Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

H ευγένεια των Αγίων και ο σύγχρονος εκκλησιαστικός σουρρεαλισμός

"Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ"

(εν όψει της ληστρικής παρασυνόδου της 21 Ιανουαρίου, στα θεσσαλικά χώματα)"

Του Κώστα Νούση,
Φιλολόγου - Θεολόγου ΑΠΘ

Περιδιαβαίνοντες στους βίους των αγίων και διακρίνοντες την ευαισθησία και λεπτότητά τους ιστάμεθα έκθαμβοι ενώπιον της ποιητικής τους ψυχής και της εκλεπτυσμένης τους συνείδησης και διαγωγής που μαρτυρούν την επενέργεια του ταπεινού Πνεύματος του Θεού στις ψυχές τους. Καθρεφτιζόμενοι δε στα πρόσωπά τους αισθανόμαστε την πνευματική μας ανεπάρκεια και τη διαστροφή υπό της συντριπτικής πλειοψηφίας των χριστιανών της ορθοδόξου πνευματικότητας και του ευαγγελικού ήθους.

Ενδεικτικώς ορώντες στο βίο του στύλου της Ρωσίας οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ θυμόμαστε την προσφώνησή του «χαρά μου» στον κάθε επισκέπτη του προσκυνητή ανεξαρτήτου καταγωγής και μορφωτικού επιπέδου. Πάντοτε τόνιζε και συνεβούλευε εξάλλου ότι το χαρακτηριστικό των πνευματικών ανθρώπων είναι ο ευγενικός τρόπος. Ο ημέτερος π. Ιάκωβος Τσαλίκης συνήθιζε εν εκάστη φράσει του έμπλεος ταπεινότητος να επαναλαμβάνει το «με συγχωρείτε». Ο γερο Πορφύριος επίσης έλεγε ότι πρέπει να γίνεις ποιητής για να είσαι χριστιανός και μόνο τέτοιες ψυχές μπορούν να εγγίσουν το Χριστό. Αλλά και μια απλή θέαση της επί γης συναναστροφής του Κυρίου βοά περί αυτής ακριβώς της άκρας γλυκύτητος και αβρότητός του εν έργοις και λόγοις. «Μάθετε απ΄ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια’ 29). Η βάση άλλωστε της ορθοδόξου πνευματικής ποιότητος είναι η ειρήνη. «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν». «Ειρήνευσον εν σεαυτώ και ειρηνεύσει σοι ο ουρανός και η γη» όπως τόνιζε ο αρχαίος ασκητής.

Και ενώ είναι τόσο εναργή και ευδιάκριτα τα ευαγγελικά και πατερικά μηνύματα, το αδυσώπητο εκκλησιαστικό status quo μας προσγειώνει απότομα στη σκληρή πραγματικότητα. Ο χαμένος ή αφορισμένος μάλλον καλώς εννοούμενος ρομαντισμός της χριστιανικής τελειότητος αντικαθίσταται με πολεμοχαρείς διαθέσεις και αντ’ αυτού αναπαράγονται αδιαλείπτως ορδές ημιαγρίων που επελεύνουν κατά οιουδήποτε θεωρείται εχθρός της πίστεως, η οποία εξέπεσε πλέον σε επίπεδο μιας ταυτότητος λίαν συγγενούς με εκείνη της εθνικής. Ληστρικές παρασύνοδοι συγκαλούνται από άτομα προσβεβλημένα από τη μεταδοτική νόσο του ζηλωτισμού και τον ιό της φονταμενταλιστίτιδος, τα οποία προσπαθούν να αποκτήσουν εκκλησιαστική υπόσταση στα πλαίσια της τελεολογίας της εξόδου από την αντίστοιχη και την εν γένει αφάνεια και ασημαντότητά τους. Λιβελλογράφοι του θεολογικού λόγου ανατέλλουν εν είδει αποστολικής διαδοχής στο εκκλησιαστικό στερέωμα και καταπνίγουν φωνές υγιούς διαμαρτυρίας, οπόθεν και αν προέρχονται.

Μαξιμαλιστές μιας θρησκειοποιημένης εκκλησίας και μιας ιδεολογικοποιημένης πίστης ενδύοντες εαυτούς με το φιλοσοφικό μανδύα μιας ευλαβοφανούς καθαρότητος. Θάλλουν ταυτοχρόνως τα φαινόμενα του εκκλησιαστικού αναρχοαυτονομισμού εκ παραλλήλου με τη μείωση της ποθούμενης και ζητούμενης αγιότητος. Η παραχάραξη της χριστιανικής ελευθερίας αντικατοπτρίζεται σε ευτράπελες κατά το μάλλον ή ήττον ενέργειες εκκλησιολογικού υπερρεαλισμού που χαντακώνουν την ομορφιά της χριστιανικής ανωτερότητος με τις φονταμενταλιστικές δυσφημιστικές και παραμορφωτικές προβολές υπό τινων ουκ ολίγων της γνήσιας ορθόδοξης ζωής.

Μνείαν ποιούμαι επί παραδείγματι των ζηλωτών αγιορειτών εκείνων που θεωρούσαν ότι έπαυσε η χάρις εν τη εκκλησία και «έγλειφαν» τον τελευταίο εναπομείναντα εν γη άγιο Άρτο τον υπό του τελευταίου αξίου ιερέως ευλογηθέντα! Να κλάψεις ή να γελάσεις; Συναισθηματικό δίλημμα. Πολλοί σήμερα θεωρούν ότι άπαντες σχεδόν εν τη γη εμολύνθησαν από τις μετά των παπικών και συγκρητιστών επαφές και αμφιβάλλουν για την εγκυρότητα των μυστηρίων λαμβάνοντες ποικίλα μέτρα, όπως μη μαγαρισθώσιν υπό των μεμιασμένων επισκόπων και ιερέων των προσβληθέντων υπό της ασθενείας του λατινισμού και οικουμενισμού. Ιερείς βωλοδέρνουν από μητρόπολη σε επισκοπή και τούμπαλιν ζητούντες αξίους ιεράρχας τους οποίους εγκαταλείπουν άμα τη παραβάσει ιερών κανόνων (κριτηρίοις άτινα μόνον αυτοί επινενοήκασι). Με περισσό άγχος και ανασφάλεια πλείστοι όσοι παρατηρούν και την ελαχίστη κίνηση εκάστου εκκλησιαστικού ταγού και προσπαθούν να ανεύρουν το αντίστοιχο ιεροκανονικό εδάφιο, για να την κατατάξουν στις ανάλογες κατηγορίες των εγκεκριμένων ή παρεκκλινουσών εκ της ορθοδοξίας ενεργειών. Αν αυτά όλα δεν είναι εκκλησιαστική υποχονδρία, τότε τι είναι;

Οι περιπτωσιολογικές αυτές εμμονές εννοείται πως κατασκευάζουν εκκλησιολογικά παραστρατήματα εξ ουκ όντων και οδηγούν τα θύματά τους, κληρικούς και λαϊκούς, στην κατωφερή ατραπό της αειρύτου ιεροκατάκρισης και εν τέλει του εκχυδαϊσμού της συμπεριφοράς και των λόγων ειδικότερα κατά ποιμένων.

Το έτερο μεγάλο χαρακτηριστικό των αγίων παρά τη υπερβαλούση αυτών ευγενεία είναι η διάκριση, η μεγίστη των αρετών, «χωρίς την οποία δεν έκαναν τίποτε», όπως έλεγε ο γέροντας Ιάκωβος της Εύβοιας. Με έκπληξη διαβάζουμε στο βίο του οσίου αυτού ανδρός πως είχε το χάρισμα να βλέπει στα πρόσωπα των προσκυνητών την πνευματική τους κατάσταση (ενίοτε και υπό μορφήν ζώων!). Όμως σπανιότατα προσέβαλλε με παρατηρήσεις και απηγόρευε τη θεία Κοινωνία και ας έβλεπε αναξίως προσερχομένους στο μυστήριο. Διαβάζουμε σε μια χαρακτηριστική περίπτωση να αναφέρει ο όσιος πατέρας: «κάποτε ήρθε ένα πρόσωπο μορφωμένο να μείνει στο μοναστήρι και σε γενομένη συζήτηση μαζί του μου είπε ότι προτίθεται να κοινωνήσει στη θεία Λειτουργία της επομένης ημέρας. Έβλεπα ότι δεν έπρεπε να κοινωνήσει, γιατί ήταν ανεξομολόγητος και οι αμαρτίες του δεν του επέτρεπαν τη θεία Κοινωνία. Προσπάθησα στη συζήτηση που είχαμε να του δώσω την ευκαιρία να εξομολογηθεί αλλά στάθηκε αδύνατο. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα συλλογιζόμενος πώς να τον κοινωνήσω, αφού δεν έπρεπε, αλλά και πώς να μην τον κοινωνήσω που θα ήταν προσβολή να του αρνηθώ τη θεία Κοινωνία. Όταν έφτασε η ώρα και προσήλθε αναξίως να κοινωνήσει, κάποιο ενάρετο πρόσωπο είδε μια χρυσή ακτίνα, μια λάμψη να φεύγει από την Αγία Λαβίδα, να περνάει πάνω από τον ώμο του ιερέα και να πηγαίνει πάνω στο άγιο Δισκάριο, πάνω στην αγία Τράπεζα.

Ήταν η αγία Μερίδα που έφυγε και έτσι ο άνθρωπος δεν κοινώνησε φυσικά, που θα ήταν σε κατάκριμα» ( εκ του βιβλίου ‘’ένας άγιος Γέροντας, ο μακαριστός π. Ιάκωβος’’ - έκδοση των Πατέρων της Ι. Μονής Οσίου Δαβίδ Γέροντος, Λίμνη Ευβοίας 1996). Υπερθαύμαστος όντως η αγάπη και η ευαισθησία του γέροντος που δεν εξεδίωξε τον ανάξιο κοινωνήσαι - προτίμησε να «στενοχωρήσει» τον Κύριο παρά τον αδελφό - αλλά το άφησε στο Θεό. Πόσο ωραίο θα ήταν και εμείς να αφήναμε τα πάντα στο Θεό! Η ιστορία και η καθημερινότητα αποδεικνύει ότι οσάκις πάμε να διορθώσουμε τα πράγματα κατά τη γνώμη μας αποτυγχάνουμε και μάλιστα τα μπερδεύουμε περισσότερο. Ίσως προτρέξουν μερικοί να δουν στην ενέργεια του αγίου παράβαση του παραγγέλματος εις ιερέα του Μεγάλου Βασιλείου: «όρα μη παραδώς τον Υιόν του Θεού εις χείρας αναξίων. Οις οι θείοι Κανόνες ουκ επιτρέπουσι, μη μεταδίδου. Μη εντραπής τους ενδόξους της γης, μηδ’ αυτόν τον το διάδημα περικείμενον εν τη ώρα εκείνη». Σε μια παράλληλη ειδική περίπτωση μοιχαλίδος εξομολογηθείσης ο γέροντας Πορφύριος της επέτρεψε να κοινωνήσει σε τρεις μέρες, «παραβαίνοντας» τον κανόνα που επιτρέπει σε δεκαπέντε έτη! Ίσως, για να γυρίσουμε και λίγο στην αρχαιότητα, αμφισβητήσει κάποιος και την ορθόδοξη βάπτιση του Μ. Κωνσταντίνου από τον προστάτη του Αρείου Ευσέβιο Νικομηδείας. Πιθανώς έτερος καππαδόκης θα κάνει το ίδιο και με τη χειροτονία του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων υπό του αρειανού επισκόπου Ακακίου. Μπορεί επίσης ένας πιστός να τρέμει μη ματώσει μετά τη θεία μετάληψη μήπως φύγει ο Χριστός ή ένας υπερευλαβής (υπερρεαλιστής μάλλον) ιερέας να αγχωθεί μην του διαφύγει κανένας μαργαρίτης κατά την τέλεση των λειτουργικών του καθηκόντων τη στιγμή που καταπατείται αμέσως μετά τη θεία μετάληψη από τους πλείστους όσους μεταλαμβάνοντας και αμαρτάνοντας εν συνεχεία ή και εξ εθίμου και απίστως κοινωνούντας τη θεία Σάρκα.

Άλλοι πνευματικοί ιερείς την ίδια ώρα ιλιγγιούν στην ιδέα να επιτρέψουν να κοινωνήσει ενωρίτερα του υπό κανόνων προβλεπομένου κάποιος «αμαρτωλός» μήπως και μολυνθεί ο Χριστός ή οι ίδιοι τιμωρηθούν επί κακή χρήσει οικονομίας! Και μπορώ να κάθομαι να μιλάω επί ώρες για παρόμοια εκκλησιαστικά ιστορικά ομόλογα και καθημερινά πνευματικά υποχονδριακά, για να καταλάβουν μερικοί ότι το πλείστον κρίνουν και ημιμαθώς και αμαθώς και εμπαθώς και βιαστικώς και οπαδικώς και μη σκεπτόμενοι σφαιρικώς αλλά μεριστικώς. Πάντως όλα αυτά βοούν πάλιν και πολλάκις ότι η Εκκλησία δεν είναι πολύτομος νομικός κώδικας αλλά το ζων Σώμα του Κυρίου Ιησού εν εκάστη εποχή, περιστάσει και περιπτώσει διακριτικώς, τουτέστιν αγιοπνευματικώς, πορευόμενον και τελειούμενον ες αεί εσχατολογικώς.

Η ορθόδοξη πίστη σαφώς και δεν είναι ένα κατεβατό δογμάτων και διατάξεων τα οποία υλοποιούμενα οδηγούν κατά αναπόδραστη αναγκαιότητα στη σωτηρία της ψυχής. Η πλάνη ενίων ότι η τήρηση του «νέου μωσαϊκού νόμου», η εξομολόγηση, η σχετικά συχνή θεία κοινωνία και ο εκκλησιασμός σε εορτές και Κυριακές χορηγεί το εισιτήριο του Παραδείσου καταδεικνύει ότι δημιούργησαν εντός αυτών ένα Θεό στα μέτρα της ψυχολογίας και της λογικής τους τον οποίο υποχρεώνουν τρόπον τινά να τους λυτρώσει. Φυσικά οι αντιδράσεις τους σε περίπτωση έκφρασης μιας ετέρας θέσεως κλονιζούσης τα σαθρά θεμέλια της κίβδηλης αυτής πνευματικότητάς τους μαρτυρεί αριδήλως την ανυπαρξία της βεβαιότητος περί της γνησιότητος των απατηλών και ψευδαισθητικών τους εσωτερικών αμυνών που προέρχονται από ιδέες κατά βάσιν υποκειμενικού χαρακτήρος και όχι από την ασφάλεια και τη δύναμη του ορθοδόξου βιώματος. Στον κίνδυνο λοιπόν ολικής ή μερικής ψυχικής αποδόμησης συσπειρώνονται σε ομάδες καθαρών και σέκτες αμολύντων που αποδύονται περιστασιακά σε αγώνες προάσπισης της πίστεως που βάλλεται παντοιοτρόπως. Πάγια τακτική τους η βαπτισματική κατηγοριοποίηση αδελφών σε λίστες αποβλήτων πεπτωκότων αιρετικών φρονημάτων.

Το θεμέλιο πάντων των προαναφερθέντων είναι η επιρροή του ορθού ή του προσωπικού εκάστου λόγου στην εντός του ψυχισμού του καθενός δημιουργία ενός προσωπικού Θεού αλλά όχι του αληθινού. Για το λόγο αυτό και οι - ως υπ’ αυτών είθισται - εκτροπές τους σε σχισματικές πράξεις έχει κατά βάση αιρετικές προϋποθέσεις. Θυμόμαστε και πάλι τα λόγια του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ περί της μεγίστης ομοιότητος των φαινομένων της αιρέσεως και του σχίσματος. Το σίγουρο είναι ότι εξέρχονται εική και ως έτυχε από την ασφάλεια της εκκλησιαστικής κιβωτού. Πιστεύουν πλανώντες και πλανώμενοι - δυστυχείς όντες - ότι μπορούν να σωθούν με δικές τους επιλογές και τρόπους. Δε στηρίζουν στο Θεό εξ ολοκλήρου τη σωτηρία τους. Και αρχίζουν μετά οι επικίνδυνοι πειραματισμοί που όσο πιο πολύ απομακρύνουν από την Εκκλησία, τόσο περισσότερο φανερώνουν τη δαιμονική παρουσία και ταυτοχρόνως καθιστούν πιο αβέβαιη την αποφυγή της απώλειας της ψυχής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το βίο του ίδιου αγίου είναι τα λόγια του σε ρασκόλνικους (ρώσοι σχισματικοί που χωρίστηκαν από την ορθόδοξη εκκλησία, επειδή η ρωσική εκκλησία με πρωτοβουλία του Πατριάρχου Μόσχας Νίκωνος έκανε τροποποιήσεις στα λατρευτικά βιβλία - πάντα θα βρίσκονται εύλογες αιτίες για άλογες αποσχιστικές κινήσεις!) που τον επισκέφτηκαν: «σας παρακαλώ και εύχομαι να έρθετε στην ορθόδοξη εκκλησία.

Έχει όλη τη δύναμη και τη δόξα του Θεού. Κατευθύνεται από το άγιο Πνεύμα σαν καράβι με σταθερό πηδάλιο, με πολλά άρμενα και ιστία. Ικανοί πηδαλιούχοι της είναι οι εκκλησιαστικοί διδάσκαλοι, ενώ οι αρχιερείς είναι οι διάδοχοι των αποστόλων. Η δική σας εκκλησία μοιάζει με μικρή βάρκα χωρίς πηδάλιο και κουπιά. Είναι δεμένη με σχοινιά στο πλοίο της δικής μας εκκλησίας, πλέει πίσω της και κλυδωνίζεται από τα κύματα. Σίγουρα θα είχε βουλιάξει, αν δεν ήταν δεμένη στο πλοίο». Επίσης μάλωσε και ένα άλλο του αυτού σχίσματος με τα εξής λόγια: «άφησε τις ανοησίες! Η ζωή μας είναι η θάλασσα, η αγία ορθόδοξος εκκλησία το πλοίο, και τιμονιέρης ο ίδιος ο Χριστός. Αν και έχουμε τέτοιο τιμονιέρη, οι πιστοί λόγω των αμαρτιών και της αδυναμίας των επιπλέουν με κόπο στη θάλασσα του βίου και δε σώζονται όλοι από τον καταποντισμό. Πώς λοιπόν θα σωθείς εσύ με μια βαρκούλα; Πού στηρίζεις την ελπίδα της σωτηρίας σου, αφού δεν έχεις τιμονιέρη»; Λόγοι που καλό θα ήταν να ληφθούν υπ’ όψιν από κάθε εκκλησιολογικά υποχόνδριο που καταλήγει συνεπαγωγικώς σε ακτιβισμούς και ευτράπελα εκκλησιαστικού σουρεαλισμού. Αντί να ασχολούμεθα με την προσωπική μετάνοια που είναι τόσο δύσκολη και μάλιστα τη στιγμή που κινδυνεύουμε να καταποντισθούμε, κατά τον άγιο, σε επίπεδο αιωνιότητας - φοβερόν και μόνον το σκέπτεσθαι - κοιτάμε να διορθώσουμε και σώσουμε το καράβι εντός του οποίου ταξιδεύουμε!

Το ορθόδοξο πνεύμα είναι αυτό της ευγενείας, της ταπεινοφροσύνης, της ειρήνης, της αγάπης και της διακρίσεως. Υπάρχουν πολλά πνεύματα γύρω μας και στο αχανές μας σύμπαν, μάλιστα μερικά είναι τόσο δελεαστικά που μπορούν να σε απομακρύνουν και από τον ίδιο το Θεό! Αλλά «τίς ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (Ρωμ. η’ 35,38-39). Ο Κύριος της δόξης και Δημιουργός του κόσμου, ο Ιησούς Χριστός, είναι η μόνη αλήθεια. Είναι τόσο τέλειος και στην ευγένεια, διακριτικότητα και ελευθερία που έχει και χορηγεί, ώστε φτάνει μέχρι το σημείο να επιτρέπει θλιβόμενος εν τη αφάτω του αγάπη και την αιωνίως ακόμη εξ Αυτού απομάκρυνση. Και όμως εμείς οι μικροί και ελάχιστοι δεν ανεχόμαστε πολλές φορές – να μη πω σχεδόν ποτέ – την ετερότητα αλλά εν παντί και κατά πάντων μεταφέρουμε το δυσβάστακτο φορτίο του εγωισμού μας. Ει και στίγματα φέροντες πταισμάτων όμως παραμένουμε ελεύθεροι να τον ακολουθήσουμε, διότι αυτός είναι το μοναδικό πρότυπό μας. Και δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός Αυτού («εγώ ειμί η οδός» : Ιω. ιδ’ 6) τουτέστιν εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας που είναι το Σώμα Του. Διότι «το πνεύμα το ορθόδοξον είναι το αληθές» (γέρων Πορφύριος).

Λάρισα, 17-1-2010,

+ Αντωνίου του Μεγάλου, Αντωνίου Βεροίας, Γεωργίου νεομάρτυρος του εν Ιωαννίνοις

Δεν υπάρχουν σχόλια: