασπασία Ντίνα τόνισε ότι το μοναστήρι είναι το μεγαλύτερο της ανατολικής Θεσσαλίας και από τα μεγαλύτερα της χώρας και οι πρόσφατες ανασκαφές απέδειξαν ότι πράγματι είναι της Κομνήνειας περιόδου. Επίσης αναφέρθηκε και στη δουλειά του αρχιτέκτονα της υπηρεσίας που ασχολείται με στερεωτικές εργασίες στη μονή.

Χαιρετισμό απηύθυνε στη συνέχεια ο ηγούμενος της μονής π. Πολύκαρπος, που ανέφερε ότι τα μνημεία παίρνουν διαστάσεις αιωνιότητας, όταν είναι «εν Θεώ ηργασμένα».

Στη συνέχεια μίλησε ο νομάρχης Λάρισας κ. Λουκάς Κατσαρός, που επισήμανε:
«Για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας είναι πάγια πολιτική η ανάδειξη της μεγάλης θρησκευτικής παράδοσης του νομού, την οποία επιθυμούμε να καταστήσουμε κτήμα όλων, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων. Το κάναμε με την ανακατασκευή των δρόμων που δίνουν πρόσβαση στις Ιερές Μονές. Στηρίζουμε και συνεργαζόμαστε σε προσπάθειες που κάνουν οι Μητροπόλεις του Νομού σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων για την αναστύλωσή τους. Δίνουμε έμφαση στο θρησκευτικό τουρισμό, ώστε όλος αυτός ο μνημειακός πλούτος να γίνεται πόλος έλξης επισκεπτών που επιζητούν την πνευματική ανάταση που μας χαρίζει το μοναστικό περιβάλλον αλλά και ερευνητών, διανοητών και επιστημόνων από όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό προβήκαμε σε εκδόσεις με τα θρησκευτικά μονοπάτια του νομού μας.
Ο ελληνικός λαός συνδέθηκε με την ορθοδοξία και αντλεί ζωή χιλιετίες τώρα από τα νάματα του χριστιανισμού. Τα μοναστήρια αποτελούν τη ζωντανή απόδειξη της συμπόρευσης ορθοδοξίας και ελληνισμού στο διάβα της ιστορίας. Η ιστορική, αρχαιολογική, και επιστημονική αξία των μοναστηριών είναι τεράστια. Τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα κειμήλια, τα χειρόγραφα, οι βιβλιοθήκες τους, με σπάνια και ανέκδοτα βιβλία, αποτελούν πόλο έλξης. Η πολιτισμική τους συμβολή, η ξεχωριστή αρχιτεκτονική τους, οι μοναδικές αγιογραφίες, τα αριστουργηματικά τέμπλα, οι ιστορικές εικόνες αποτυπώνουν τη μεγάλη συνεισφορά της Εκκλησίας στην τέχνη και συνάμα αποκαλύπτουν τη δυναμική του βυζαντινού πολιτισμού».

Η παρουσίαση του τόμου έγινε από τους τέσσερις βασικούς ομιλητές κ. Σταυρούλα Σδρόλια, αρχαιολόγο της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Ιωάννη Βλαχοστέργιο, αρχιτέκτονα της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Σταύρο Γουλούλη, προϊστάμενο Γενικών Αρχείων Λάρισας, Ιωάννη Βαραλή, λέκτορα Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Στο βιβλίο: Ιστορικό υλικό παρέχεται ή επαναδιαπραγματεύεται από τις μελέτες για την ιστορία της μονής Στομίου (Αικ. Κλαδίσιου, Σταύρος Γουλούλης), το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου (Χαρ. Βάγιας), τους τοπικούς αγίους (Θ. Ξυνογαλάς), τη μοναστική κοινότητα των Κελλίων (Στ. Γουλούλης), και το Τυπικό του όρους των Κελλίων (Μαρία Τατάγια). Επίσης για τον οικισμό του Οικονομείου και της Τραμουντάνας Στομίου (Ν. Κουκάρας), το βυζαντινό Λυκοστόμιο (Βασ. Νεράτζη-Βαρμάζη), τις μεσαιωνικές ονομασίες του Πηνειού (Γ. Ξυνογαλά, Στ. Γουλούλης), το εικονογραφικό θέμα της συνάντησης του Αγίου Αχιλλίου και του Αγίου Δημητρίου στα Τέμπη (Ιω. Παπάγγελος). Αναλύεται ακόμη το θέμα της περιφερειακής οργάνωσης της περιοχής (Δημ. Δρακούλης), η νέα τοποθέτηση των οικισμών της Αρχαιότητας (Β. Ηβΐΐν), οι αρχαίες λατρείες στην περιοχή (Σοφία Κραβαρίτου) και η «κλίμακα» του Αλεξάνδρου στα Τέμπη (81.
Τα καινούργια αρχαιολογικά στοιχεία είναι: εντοπίσθηκε το αρχικό καθολικό του 11ου- 12ου αιώνα (Στ. Σδρόλια, Στ. Μαμαλούκος), ξανακτίσθηκε μάλλον ημιτελώς τον 14ο αι. (Βασ. Μεσσής), και ολοκληρώθηκε τον 16ο αι. (Χαρ. Μπούρας). Οι τοιχογραφίες είναι του 18ου αι. (Στ. Σδρόλια) και τα γλυπτά χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα και εξής (Βασ. Συθιακάκη), ενώ οι ελάχιστες εικόνες που σώθηκαν χρονολογούνται τον 16ο αιώνα κ.ε. (Αγγ. Στρατή). Μεταβυζαντινός είναι και ο κοιμητηριακός ναός της μονής (Π. Ανδρούδης). Άλλα αρχαιολογικά δεδομένα από την περιοχή αφορούν σε μοναστηριακά κατάλοιπα της Ανατολικής Όσσας (Όρους των Κελλίων) (Στ. Σδρόλια, Στ. Μαμαλούκος), το Καστρί Λουτρό στα Μεσάγγαλα (Ευ. Παπαθανασίου), μεταβυζαντινές εκκλησίες της Καρίτσας (Στ. Σδρόλια), το τέμπλο του Αγίου Νικολάου Στομίου (Αθηνά Τσιγκαροπούλου).

Στην παρουσίαση παρέστησαν επίσης η έπαρχος Ελασσόνας κ. Μαρία Μαμάρα, η επικεφαλής της «Συμφωνίας Ευθύνης» στο νομαρχιακό συμβούλιο Λάρισας κ. Λίτσα Λιακούλη, ο αντιδήμαρχος Λάρισας κ. Χρήστος Κέλλας, δήμαρχοι του ν. Λάρισας, εκπρόσωπος της 1ης Στρατιάς, αντιπροσωπεία μοναχών της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου, η εκδότης - διευθυντής της «Ε» κ. Δανάη Δημητρακοπούλου και πλήθος ακροατών. Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος – θεολόγος, κ. Χάρης Ανδρεόπουλος.

* Ρεπορτάζ στην "Ελευθερία" (25/06/2010, σελ. 13)

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

"Ανάστασις! Ανάστασις!.."


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

Ξημέρωσε Πασχαλιά! Άλλη μέρα βρε παιδί μου! Αμ’ αυτή η Μεγάλη Παρασκευή, το βράδυ, με την πένθιμη μουσική της στρατιωτικής μπάντας να συνοδεύει τον Επιτάφιο, σου πιάνεται η καρδιά… Η λέξη «πένθιμη» που μήνες ψάχνει υπόσταση βρίσκει κάθε χρονιά την δικαίωση της στην Μεγάλη Παρασκευή. Κι’ αυτό το πένθιμο τροπάρι: «Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν...», …κόμπος στο λαιμό. Ομορφη και γλυκιά, προχθές, Μεγαλοπαρασκευή το βράδυ, η νύχτα στη Λάρισα, αλλά οι ψυχές συννεφιασμένες. «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;». Χαρμολύπη.

Χθες, Μεγαλοσάββατο, βράδυ, πάντως, ξαναβρήκαμε τη χαρά μας, το χαμόγελό μας, ήρθε η Ανάσταση! Τι χαρμόσυνος παιάνας! «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατω πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος…». Και δώστου τσούγκρισμα κόκκινων αυγών (που τά’ χαμε φυλαγμένα στη τσέπη) και δώστου αγκαλιές, και δώστου φιλιά – το έθιμον βλέπεις κι’ η παράδοση: «Χριστός Ανέστη!», «Αληθώς Ανέστη!». Ολο το εκκλησίασμα μια οικογένεια, μια μεγάλη οικογένεια, ένα «σώμα», το «σώμα του Χριστού» » που λέει κι΄ ο Απόστολος Παύλος, αυτό το «σώμα» που συγκροτεί στη γλώσσα της χριστιανικής θεολογίας την Εκκλησία μας (A’ Koρ. 12, 27). Πανηγύρι πραγματικό, με χιλιάδες χαμόγελα, μέσα κι’ έξω απ’ το ναό, αναστάσιμα χαμόγελα, χαμόγελα λουσμένα στο αναστάσιμο φως από τις χιλιάδες λαμπάδες που λαμπυρίζουν φως πασχαλινό, σε μια έκταση χαράς και αγάπης. «Λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει, και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς. Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει…», κατά πως μας προστάζει κι’ η υμνωδία.

Απαράμιλλο θεωρούσε το πανηγύρι αυτό της Ανάστασης κι’ ο Κωστής Παλαμάς, περιγράφοντας, στα μέσα του περασμένου αιώνα, πασχαλινή του ανάμνηση. Γράφει ο μέγας ποιητής και πεζογράφος: «Ποτέ δεν είχα παρασταθεί σε τέτοιο πανηγύρι, σαν την λειτουργία της Λαμπρής. Τίποτα από τα συνηθισμένα τυπικά. Ο κόσμος πυκνότατος, αστράφτοντας μέσα στα γιορτερά του, η ώρα, με τα πρώτα της αυγής θαμποχαράματα, το φέγγος από τις λαμπάδες, το φως, το ανέσπερο, που η λάμψη του δεν μοιάζει με κανέν’ από τα φώτα των άλλων ημερών και γιορτών, καθώς τα κόκκινα αυγά, που ξεχωρίζει ως και η ουσία τους από τα άλλα τα πεζά της καθημερινής ζωής τ’ αυγά, οι δέησες, οι ψαλμοί, από τα τροπάρια των παπάδων ίσα με τα παγκάρια των επιτρόπων, όλα λαμπριάτικα εκεί μέσα λαμπριάτικα φορούσανε και της ψυχής μου, καθώς ήτανε και το κορμί μου λαμπροφορεμένο.

Όμως ο,τι ξεχωριστά με χαροποιούσεν ήταν η μεγαλόστομη πανηγυρική από το στόμα του λειτουργού, μέσ’ από την Ωραία Πύλη του ιερού ευχή· λυρικό συγχωροχάρτι, επί δικαίους και αμαρτωλούς, για την χάρη και την χαρά της Ανάστασης: «Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν». Καλοί, κακοί, ευλογημένοι. «Βάλτε να φάτε, φέρτε να πιούμε. Μακαρισμένοι και κολασμένοι, αδέρφια όλοι εμπάτ’ ελεύθεροι στην χαρά του Κυρίου, και μ’ εκείνην ευφρανθείτε». Έτσι τα εξηγούσα τα λόγια του παπά, τα εξαγγελμένα από τα ύψη της Ωραίας Πύλης. Χριστός ανέστη. Φιληθείτε. Μέσα στα βάθη της καρδιάς μου η δίψα ενός φιλιού, μαζί και αχώριστα μυστηριακού και σαρκικού, κρατιόνταν, αχόρταστη, άσβεστη...».
Σε κάτι τέτοιες στιγμές μέσα στη πανηγυρική ατμόσφαιρα της γιορτής του Πάσχα, πάντα μου έρχεται στο νού κι’ ο επίκαιρος λόγος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ως ιδιαίτερος τρόπος ευχαριστίας, μια άλλη έκφραση δοξολογίας και ύμνου προς τον «αίτιον» της πανηγύρεως। Μου αρέσει το ύφος του κυρ - Αλέξανδρου γιατί ολόκληρο το έργο του χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ελπίδα και παρηγοριά, η οποία εμφανίζεται ως μήνυμα αναστάσιμο στα πασχαλινά του διηγήματα. Στα περισσότερα από αυτά η νύχτα της Αναστάσεως αντανακλά ένα ιλαρό ασυνήθιστο φως και μια άφατη χαρά. Η εκκλησιαστική εμπειρία εκφράζεται, εσχατολογικά, ως πρόγευση της αιώνιας ευφροσύνης και ως ανταύγεια του άχρονου φωτός, που εκ τάφου σωματικώς επέλαμψε, όπως, π॥χ στο διήγημα «Ο Λαμπριάτικος ψάλτης»: «…Αι δύο γυναίκες ήρχισαν να αναζωπυρώσι τα φυτίλια, να ρίπτωσιν έλαιον εις τας κανδήλας και να κάμνωσιν εγκαρδίους σταυρούς. Ησθάνοντο ανέκφραστον χαράν και γλύκαν εις τα σωθικά των. Ήτον Ανάστασις. Ανάστασις! Το πρόσωπον του Δεσπότου Χριστού έλαμπε με άγιον φως, δεξιά της Ιεράς Πύλης. Η μορφή της Δεσποίνης Θεοτόκου ήστραπτεν εξ αφάτου χαράς αριστερόθεν, κρατούσης το θείον βρέφος της. Η όψις του τιμίου Προδρόμου, με έναν βόστρυχον της κόμης φρίττοντα προς τα άνω, εσελαγίζετο εκ μυστικής ευφροσύνης παραπλεύρως εκείνου ού την φρικτήν κεφαλήν ηξιώθη να χειροθετήση. Και ο ηγαπημένος μαθητής ήτο ακόμη εκεί και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει…».
Μέρα «λαμπρή», λοιπόν, η σημερινή, μέρα αγάπης, όπως μας την περιέγραψαν ο Παλαμάς κι’ ο Παπαδιαμάντης, αλλά και μέρα ελπίδας, όπως μας τονίζει και ένας από τους μεγαλυτέρους χριστιανούς θεολόγους και στοχαστές του 5ου αιώνα, ο Αγ. Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος, λέγοντάς μας: «Resurrectio Domini, spes nοstra», δηλαδή «Η Ανάσταση του Κυρίου είναι η ελπίδα μας». Για να το καταλάβουμε, να το νιώσουμε αρκεί να αφήσουμε να μπεί λίγο φως Χριστού στη καρδιά μας. Χριστός Ανέστη! Χρόνια Πολλά!

* O Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος - θεολόγος (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης του «Amen.gr» και καθηγητής Β/θμιας εκπ/σης (Γυμνάσιο Αρμενίου Ν. Λάρισας). To άρθρο δημοσιεύεται στην κυριακάτικη «Ελευθερία» της Λάρισας (Κυριακή του Πάσχα, 4/4/2010, σελ. 15, http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=17843&pid=19&CategoryID=19) και στο "Amen.gr": http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2070

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

To "έκκλητον", οι Κανόνες και οι Νόμοι

* Στηριγμένη «εις την αρχαία συνήθειαν και την σχετικήν κανονικήν παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας» η θεσμοθέτησή του στο Καταστατικό Χάρτη, σύμφωνα και με τον πολιτειακό νομοθέτη – Πως εφαρμόσθηκε από την ελλαδική Εκκλησία τη τελευταία 50ετία – Αναγνώρισαν και εφήρμοσαν, εν τέλει, το «έκκλητο» ακόμη και Μητροπολίτες που το πολέμησαν

Του Χάρη Ανδρεόπουλου *

Είναι δυνατόν άνθρωποι (λειτουργοί: επίσκοποι και πρεσβύτεροι) της καθ’ ημάς Εκκλησίας προς επίρρωσιν των αρνητικών επιχειρημάτων τους για το «έκκλητο» (εξ αφορμής της υπόθεσης του πρώην μητροπολίτου Αττικής και νυν μοναχού Παντελεήμονος Μπεζενίτη) να επικαλούνται τους νόμους της πολιτείας, ενώ ο ίδιος ο πολιτειακός νομοθέτης του «εκκλήτου» για να το θεσμοθετήσει επικαλέσθηκε τους κανόνες της Εκκλησίας;

Kι’ όμως: ενώ τις τελευταίες ημέρες τινές (ελάχιστοι, αλλά θορυβούντες) επίσκοποι και λοιποί κληρικοί δεν προλαβαίνουν ν’ αραδιάζουν νόμους και διατάξεις της πολιτειακής νομοθεσίας αποσκοπώντας να στερήσουν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το κανονικό δικαίωμά του να δέχεται «έκκλητες» προσφυγές καταδικασθέντων αρχιερέων, την ίδια ώρα, αν ρίξει κάποιος μια ματιά στην εισηγητική έκθεση για τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977) και ιδίως εις την παράγραφο 5, αρθ. 11 αυτής, δεν θα νιώσει παρά θαυμασμό για τον σεβασμό που τρέφει προς τον εκκλησιαστικό θεσμό ο νομοθέτης καθιερώνοντας εν προκειμένω (στο αρθ. 44, παρ. 2 του Κ.Χ.) το έκκλητο, βασιζόμενος, όχι σε νόμους και διατάξεις του Καίσαρα, αλλά «εις την αρχαία συνήθειαν και την σχετικήν κανονικήν παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας»[1].

Είναι φανερό ότι οι αντιρρήσεις των ενισταμένων δεν αφορούν μόνο, ούτε περιορίζονται στο θέμα του «εκκλήτου», αλλά επεκτείνονται στο ευρύτερο πλαίσιο των νομοκανονικών σχέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Θα πίστευε κανείς ότι το «τραύμα» της περιόδου 2000 – 2004 θεραπεύθηκε με την απόφαση της Ιεραρχίας τον Μαϊο του 2004, όταν εν σώματι ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος και οι ιεράρχες (μειοψηφίσαντος – επί 80 αρχιερέων – ενός και μόνου, του Καλαβρύτων κ. Αμβροσίου) υπερψήφισαν την θέση ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «εν αγάπη Χριστού και σταθερώ πόθω ενότητος μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας διακηρύσσει τον σεβασμόν και την τήρησιν του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και όλων των διατάξεων της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928». Αμ δε…

Τι κι’ αν ψήφισε τα παραπάνω η Εκκλησία της Ελλάδος με συντριπτική πλειονοψηφία των αρχιερέων – των 79 εκ των 80 - που απαρτίζουν την Ιεραρχία της; Ερχονται σήμερα τινές κληρικοί (ένιοι εξ αυτών φέροντες και τον επισκοπικό βαθμό) και λαϊκοί περί τα εκκλησιαστικά διατρίβοντες, σχολιαστές, κ.λ.π., για να ζητήσουν από τον Πατριάρχη «να μη επεμβαίνει στα εσωτερικά άλλης Εκκλησίας», «να μην επιχειρεί να επεκτείνει τα λεγόμενα κυριαρχικά του δικαιώματα εις βάρος της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος», «ν’ αφήσει ήσυχη την αυτοδιοίκητη και αυτόνομη Εκκλησία της Ελλάδος» κ.ο.κ., αμφισβητώντας ευθέως τις δικαιοδοσίες και κανονικά δικαιώματα που προβλέπονται, βάσει του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και της Συνοδικής Πράξης του 1928, για το Πατριαρχείο, ως προς τη σχέση του με την Εκκλησία της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και το «έκκλητο».

Ας δούμε, λοιπόν, πως ταλαιπωρήθηκε τη τελευταία 50ετία στην ελλαδική Εκκλησία ο θεσμός του «εκκλήτου», αλλά και πως, όχι απλά επιβίωσε ο σημαντικός για τη ζωή της Εκκλησίας μας αυτός θεσμός, αλλά αναβαθμίσθηκε, λαμβάνοντας την πολιτειακή νομοθετική επικύρωση από την πρώτη μεταπολιτευτική (1974- 77) κυβέρνηση του αειμνήστου Κωνσταντίνου Καραμανλή[2], ψηφισθείσης στο νόμο περί Καταστατικού Χάρτου (ν. 590/1977) της διατάξεως (αρθ. 44, παρ. 2) βάσει της οποίας «Το δικαίωμα εκκλήτου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά τελεσιδίκων αποφάσεων επιβαλλουσών ποινήν αργίας, εκπτώσεως από του θρόνου ή καθαιρέσεως, το οποίον παρέχεται δια του ΣΤ’ όρου της από 4.9.1928 Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως εις τους Μητροπολίτας των Νέων Χωρών, έχουν και οι Μητροπολίται της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος».

ΑΠΟ ΤΟ ’65 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ…

Ας κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή για την ταλαιπωρία που γνώρισε το «έκκλητο»:

* 1965: Ο Μητροπολίτης πρώην Δράμας Φίλιππος μετά από καταδίκη του σε έκπτωση από το θρόνο, επικαλούμενος τη σχετική διάταξη (ΣΤ’ όρο) της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης του 1928 προσφεύγει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όμως, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος (με αρχιεπίσκοπο τον από Φιλίππων (Καβάλας), Χρυσόστομο Χατζησταύρου), κατακρατά και δεν διαβιβάζει τη προσφυγή στο Φανάρι, για τον λόγο ότι δήθεν «έπαυσε να υφίσταται δια το Οικουμενικό Πατριαρχείον το προνόμιον του «εκκαλείν» της μνημονευομένης Πράξεως του 1928 μη ούσης κεκυρωμένης δια νόμου». Εν άλλοις λόγοις, «ναί, υπάρχει η Πατριαρχική Πράξη του’ 28 που προβλέπει όντως το «έκκλητο», αλλά ο ν. 3615/1928 που την κυρώνει ουδέν διαλαμβάνει περί «εκκλήτου», άρα για μας «έκκλητο» δεν υφίσταται, άρα δεν δεχόμαστε ότι έχει δικαίωμα το Πατριαρχείο να επανακρίνει προσφυγή του Φιλίππου και κάθε ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδος…». Αυτή ήταν, τότε, η (άκρως - και χωρίς κάν προσχήματα - πολιτειοκρατική) επίσημη θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος για το «έκκλητο», εκφρασθείσα μάλιστα και υπό συσταθείσης προς τούτο Συνοδικής Επιτροπής, υπό την προεδρία του τότε μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος (Παπαγεωργίου). Την ίδια και σκληρότερη θέση απέναντι όχι μόνο στο «έκκλητο», αλλά σ’ όλα τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου διετήρησε η Εκκλησία της Ελλάδος κατά τη επταετή περίοδο (1967 – 1973) της αρχιεπισκοπείας του μακαριστού Ιερωνύμου (Κοτσώνη). Ειδικά μάλιστα για το θέμα του «εκκλήτου» αυτό καταργήθηκε δια του αναγκαστικού νόμου 214/1967, του θεσμοθετήσαντος τα λεγόμενα «ιεροδικεία» και αφαιρέσαντος το δικαίωμα της εφέσεως («εκκλήτου») για όποιον καταδικαζόταν. Τελικώς, με την ανάρρηση (1974) του Σεραφείμ (Τίκα) στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο φάκελλος με την έφεση που είχε ασκήσει ο πρώην Δράμας διεβιβάσθη αρμοδίως υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Πατριαρχείο, αναγνωριζομένου κατ’ αυτόν τον τρόπο (βάσει της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 – ακόμη δεν είχε ψηφισθεί ο Καταστατικός Χάρτης (ν. 590/77) που προβλέπει σε άρθρο του το «έκκλητο») του δικαιώματος του Πατριαρχείου περί του «εκκαλείν»[3].

1967: Η χρονιά της ανατροπής…. Ποιος καταθέτει προσφυγή στο Πατριαρχείο επικαλούμενος το «έκκλητο»; O Mητροπολίτης Θεσσαλονίκης επειδή τώρα γίνεται αυτός πρώην, δηλαδή κηρύσσεται υπό της «Αριστίνδην», προεδρευομένης υπό του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου (Κοστώνη), Συνόδου έκπτωτος από το θρόνο του επειδή. με βάση τον ν. 214/67 (με τον οποίο συστήθηκαν τα λεγόμενα «ιεροδικεία») κρίθηκε ότι «έχει απωλέσει την έξωθεν καλή μαρτυρία». Πρόκειται αναμφιβόλως για αντιφατική συμπεριφορά έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς:

* ο Παντελεήμων το 1965, υπό την ιδιότητα του προέδρου ad hoc Επιτροπής για το έκκλητο στο Πατριαρχείο, εισηγήθηκε ότι αφ’ ης στιγμής ουδεμία αναφορά περί εκκλήτου γίνεται στο ν. 3615/1928 δεν μπορεί να ισχύει η σχετική διάταξη ΣΤ’ της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης (ΠΣΠ) του 1928 περί της δυνατότητος προσφυγής ιεραρχών των Νέων Χωρών ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και έτσι εισηγήθηκε αρνητικά στη διαβίβαση προς το Φανάρι της προσφυγής που είχε καταθέσει ο καταδικασθείς σε έκπτωση Μητροπολίτης πρώην Δράμας Φίλιππος.

* όταν, όμως, καταδικάσθηκε ο ίδιος σε έκπτωση υπό του συνοδικού δικαστηρίου («ιεροδικείου») της «αριστίνδην» Συνόδου στις 28 Φεβρουαρίου του 1968, σε λιγότερο από μια …εβδομάδα (4.3.1968) προσέφυγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ποιούμενος χρήση του υπό της ΠΣΠ του 1928 δικαιώματος, το οποίον προ διετίας είχε αρνηθεί στον πρώην Δράμας Φίλιππο[4]. Το Πατριαρχείο ζήτησε αναψηλάφιση της δίκης από την Εκκλησία της Ελλάδος, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό το 1974 από τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, διενεργήθηκε αναψηλάφιση με την οποία αποκαταστάθηκε ηθικά ο Παντελεήμων, χωρίς, όμως να επανέλθει στη Μητρόπολη που κατείχε.

1974: Προσέφυγαν στο Πατριαρχείο οι οκτώ εκ των δώδεκα «ιερωνυμικών» λεγομένων Μητροπολιτών, οι οποίοι είχαν κηρυχθεί έκπτωτοι, κατόπιν αποφάσεως της υπό τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ Ιεραρχίας, με την Συντακτική Πράξη 7/1974. Πρόκειται για τους τότε Μητροπολίτες, εκ μέν των Νέων Χωρών Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος Κωνσταντίνου (Πούλου), Αλεξανδρουπόλεως Κωνσταντίου (Χρόνη), Θεσσαλονίκης Λεωνίδα (Παρασκευόπουλου) και Παραμυθίας Παύλου (Καρβέλη), εκ δε της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος τους Ζακύνθου Αποστόλου (Παπακωνσταντίνου), Δημητριάδος Ηλία (Τσακογιάννη), Θεσσαλιώτιδος Κωνσταντίνου (Σακελλαρόπουλου) και Τρίκκης Σεραφείμ (Στεφάνου)[5]. Οι εν λόγω, δια κοινής εκκλήτου αναφοράς τους, ζητούσαν «να τεθή φραγμός εις τα αντικανονικάς πράξεις και αποκατασταθή εν τη σπαρασσομένη Εκκλησία της Ελλάδος η ποθητή ειρήνη…», επιδιώκοντας την αποκατάστασή τους στους θρόνους από τους οποίους είχαν, εν τω μεταξύ, κηρυχθεί έκπτωτοι.

Το Πατριαρχείο καίτοι παρατήρησε ότι «ούτοι εν καιρώ ήσαν πρωτεργάται και συντελεσταί διαγραφής του δικαιώματος της εκκλήτου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκ του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», υπέδειξε στους προσφυγόντες να υποβάλλουν το αίτημά τους, «κατά την τάξιν» μέσω της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπερ και εγένετο. Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ «ομοφών αποφάσει» της περί αυτόν Δ.Ι.Σ. παρέπεμψε το θέμα «εις το αδιάβλητον κριτήριον του Οικουμενικού Πατριαρχείου», επκαλούμενος τους καθιερούντες το έκκλητον προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη ιερούς κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων γ’ της Β’, θ’, ιζ’ και κη’ της Δ’ και λστ’της Πενθέκτης, τις διατάξεις του Τόμου του 1850, «δια των οποίων προσδιορίζονται οι κανονικοί όροι ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου (της Εκκλησίας της Ελλάδος) και αι έναντι της Μητρός Εκκλησίας υποχρεώσεις αυτής», τον όρον Ζ’ της Πράξεως του 1928 και το άρθρο 3, παρ. 1 του ισχύοντος τότε Συντάγματος, και τούτο
έτσι, ώστε η Εκκλησία της Ελλάδος να «τηρήση και επι του προκειμένου θέματος την υπό των ιερών κανόνων και των ιερών παραδόσεων επιβαλλομένην κανονικήν εκκλησιαστικήν διαδικασίαν»[6]. Τοιουτοτρόπως η έκκλητος αναφορά έφθασε στον αποδέκτη της (Οικουμενικό Πατριαρχείο) ακολουθηθείσης της οδού της νομοκανονικής – εκκλησιαστικής διαδικασίας.

1980: Ο Μητροπολίτης Ιερισσού Παύλος (Σοφός) καταδικασθείς σε έκπτωση προσέφυγε εις την «έκκλητον ψήφον» του Οικουμενικού Πατριάρχου, ο δε Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ διεβίβασε τον όλο φάκελλο στο Φανάρι, του οποίου η Κανονική Επιτροπή εισηγήθηκε την επικύρωση της αποφάσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος για την έκπτωση του μητροπολίτου Ιερισσού, πράγμα που ενέκρινε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος και η περί αυτόν Ιερά Σύνοδος, κοινοποιώντας την απόφασή τους με επίσημο Πατριαρχικό Γράμμα στην Εκκλησία της Ελλάδος.

To «έκκλητο» - η δυνατότητα που παρέχεται στους ανά την οικουμένη Επισκόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας να προσφεύγουν στον Οικουμενικό Πατριάρχη για να διεκδικήσουν επανάκριση τυχόν καταδικαστικής γι’ αυτούς αποφάσεως της τοπικής Εκκλησία στην οποία ανήκουν - αποτελεί ένα από τα κορυφαία αρχαία κανονικά δικαιώματα του Πατριαρχείου, στο οποίο θεμελιώνεται η οικουμενικότητά του και αλλοίμονον, όπως επισημαίνει ο πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Τσέτσης, αν αυτή την οικουμενικότητα του συντονιστικού κέντρου της Ορθοδοξίας την υπονομεύουν εν έτει 2010 άνθρωποι από την όμαιμη και ομογενή Ελλάδα.

«ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ»

Και όπως επισημαίνει ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου της Εκκλησίας της Κρήτης και καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Α.Π.Θ., σεβασμιώτατος κ. Ανδρέας Νανάκης «στον 21ο αιώνα της πολυπολιτισμικότητας και της μετανάστευσης των λαών η εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ελληνική επικράτεια και η επιτροπική παραχώρηση των «Νέων Χωρών» στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, προπάντων, όμως, το πολιτιστικά όμαιμον και ομόγλωττον της αυτοκέφαλης εθνικής Εκκλησίας της Ελλάδος μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θεσμού διεθνούς και διαχρονικού, συνιστούν το μεγάλο προνόμιο ημών των Ελλήνων. Στη κρίση των σχημάτων και των ιδεολογιών της μετανεωτερικής εποχής ή της δεύτερης νεωτερικότητας, ο υπερεθνικός διεθνής και διαχρονικός θεσμός του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σε συνάρτηση με την ελληνική πολιτιστική του παράδοση θα αποτελέσει και πάλι τη μήτρα που θα διαφυλάξει και θα διασώσει και πάλι την πνευματική μας παρακαταθήκη και την ιδιαιτερή μας παράδοση».

* Αυτό το «προνόμιο ημών των Ελλήνων», είναι και η ευλογία που πρέπει να διαφυλάξουμε στη πνευματική μας σχέση με το Φανάρι. Μια σχέση αναφορικά με το «έκκλητο» η οποία και δικαστικά, θα λέγαμε, είναι κατοχυρωμένη, καθώς μπορεί να υπάρχουν επίσκοποι που το αμφισβητούν, αλλά υπάρχουν – δόξα τω Θεώ! - και δικαστές που, όχι μόνο το αναγνωρίζουν, αλλά το θεωρούν ως «ένα από τα μέσα με τα οποία εξασφαλίζεται και η συνταγματικά κατοχυρωμένη πνευματική ένωση της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο»[7].

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης της εφημερίδας «Ελευθερία» της Λάρισας, της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων «amen.gr» και καθηγητής Β’/θμιας Εκπαίδευσης (Γυμνάσιο και Λύκειο Αρμενίου ν. Λάρισας).

[1] Κ ο ν ι δ ά ρ η, Ιωαν. «Θεμελιώδεις διατάξεις σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1999, σελ. 115)

[2] Η Εκκλησία της Ελλάδος με την ψήφιση του Καταστατικού Χάρτη του 1977 – με πρωθυπουργό της χώρας τον Κων/νο Καραμανλή και Αρχιεπίσκοπο τον από Ιωαννίνων Σεραφείμ - και την κατάργηση, πλέον, του κυβερνητικού επιτρόπου κατέστη ελεύθερη με την Ιεραρχία της να δύναται πλέον αυτοβούλως να συνέρχεται, να αποφασίζει και να εκλέγει τους αρχιερείς της, παρατηρεί ο καθηγητής της Νεώτερης Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο ΑΠΘ, μητρ/της Αρκαλοχωρίου Κρήτης κ. Ανδρέας Νανάκης. Βλ. σχετ. Ν α ν ά κ η, Ανδρέα, Μητρ/του Αρκαλοχωρίου, «Εκκλησία εθναρχούσα και εθνική», εκδ. Βάνιας,Θεσ/νίκη, 2002, σελ. 214. Παρακολουθώντας κανείς την εκκλησιαστική πολιτική του Κων/νου Καραμανλή εκείνα τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια διακρίνει τη προσπάθειά του, για την αποκατάσταση τόσο της ενότητας στους κόλπους της ελλαδικής Εκκλησίας, όσο και της σχέσης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η οποία είχε σοβαρά διαταραχθεί κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπείας του μακαριστού αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου (Κοτσώνη).
[3] Βλ. σχετικώς την λίαν ενδιαφέρουσα στορική μελέτη του αρχιμ. (νυν Μητροπολίτου Φιλαδελφείας) κ. Μελίτωνος Κ α ρ ρ ά «Η περί της διοικήσεως των εν ταις Νέαις Χώραις Επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928 και η εφαρμογή αυτής», εκδ. Ι. Μητροπόλις Ελβετίας / Ιδρυμα για την Χριστιανική Ενότητα ATEF DANIAL, Γενεύη, 1989.

[4] Βλ. «Κανονικήν εν Χριστώ έκκλησιν» Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος (Παπαγεωργίου) προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Αθηναγόρα, από 4.3.1968.

[5] Βλ. Εκκλητον 7σέλιδον αναφοράν αυτών από 23.7.1974. Σημειωτέον ότι δεν προσέφυγαν στο Πατριαρχείο οι Αττικής Νικόδημος (Γκατζηρούλης), Λαρίσης Θεολόγος (Πασχαλίδης), Χαλκίδος Νικόλαος (Σελέντης) και Κιλκισίου Χαρίτων (Συμεωνίδης).

[6] Βλ. Γράμμα Αθηνών Σεραφείμ προς τον Οικουμενικό Πατριάρχην Δημήτριον, 1791/9.4.1976

[7] Βλ. την υπ’ αριθ. 825/1988 ιστορική απόφαση της ολομελείας του ΣτΕ, με πρόεδρο τον Θ. Κουρουσόπουλο και εισηγητή τον Γ. Κουβελάκη, δημοσιευμένη στη σειρά «Δίκαιο κα Πολιτική», τ. 15 (με αφιέρωμα στις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας), εκδ. Παρατηρητής, Θεσ/νίκη, 1988, σελ. 293 – 296.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

"Η οικολογική κρίση, πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική"




Ημερίδα Θεολόγων στο Στεφανοβίκειο Ν. Μαγνησίας
* Καθοριστική η συμβολή του θρησκευτικού μαθήματος στην ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης

«Η οικολογική κρίση της εποχής μας δεν είναι πρωτογενές φαινόμενο αλλά παράγωγο της ανθρωπολογικής κρίσης, γεγονός που σημαίνει ότι η κρίση αυτή είναι πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική».

Στη παραπάνω διαπίστωση κατέληξε στα συμπεράσματά της η επιμορφωτική ημερίδα θεολόγων με θέμα «Θεολογία και Φύση» που διοργάνωσε προχθές Τετάρτη, στο Στεφανοβίκειο του Βόλου ο Σύμβουλος Θεολόγων ν. Μαγνησίας και Λάρισας κ. Απ. Ποντίκας σε συνεργασία με το παράρτημα Μαγνησίας της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων (ΠΕΘ), προτείνοντας, παράλληλα, ως μέτρο, για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης το θρησκευτικό μάθημα, το οποίο λειτουργώντας, όπως τονίσθηκε, ως «αντίδοτο» έχει πολλά να προσφέρει.

Εισηγητές στην ημερίδα ήταν: οι θεολόγοι καθηγητές κ. Στεφ. Μάργαρης (Γυμνάσιο Αγριάς ν. Μαγνησίας) ο οποίος αναφέρθηκε στη δημιουργική συνεργασία που αναπτύσσεται ανάμεσα στα προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που υλοποιούνται στα σχολεία και στο θρησκευτικό μάθημα, o κ. Χάρης Ανδρεόπουλος (Γυμνάσιο Αρμενίου ν. Λάρισας, Μ. Sc. και υπ. δρ. Θεολογίας) ο οποίος αναπτύσσοντας το θέμα «Οικολογία και θρησκευτική εκπαίδευση» υποστήριξε την αναγκαιότητα ανάπτυξης του νέου κλάδου της «περιβαλλοντικής ηθικής», που αποτελεί μια νέα επιστημονική τάση για την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης στους μαθητές μέσω της διδασκαλίας και της στάσης ζωής που έχουν να προτείνουν για τη άρση του προβλήματος η ορθόδοξη θεολογία και οι άλλες θρησκευτικές παραδόσεις.

Ο κ. Ανδρεόπουλος επεσήμανε ότι η ορθόδοξη θεολογία εστιάζοντας στην ηθική διάσταση του οικολογικού προβλήματος οφείλει να αναδεικνύει την πραγματική αιτία που το προκαλεί και που δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη κατάχρηση, την οποία η Εκκλησία μας θεωρεί αμαρτία και για την οποία προσκαλεί όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις σε μετάνοια.

Μίλησαν, επίσης, ο Σχολικός Σύμβουλος κ. Απ. Ποντίκας παρουσιάζοντας τον σημειολογικό – οικολογικό χαρακτήρα ορισμένων φυτών σε κείμενα της Π.Δ., και ο κ. Απ. Ζαχαρός (Μουσικό Γυμνάσιο Βόλου, δρ. Θεολογίας), ο οποίος, αφού επεσήμανε ότι η Εκκλησία τοποθετείται απέναντι στο οικολογικό πρόβλημα με θεολογική υπευθυνότητα, βασιζόμενη στην Αγία Γραφή και τη διδασκαλία των εξέθεσε τις δράσεις και πρωτοβουλίες της θεσμικής Εκκλησίας και κυρίως του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος.

* Χαιρετισμούς απηύθυναν ο εφημέριος του Στεφανοβικείου και θεολόγος καθηγητής, πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Γρατσούνας, μεταφέροντας και τις ευχές του σεβ/του μητροπολίτου Λαρίσης κ. Ιγνατίου και ο πρόεδρος του παραρτήματος Μαγνησίας της ΠΕΘ κ. Τριαν. Πασιάς, ο οποίος συντόνισε και την εκδήλωση.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Σκέψεις μ' αφορμή "Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών"


Σκέψεις με αφορμή «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας», βιβλίο που έγραψε ο Ανδρέας Αργυρόπουλος

Του Αλέξανδρου Σταθακιού,
Θεολόγου - κοινωνιολόγου

Πριν λίγες μέρες η Εκκλησία και η Εκπαίδευση γιόρτασαν για μία ακόμα φορά την γιορτή των «Τριών Ιεραρχών» (Βασίλειος Καισαρείας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος). Είναι μια γιορτή που για τους μαθητές σημαίνει χάσιμο μαθημάτων, για πολλούς καθηγητές θρησκευτικών αντιγραφή «πανηγυρικών», οι περισσότεροι των οποίων γράφτηκαν σε μετεμφυλιακές εποχές, όταν η εκκλησία και πολύ περισσότερο η «χριστιανική» ιδεολογία των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων χρησιμοποιήθηκαν ως αντίβαρο στην αυξημένη πίεση του λαού και ιδιαίτερα της νέας γενιάς (βλέπε 114) για βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στη χώρα μας. Είναι μια γιορτή επίσης, που για τους υπέρμαχους του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους σημαίνει ευκαιρία πολεμικής «απέναντι σε ένα σχολείο που είναι κολλημένο στο παρελθόν», ενώ για τους απέναντι σε αυτή την άχαρη διελκυστίνδα είναι σημείο υπεροχής του γηγενούς πολιτισμού, που είναι στόχος «σκοτεινών κέντρων του εξωτερικού».

Οι καταστάσεις αυτές είναι σίγουρο ότι θα απογοήτευαν τους ίδιους τους τρεις Πατέρες της Εκκλησίας. (Και μόνο η μετατόπιση από τον γεμάτο συναισθηματική αξία και σχεσιακή δυναμική τίτλο του «Πατέρα» στον εξωτερικό τίτλο του «Ιεράρχη» -κατά το «Στρατάρχης» ενδεχομένως- έχει το νόημά της).
Στον Βασίλειο θα έδιναν ευκαιρία για λεπτή ειρωνεία και στοχαστική παρατήρηση των κοινωνικών ηθών.
Στον ευαίσθητο ποιητή Γρηγόριο τον Θεολόγο, θα έδιναν την ευκαιρία να θεολογήσει «αποφατικώς»: Να επισημάνει δηλαδή το πόσο απέχει η περιγραφή της σχέσης από την ίδια τη σχέση.. ( Και πολύ περισσότερο όταν αφορά τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό) . Στο δε Χρυσόστομο, θα έδιναν την ευκαιρία για «πύρινους» λόγους ενάντια στην υποκρισία πολιτικών και εκκλησιαστικών ηγεσιών.

Είναι αλήθεια, ότι η εορτή η ίδια επιβλήθηκε από τα πάνω στο εκκλησιαστικό σώμα ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών στο ύστερο Βυζάντιο (βλέπε: Τσαούσης Δ. , «Πολιτικές διαστάσεις της εορτής των Τριών Ιεραρχών», περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ 67/1982).
Αν και βέβαια βρήκαν καθιερωμένη τη γιορτή εντός του εκκλησιαστικού σώματος κατά την ανάδυση του νεοπαγούς Ελληνικού Βασιλείου, οι τότε πολιτικοί ηγέτες την είδαν πάλι σαν μια ευκαιρία, ξεκινώντας από τη νέα γενιά, για να προβάλλουν το Ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα και έτσι καθιερώθηκε σαν σχολική εορτή.
Βέβαια, ενώ το Ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα εξυπηρέτησε πολλές ανάγκες της νέας χώρας και της κοινωνίας που ζούσε μέσα σε αυτή μέχρι και τις αρχές του προηγούμενου αιώνα (και βέβαια βρήκε κοινωνικές και πολιτισμικές βάσεις να «πατήσει»), όταν, περίπου με την μικρασιατική καταστροφή, άρχισε να μεταβάλλεται το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο, αυτό συνέχισε ως συντηρητικό εργαλείο μέχρι και της γελιοποίησης του στον καιρό της Δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι η περίφημη Ελληνοχριστιανική σύνθεση, με τον τρόπο που την ευαγγελίζονται πολλοί πανηγυρικοί που έχουμε ακούσει τουλάχιστον ως μαθητές, υπήρξε μόνο ως ιδεολογία του προπροηγούμενου αιώνα.
Αυτό που υπήρξε ήταν μια ανοιχτή (ακόμα και σήμερα) διαλεκτική συνάντηση του ρωμαλέου Ελληνορωμαϊκού Πολιτισμού με την Χριστιανική Οικουμενικότητα.
Αυτό δηλαδή που υπήρξε αφ’ ενός ήταν ένας ανοιχτών οριζόντων Ελληνορωμαϊκός Πολιτισμός που μπόρεσε, να βρει σημεία διαλόγου και να συμπορευτεί εν τέλει με το αρχικά πολύ μακρινό του Ιουδαιοχριστιανικό πνεύμα, όπως μπορεί και σήμερα να συμπορευτεί με άλλες Παραδόσεις που εισβάλουν εντός του. Αφ’ ετέρου ήταν μια φιλάνθρωπη και ουσιαστική Εκκλησιαστική νοοτροπία και συμπεριφορά, που, παρ’ όλες τις εξαιρέσεις, μπόρεσε τελικά να παρουσιάσει το γεγονός της Παρουσίας του Χριστού εντός των ανθρώπων με άλλο πολιτιστικό κέλυφος.
Αυτός ο διάλογος βέβαια δεν σταμάτησε , συνεχίζει ακόμα και σήμερα, είναι η Ορθοδοξία. Αλίμονο, αν σταματήσει, αν παγιωθεί σε μια στάση του στο παρελθόν, θα είναι για τα μουσεία και τότε οι «πανηγυρικοί της ημέρας» δεν θα έχουν να πουν σε κανένα τίποτα.
Θα μου πείτε ποιο το νόημα όλων αυτών σε μια βιβλιοκριτική για «το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών»;

Μα γιατί όλη αυτή επιμονή στο γεγονός ότι η παρουσία αυτών των τριών προσωπικοτήτων διευκόλυνε τον διάλογο ανάμεσα στον Έλληνα λόγο και το Χριστιανικό Ευαγγέλιο, τους αδικεί ως προσωπικότητες. Πόσοι, ας πούμε, αναφέρονται σε έναν λόγο που εκφωνείτε ενώπιον μαθητών και δασκάλων στο πως ο Βασίλειος προσεγγίζει την δημιουργία Κόσμου και Ανθρώπου; Στην «Ομιλίαν» του «εις την Εξαήμερον» και αλλού; Πόσοι λένε ότι αν είχαν κατανοηθεί ουσιαστικά οι απόψεις δεν θα είχε γραφτεί από Χριστιανικής πλευράς ούτε ένα "ιώτα" εναντίον του Δαρβίνου και της θεωρίας "της Εξέλιξης των Ειδών", αφού όλο το Σύμπαν για τον Βασίλειο προέρχεται από έναν “σπόρο”. Τα άστρα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι, είμαστε βλαστοί που φύτρωσαν από τον ίδιο Αρχικό Σπόρο. Ο άνθρωπος δηλαδή προήλθε ως δυνατότητα της ίδιας της φύσης, την οποία, όσοι πιστεύουν, μπορούν να δεχτούν ότι την προίκισε ο Θεός με αυτή την δυνατότητα.
Οι άνθρωποι αυτοί βέβαια ζούσαν έντονα την εποχή τους και τις δυνατότητές της. Επίσης δεν έγραφαν συνήθως επιστημονικά συγγράμματα, αλλά ομιλίες οι οποίες τις περισσότερες φορές είχαν ως αφορμή ένα γεγονός, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσουν άμεσα και πρακτικά ως υπεύθυνοι μιας κοινότητας, της εκκλησιαστικής.
Έτσι ουδόλως δεν χάνουν ως προσωπικότητες, αν παραδεχτούμε ότι σε κάποιες διατυπωμένες απόψεις τους, κοινωνικές, παιδαγωγικές, ψυχολογικές κάνουν λάθος, ή και δεν φαίνεται να μας βοηθούν σήμερα.

Για παράδειγμα, ορισμένες προτάσεις του Ιωάννη του Χρυσόστομου για την ερωτική σχέση ανδρών και γυναικών, ενδέχεται να δημιουργούσαν μεγαλύτερο πρόβλημα στους σημερινούς νέους, από αυτό που θα προσπαθούσαμε να επιλύσουμε με την χρήση τους. Άσε, που ο Ιωάννης σε άλλους λόγους μιλώντας με άλλη αφορμή και άλλο στόχο, μπορεί να μην τα έλεγε έτσι ακριβώς.
Και αυτή μας η συμπεριφορά δεν θα είναι μακριά από όσα και οι ίδιοι ουσιαστικά πίστευαν. Ο Βασίλειος, για παράδειγμα, τελειώνοντας τους Κανόνες του γράφει περίπου ότι όλους αυτούς τους έθεσε για την «σωτηρία των ανθρώπων», δηλαδή, αποκωδικοποιώντας την εκκλησιαστική γλώσσα, για την ειρήνευση των ανθρώπων με τον εαυτό τους, τους άλλους και τον Θεό. Και προτρέπει τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς, αν διαπιστώσουν ότι ακόμα και οι δικοί του κανόνες σε κάποια περίπτωση δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, τότε να μην τους εφαρμόσουν!
Μετά από όλες αυτές τις εξηγήσεις, νομίζω ότι μπορεί να αναδειχθεί η σημασία του βιβλίου που θέλω να σας παρουσιάσω: «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας», του Ανδρέα Αργυρόπουλου Σχολικού Συμβούλου θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.

Ο κ. Αργυρόπουλος, εν προκειμένω, μας εισάγει στον Κοινωνικό Ριζοσπαστισμό και των τριών που είναι μάλλον το κύριο συνδετικό στοιχείο τους, εκτός βέβαια από την ιδιότητά τους ως εκκλησιαστικών ηγετών.

Γράφει: «Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες, εξεγέρσεις κλπ. Το μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας πάντα επίκαιρο και επαναστατικό, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν.»

Για τον αγώνα και των τριών για Κοινωνική Δικαιοσύνη έχουν μιλήσει και γράψει πολλοί, αλλά λίγες φορές σε ένα μεστό και εκλαϊκευτικό κείμενο, παρουσιάζεται αυτός τόσο καθαρά σε σχέση με προβλήματα που υπάρχουν και σήμερα και τα ζούμε δίπλα μας.
Αναφερόμενος στον Χρυσόστομο σημειώνει: «Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ' την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.» Αυτή σημείωση έχει μεγάλη σημασία για τους μαθητές του –κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου- και τους γονείς τους. Είναι νησιά που δέχονται τους κοινωνικούς λεπρούς, τους λεγόμενους «λαθρομετανάστες», την ζωή των οποίων και σήμερα οι περισσότεροι συνεχίζουμε να μετράμε με βάση το αν κάνει ζημιά στο τουριστικό μας προϊόν.
Και συνεχίζει «Οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο.»
Αλήθεια εμείς δεν είμαστε που αντιδράμε στην επέκταση των Κέντρων Φιλοξενίας Προσφύγων, εμείς δεν είμαστε, ακόμα και κληρικοί, που αισθανόμαστε άσχημα από την παρουσία των μελαψών στο κέντρο των πόλεων;
Η θεσμική εκκλησία, συχνά πιστεύει ότι έχει λόγο για θέματα παιδείας, οικογενειακού δικαίου κ.λ.π. και παρεμβαίνει, αλλά για την υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων σπάνια έχει παρέμβει δημόσια. Ο Βασίλειος ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Αργυρόπουλος , « με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.»
Στην συνέχεια καταδεικνύει ότι η δράση του Βασιλείου και του Χρυσόστομου, δεν ήταν περιφερειακό γεγονός, δεν ήταν «φιλανθρωπία», του στυλ που έχουμε γνωρίσει από σημερινούς κεφαλαιούχους, αλλά οργανωμένη κοινωνική παρέμβαση: «Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.»

Και δεν θα μπορούσε να κάτι άλλο από κοινωνική παρέμβαση, γιατί όλη η πρακτική τους έχει θεωρητικό υπόβαθρο. Το καταδεικνύει ο συγγραφέας:
«Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο ...; Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», (Περί φιλοπτωχίας PG 35, 892 Α-Β).

Το βιβλίο επίσης αναφέρεται και στην εκπαιδευτική οπτική και των τριών, η οποία σύμφωνα με τον συγγραφέα στοχεύει, αντίθετα με ότι πιστεύουν οι πολλοί στην απελευθέρωση του ανθρώπου από όλα τα δεσμά και στην ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος, ακόμα και αν αυτό αμφισβητήσει την ίδια την Εκκλησία και όχι να δημιουργήσει ακόλουθους της, που την ακολουθούν γιατί δεν μπορούν να την αμφισβητήσουν.
Αυτό εξάλλου μπορεί να συναχθεί από την θέση των περισσοτέρων Πατέρων της εποχής τους, ότι η πίστη έχει τρεις μορφές:
Αυτή «του δούλου» που πιστεύει επειδή φοβάται, του «μισθωτού», που πιστεύει επειδή περιμένει προσωπικά ανταλλάγματα και του «Ελεύθερου» που πιστεύει επειδή αγαπά, όχι μόνο τον Θεό, αλλά και την Οικουμένη ολόκληρη και η πίστη του δίνει νόημα στη σχέση που κάνει μαζί της.
Η ένταξη του ανθρώπου στην Εκκλησιαστική Κοινότητα και η Παιδεία εντός της, κύριο στόχο έχει να τον βοηθήσει να περάσει από τις 2 πρώτες μορφές στην τελευταία.
Συνεπώς, μετά από όλα αυτά, θεωρώ ότι αν μπορούσε να δοθεί ένας υπότιτλος σε αυτό το βιβλίο θα ήταν το ρητό του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού που περιέχεται μέσα σε αυτό: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».

Και μετά από όλα αυτά τι γίνεται με τη γιορτή;
Να καταργηθεί;
Κοιτάξτε, αν τη θέλουμε μια γιορτή που να επιβάλλει από τα πάνω την Ελληνικότητα και την Χριστιανικότητα, νομίζω ότι θα δυσκολευτεί στον κόσμο που έρχεται.
Αν τη θέλουμε μια γιορτή, που η ευκαιρία της ύπαρξης κάποιων τριών «παλαβών» από αγάπη για τον άνθρωπο, ακόμα και με τα μέτρα τα σημερινά, μας κάνει θυμόμαστε πόσο μακρινή είναι η ιστορία του ανθρωπισμού, τότε μάλλον θα επιζήσει.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Το διαχρονικά ζωηφόρο μήνυμα των Τριών Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας


Tου Παναγιώτη Τσαγκάρη,

Θεολόγου - Υπευθύνου ΣΕΠ ΚΕΣΥΠ Καλλονής Λέσβου
Προέδρου της Ένωσης Θεολόγων Νομού Λέσβου
(Παράρτηματος της ΠΕΘ)
***
Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Δημοτικό θεάτρο Μυτιλήνης, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η Περιφερειακή Δ/νση Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών, στις 30 Ιανουαρίου 2010.
***
«Τρισήλιον Φως τρεις άνηψεν ηλίους»(1), ήλιους ορθόδοξης θεολογίας, χριστιανικής φιλοσοφίας, οικουμενικής παιδαγωγίας, θυσιαστικής διακονίας, οιακόστροφης ποιμαντορίας, ανεπανάληπτης συγγραφικής και ποιητικής μεγαλουργίας, «Βασίλειον τον Μέγαν και τον Θεολόγον Γρηγόριον συν τω κλεινώ Ιωάννη τω την γλώτταν χρυσορρήμονι».(2)
Τα παραπάνω υπερθετικά κατηγορήματα που ευλαβικά αποδώσαμε στους Τρείς Πατέρες της Εκκλησίας είναι αλήθεια, ας το ομολογήσουμε, ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πομπώδη, μεγαλόσχημα και συντεχνιακά ενώ είναι βέβαιο ότι θα αξιολογηθούν ως ασήμαντα από πολλούς νεοέλληνες τους οποίους ακόμη και η εορτή των Τριών Ιεραρχών τους αφήνει ασυγκίνητους και κάποιους μάλιστα τους ενοχλεί. Γιατί; διότι «δεν μας συγκινούν πια ούτε η σοφία, ούτε η αγιοσύνη, διότι δεν εκτιμούμε πια ούτε τους Έλληνες προγόνους μας ούτε τους Πατέρες της Εκκλησίας. Άλλες αντιλήψεις, άλλα πιστεύματα, άλλα ιδανικά τώρα βρήκαν θέση μέσα μας»(3).
Τα δυτικά ξυλοκέρατα των διαφόρων αθεϊστικών φιλοσοφικών ρευμάτων, ως πολιτιστικά υποπροϊόντα της Εσπερίας, εισήχθησαν από τα τέλη του 19ου αιώνα και στην καθ΄ ημάς εγχώρια πραγματικότητα προλειαίνοντας το έδαφος για τη συσσωμάτωση μας στην νέα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία.

Στην πορεία αυτή της μεταμοντέρνας κοινωνίας μας, προς το «οικουμενικό χωριό», δεν αναγνωρίζουμε πλέον λόγο ύπαρξης στην αντικειμενική και απόλυτη Αλήθεια αλλά θεοποιούμε την υποκειμενικότητα και σχετικοποιούμε ακόμη και την πραγματικότητα.
Και ως εκ τούτου αμφισβητούμε τα παλαιά, αποδομούμε τα δοκιμασμένα και θεοποιούμε τα νέα. Το ερώτημα που διαρκώς μας τριβελίζει το μυαλό, είναι πως θα πάμε μπροστά, πως θα προοδεύσουμε, σκεπτόμενοι όμως πάντα ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά.
Η νοοτροπία αυτή διαποτίζει όλο το είναι της ζωής μας. Αγγίζει ακόμη την Παιδεία και γιατί όχι και την Εκκλησία.

Επενδύουμε έτσι, σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική εκπαίδευση, η οποία αποθεώνει την ποσοτική πληροφόρηση και την εργαλειακή γνώση ως μοχλούς προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αδιαφορεί όμως επικίνδυνα για την κριτική σκέψη, την πνευματική καλλιέργεια, την αλήθεια. Από την άλλη, οι μετέχοντες του εκκλησιαστικού γεγονότος, με το να παρασυρόμαστε συχνά σε μια ακατάσχετη και ψευδώνυμη αγαπολογία, υποβαθμίζουμε την Αλήθεια και την Πίστη. Έτσι επέρχεται η λήθη της Αλήθειας και με αυτή τη νοοτροπία, δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός της λησμοσύνης του μεγέθους της προσφοράς των Τριών Ιεραρχών και της τιμής που οφείλουμε σ΄ εκείνους.

Επίσης, είναι αξιοπρόσεκτο και το επισημαίνουμε, ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των λόγων που εκφωνούνται προς τιμή τους, ενώ υπάρχει πληθώρα αναφορών στο παιδαγωγικό και κοινωνικό μήνυμα τους, απουσιάζει το όνομα Εκείνου που είναι το αίτιο της ύπαρξης τους. Εκείνου που κατά την πίστη τη χριστιανική είναι η όντως Αλήθεια. «Έστι δε η αυτοαλήθεια ο Θεός ημών»(4) θα πει ο Μέγας Βασίλειος. Απουσιάζει το υπέρ παν όνομα, το όνομα του σαρκωμένου Λόγου του Θεού, του Χριστού.
Γιατί; Μήπως άραγε, επειδή, στον κοσμοπολίτικο κόσμο μας του life style, της ψηφιακής εικόνας, της virtual reality πραγματικότητας, της μοριακής βιολογίας, της νανοτεχνολογίας, το όνομα του Χριστού θεωρείται δεδομένο ή μήπως στερεότυπο, παράταιρο ή και απαγορευμένο;

Στο δημόσιο διάλογο που τον τελευταίο καιρό διεξάγεται για την απομάκρυνση των θρησκευτικών(βλέπε Χριστιανικών) συμβόλων από τους δημόσιους χώρους, η ειρωνική έκφραση «Κυκλοφορεί στα σχολεία επικίνδυνος τις ονόματι Χριστός»(5), που ειπώθηκε για να καταδείξει το παράλογο του ζητήματος, μας προβληματίζει. Επιτρέψετέ μου λοιπόν σήμερα ταπεινά να θυμίσω στην αγάπη σας ότι ο Θεολόγος Γρηγόριος έλεγε χαρακτηριστικά, «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον»(6). Συχνότερα να θυμάσαι το Θεό, παρά να αναπνέεις.

Το όνομα του Ιησού Χριστού βρισκόταν ανελλιπώς στα χείλη των Τριών Αγίων. Κι ακόμη περισσότερο, βιώνοντας ο μεγάλος άγιος της Καισαρείας, «Το ζην ημίν Χριστός» (Φιλιπ. 1, 21) (Για μας όλη η ζωή είναι ο Χριστός), τονίζει ότι κατά συνέπεια οφείλουμε: «Και ο λόγος μας να αναφέρεται στο Χριστό, και η σκέψη μας και κάθε πράξη μας να εξαρτώνται από τις εντολές Του και η ψυχή μας να μορφωθεί σύμφωνα με την προσωπικότητα του Χριστού»(7).
Αυτό ήταν το πνεύμα των Τριών Πατέρων οι οποίοι δεν φιλοσοφούσαν, αλλά θεολογούσαν. Οι οποίοι επίστευαν, εβίωναν, ελάτρευαν, εκήρυτταν εσταυρωμένο και αναστημένο Χριστό. Και οι οποίοι ως Χριστοφόροι και Χριστοκήρυκες αναμόρφωσαν την Οικουμένη.
Ακράδαντη πίστη τους ήταν πως δεν σώζει, ούτε λυτρώνει, ο επικριτικός, τυπολατρικός, φαρισαϊκός, πολιτικός, τεχνοκρατικός και φιλοσοφικός λόγος, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Οι διάφοροι λόγοι τρέφουν και τέρπουν τον εγωισμό, την ιδέα της παντοκρατορίας του ανθρώπου, καλλιεργούν το σφετερισμό ιδιωμάτων ετέρου και υποδαυλίζουν την ελκυστική ιδέα της αντιποίησης αρχής δηλαδή της όντως αρχής της Ζωής, της Αλήθειας και του Φωτός, του Χριστού. Ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός λέει χαρακτηριστικά: «Την ανθρώπινη σοφία, τους ανθρώπινους λόγους τους εγκατέλειψα, γιατί ακολούθησα το λόγο του μεγάλου Θεού, που υπερκαλύπτει κάθε ευμετάβλητο, πολύπλοκο λόγο του ανθρώπινου νου»(8).
Σήμερα ζούμε στην εποχή της βασιλείας του λόγου, αλλά παραθεωρούμε τον Υιό και Λόγο του Θεού. Μήπως εκλείπει η πίστη και γι΄ αυτό απουσιάζει και η ομολογία;
Οι Τρεις όμως, σήμερα τιμώμενοι Άγιοι, ως αυθεντικοί «βλαστοί Ευαγγελίου»(9), «διατήρησαν το θεμέλιο της πίστεως στο Χριστό ασάλευτο»(10), διότι γράφει ο ιερός Χρυσόστομος «όποιος ξεφύγει από την πίστη, δεν στέκεται πουθενά αλλά κολυμπάει εδώ και εκεί έως ότου καταποντισθεί τελείως»(11). Αντίθετα, συνεχίζει ο ίδιος Πατέρας, «τα μέγιστα δια της πίστεως και ου δια λογισμών κατορθούνται»(12). Και ακόμη περισσότερο συνεχίζει: «Η πίστη αποδεικνύει τη γνησιότητα των πράξεών μας και από την ειλικρινή πίστη γεννιέται η αγάπη, γιατί εκείνος που πιστεύει αληθινά στο Θεό, δεν ανέχεται ποτέ να εγκαταλείψει την αγάπη»(13).
Αλλά και η άσκηση της αγάπης οφείλει να συμβαδίζει με την ομολογία του ονόματος του Χριστού, ο οποίος είπε: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(Ιωαν. 15, 5).
Αν δεν υπάρξει σύζευξη ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, ο λόγος της ζωής γίνεται φιλοσοφικός και ειδωλοποιείται. Όταν λοιπόν, αλλοιώνεται η πίστη αλλοιώνεται και η ζωή. Αυτή είναι η αλήθεια.
Οι έμπειροι και πνευματοφόροι Πατέρες «έδιναν πάντα προτεραιότητα στην αλήθεια, προκειμένου να διασώσουν την καθολικότητα του νοήματος της ζωής»(14). «Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να πάθει κανείς είναι να χάσει την αλήθεια»(15) τονίζει εμφαντικά ο Βασίλειος.

Ο συνδυασμός λοιπόν, «Πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5, 6), όπως είπε ο Απόστολος Παύλος, οδηγεί στην επίτευξη του πρωτεύοντος στόχου, στην αγιότητα, στην σωτηρία.
Είναι ξεκάθαρη η προτροπή του Χρυσοστόμου προς πάντας και ιδιαίτερα προς τα νιάτα: «Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστί»(16). Αυτή είναι και η πρόταση παιδείας( με την ευρύτερη έννοια της λέξης και όχι μόνο της εκπαίδευσης) των Τριών Ιεραρχών, καθώς οι ίδιοι δεν ήταν εκπαιδευτικοί αλλά παιδαγωγοί εις Χριστόν.
«Κατ΄ αυτούς η παιδεία του κόσμου θεωρείται αντικειμενικώς μόνο μέσα από την παιδεία του Κυρίου»(17). Οραματίζονται την παιδεία ως τη διαδικασία που θα οδηγήσει τον άνθρωπο να «απελευθερωθεί, όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Κορναράκης, από την ψευδαίσθηση ότι η φύση του δικαιώνεται διαμέσου των γνώσεών του και να οικειωθεί την αυθεντικότητα της υπάρξεως πού δεν ορίζεται από το εκάστοτε σύστημα γνώσεων άλλα από τη δυνατότητα αυτογνωσίας και τέλος την κατάκτηση της αληθινής «θεογνωσίας»(18).
Αλλά και με την στενότερη έννοια της εκπαίδευσης αν προσεγγίσουμε το έργο τους θα ωφεληθούμε, διότι θα διδαχθούμε από τη Χρυσοστομική γραφίδα και πάλι, ότι: «Ο άριστος όρος και σκοπός της διδασκαλίας είναι αυτός, το να οδηγούν οι δάσκαλοι τους μαθητές, με όσα πράττουν και με όσα λένε, στον ευτυχισμένο βίο πού όρισε ο Χριστός»(19).

Είναι βέβαια τέτοια η έκταση του παιδαγωγικού χαρακτήρα του έργου των Τριών Ιεραρχών και τόσο πολυμερής η όλη διδακτική και παιδαγωγική μεθοδολογία τους, που ίσως θα έπρεπε να μελετηθεί η πρόταση, να συμπεριληφθεί ως μάθημα στα παιδαγωγικά τμήματα των πανεπιστήμιων μας.
Οι πνευματικές τους παρακαταθήκες λοιπόν, είναι πολυτιμότατα κεφάλαια διότι υπενθυμίζουν σε όλους, ότι η αυτονόμηση του ανθρώπου από το Θεό, η πνευματική λοξοδρόμηση, είναι η γενεσιουργός αιτία της προσωπικής αλλά και της κάθε πολυεπίπεδης κρίσης που βιώνουμε διαχρονικά ως κοινωνία.
Ο καθένας μας λοιπόν, προσωπικά και η κοινωνία μας συνολικά μπορεί να βρει την απάντηση στις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος, μέσα από τα σπλάγχνα της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης μας. Μέσα από την πρόταση της οικουμενικότητας, της καθολικότητας και της αλήθειας του μηνύματος των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτή «η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση μας αποτελεί το παρελθόν που ταυτίζεται με την ζωή, το βαθύτερο είναι μας και την προοπτική μας. Το Ορθόδοξο παρελθόν μας αποτελεί το δικό μας μέλλον και την ελπίδα του κόσμου»(20).
Μια παράδοση που ζει την Πεντηκοστή ως ένα συνεχές παρόν στο διάβα των αιώνων, που σαρκώνεται στις μέρες μας, στα ιερά ασκητήρια του αγιασμένου Άθωνα, στα ταπεινά κελλάκια των οσίων Γερόντων του αιώνα μας και στις άσημες καμαρούλες-Ησυχαστήρια των πολυκατοικιών της πολύβουης Αθήνας.
Μια παράδοση που λειτουργείται, στα (20)είκοσι μοναστήρια που ίδρυσε στις μέρες μας, στην έρημο της Αμερικής, ο φορτωμένος με την Αγιορείτικη πνευματική κληρονομιά, Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης(21), καθώς και σ΄ όλες τις Εκκλησιές και τα μοναστήρια της Ορθοδοξίας.
Μια παράδοση που ομολογείται διακονικά «εν τω συνδέσμω της ειρήνης»(Εφ. 4, 3) και της αγάπης του Χριστού στην Αφρική και τις λοιπές χώρες της Ιεραποστολής και μαρτυρείται θυσιαστικά σε διάφορες χώρες, όπως στη σημερινή Ρωσία του σύγχρονου δεκαεννιάχρονου νεομάρτυρα Ευγένιου Ροντιόνωφ ο οποίος την ζωή του πρόσφερε «θυσία τω Θεώ»(Ψαλ. 50, 17) αρνούμενος την πολλοστή(16 φορές) προτροπή του Τσετσένου δημίου του να αφαιρέσει από το λαιμό του το βαφτιστικό σταυρουδάκι που φορούσε, για να σώσει τη ζωή του(22).
Μια παράδοση που ζωοποιεί αυθεντικά στο παρόν, το μήνυμα που οι Τρεις αδάμαστες ψυχές της πίστης, οι σημερινοί εορταζόμενοι Πατέρες μας καταθέτουν. Μας οδηγούν σ΄ Αυτόν «ον ηγάπησεν η ψυχή τους»(Άσμα Ασμάτων Κεφ. 1, 7). Σ΄ Αυτόν τον τόσο γνωστό και τόσο άγνωστο, την Πηγή της Ζωής, τον Ζωοδότη Χριστό. Σ΄ Αυτόν τα λόγια του οποίου μας υπενθυμίζει ο Χρυσορρήμων Ιωάννης: «Εγώ είμαι πατέρας σου, εγώ αδελφός σου, εγώ νυμφίος της ψυχής σου, εγώ το σπίτι που μπορείς να καταφύγεις, εγώ η τροφή σου, εγώ το ένδυμα σου, εγώ η ρίζα σου, εγώ το στήριγμα σου, εγώ είμαι κάθε τι πού επιθυμείς· κοντά μου δεν θάχεις ανάγκη από τίποτε»(23).
Για να μην έχουμε λοιπόν, από τίποτα ανάγκη, για να είμαστε αληθινά ελεύθεροι, εμείς και τα παιδιά μας και για να μην λυπούμε το Πνεύμα του Θεού με την απρόσεκτη βιοτή μας, εύχεσθε Σεβασμιώτατε, να μας φωτίζει ο Θεός όλους μας, καθώς και τον ομιλούντα, για να αποκτήσουμε την ίδια σχέση ζωής που είχαν και οι Τρείς αειλαμπείς Πατέρες, με την Πηγή της Ζωής, έτσι ώστε να ελπίζουμε στο έλεος Του για να αξιωθούμε της σωτηρίας.
Άλλωστε δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, από το διαχρονικά ζωηφόρο μήνυμα των Τριών Μεγάλων Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ένα μήνυμα το οποίο δεν είναι διαφορετικό από το μήνυμα των Προφητών, των Αποστόλων, των Οσίων, των Μαρτύρων, των Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι το μήνυμα της πίστης και της αγάπης στο πρόσωπο της μοναδικής Αλήθειας, του Ιησού Χριστού και σ΄ όσα Εκείνος μας παρέδωσε.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Υποσημειώσεις:
1.Ακροστιχίδα κανόνα σε ήχο β΄ που συνέθεσε προς τιμήν των Αγίων, ο Ιωάννης Μαυρόπους Μητροπολίτης Ευχαϊτων. Βλ. ΘΗΕ λήμμα «Τρείς Ιεράρχαι», σελ. 841.
2.Από το Απολυτίκιον των Τριών Ιεραρχών.
3.(†)Διονυσίου Ψαριανού, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης (1983), Στους Τρεις Ιεράρχες. Βλ. Κωνσταντίνου Χολέβα (2008), Ελληνορθόδοξη Πορεία-Ανθολόγιο Κειμένων, Δομή, Αθήνα, σ. 59.
4.Βασιλείου του Μεγάλου, Επιστ. 233, Αμφιλοχίω Επισκόπω ερωτήσαντι, 2, ΕΠΕ 1, 148 – ΒΕΠ 55, 282 – MG 32, 865, 868, Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 324.
5.Μάκη Δεληπέτρου, Επικίνδυνος τις, ονόματι Ιησούς, κυκλοφορεί στα σχολεία!. Βλ. εφημερίδα «Απογευματινή», 5-11-09. Επίσης βλ. http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2198&Itemid=172.
6. Γρηγορίου του Θεολόγου Λόγοι, Θεολογικός πρώτος - Προς Ευνομιανοὺς προδιάλεξις. Βλ. http://www.imka.gr/book/theologikos-protos-pros-eunomianous-prodialexis
7. Βασιλείου του Μεγάλου, Επιστ. 159, Ευπατερίω και τη θυγατρί αυτού, 1, ΕΠΕ 3, 506 – ΒΕΠ 55, 182 – MG 32, 620, Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Γ΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 615.
8.Φ.(2010), Άρθρο, Το μυστικό τους, περιοδικό Προς την Νίκην, τεύχος 719, σ.8.
9. Από το Απολυτίκιον των Αγίων Πάντων.
10.Μεγάλου Βασιλείου, Εις Γόρδιον τον μάρτυρα. Βλ. και περιοδικό Η Δράσις μας, 1997, τεύχος 344, σ. 12.
11.Εις Α΄ Τιμ., ομιλ. Ε΄, 2, ΕΠΕ 23, 204 MG 62, 528. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη & Ουρανίας Α. Λαναρά(1995), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, τόμος Γ΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα, σ. 727.
12.Εις Εβρ., ομιλ. ΚΒ΄, 1, ΕΠΕ 25, 116 MG 63, 154. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 687.
13.Εις Α΄ Τιμ., ομιλ. Β΄, 1, ΕΠΕ 23, 142 MG 62, 509. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 615.
14.Α.Μ.(2005), Άρθρο, Θεολογικοί προβληματισμοί και θεολογική τεκμηρίωση της ορθόδοξης συμμετοχής στον οικουμενικό διάλογο σήμερα, περιοδικό Επίγνωση, τεύχος 92, σ. 12. Βλ. http://www.zephyr.gr/STJOHN/epi92.htm
15.Επιστ. 204, Τοις Νεοκαισαρεύσι, 3, ΕΠΕ 3, 164 – ΒΕΠ 55, 235 –MG32, 748. Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 325.
16. Εις Εβρ., ομιλ. ΚΘ΄, 3, ΕΠΕ 25, 282 MG 63, 205. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 600.
17.Κωνσταντίνος Κορναράκης(1999), Παιδεία Κυρίου - Ο οντολογικός χαρακτήρας και η διαλεκτική φύση του παιδαγωγικού έργου κατά τους Τρεις Ιεράρχες, Ανάτυπον εκ της Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Τιμητικόν αφιέρωμα εις Αθανάσιον Π. Χαστούπην, τόμος ΛΔ΄, σ. 416.
18.Κωνσταντίνος Κορναράκης, Παιδεία Κυρίου, ό.π. σ. 416.
19.Περί Ιερωσύνης, λόγος Δ΄, 8, ΕΠΕ 28, 234 – MG 48, 671. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 601.
20.Νκολάος Χατζηνικολάου, Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής(2000), Άρθρο, Αποκρυπτογράφηση του εκκλησιαστικού γονιδιώματος, περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, Αρ. Φύλλου 108(205), σ. 17.

21.Μελέτιος Βαρδαχάνης, Αρχιμανδρίτης, Θαύμα στην Αμερική του πατρός Εφραίμ. Βλ. http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1554&Itemid=195
22.Για το Μαρτύριο του Ευγένιου Ροντιόνωφ βλ. http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=880&Itemid=29
23.Εις Ματθ., ομιλ. ΟΣΤ΄, 5, ΕΠΕ, 12, 34 – MG 58, 700. Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 256.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Oι Τρείς Ιεράρχες και το σύγχρονο σχολείο

OΙ Τρείς Ιεράρχες και το σύγχρονο σχολείο, είναι το θέμα της σημερινής (Παρασκευή, 29/01/2010) εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία», η οποία μεταδίδεται από το Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM) κάθε Παρασκευή στις 6 μ.μ.

Καλεσμένοι στο studio της εκκλησιαστικής ραδιοφωνίας για τη σχετική συζήτηση με τον δημοσιογράφο - θεολόγο Χάρη Ανδρεόπουλο και μ’ αφορμή την αυριανή γιορτή των Προστατών της Παιδείας και των Γραμμάτων μας Τριών Ιεραρχών , είναι οι Νικ. Παύλου, θεολόγος – ιστορικός, Μ.Sc., υπ. δρ. ΑΠΘ, διευθυντής του 14ου Γυμνασίου και ο Σταύρος Γουλούλης, Δρ. φιλόλογος, διευθυντής της τοπικής υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), ενώ μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας θα μιλήσει και ο Σχολικός Σύμβουλος Β. Αιγαίου Ανδρέας Αργυρόπουλος, συγγραφέας του βιβλίου «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών»

* Eπισημαίνεται ότι η εκπομπή μεταδίδεται και μέσω της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης http://www.imlarisis.gr/live.php , που σημαίνει ότι ακούγεται, μέσω του διαδικτύου, σ' όλη την Ελλάδα. Οι ακροατές μπορούν να καταθέτουν τις απόψεις τους κατά τη διάρκεια της εκπομπής, στο τηλ. 2410 - 624926.