Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

"Η οικολογική κρίση, πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική"




Ημερίδα Θεολόγων στο Στεφανοβίκειο Ν. Μαγνησίας
* Καθοριστική η συμβολή του θρησκευτικού μαθήματος στην ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης

«Η οικολογική κρίση της εποχής μας δεν είναι πρωτογενές φαινόμενο αλλά παράγωγο της ανθρωπολογικής κρίσης, γεγονός που σημαίνει ότι η κρίση αυτή είναι πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική».

Στη παραπάνω διαπίστωση κατέληξε στα συμπεράσματά της η επιμορφωτική ημερίδα θεολόγων με θέμα «Θεολογία και Φύση» που διοργάνωσε προχθές Τετάρτη, στο Στεφανοβίκειο του Βόλου ο Σύμβουλος Θεολόγων ν. Μαγνησίας και Λάρισας κ. Απ. Ποντίκας σε συνεργασία με το παράρτημα Μαγνησίας της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων (ΠΕΘ), προτείνοντας, παράλληλα, ως μέτρο, για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης το θρησκευτικό μάθημα, το οποίο λειτουργώντας, όπως τονίσθηκε, ως «αντίδοτο» έχει πολλά να προσφέρει.

Εισηγητές στην ημερίδα ήταν: οι θεολόγοι καθηγητές κ. Στεφ. Μάργαρης (Γυμνάσιο Αγριάς ν. Μαγνησίας) ο οποίος αναφέρθηκε στη δημιουργική συνεργασία που αναπτύσσεται ανάμεσα στα προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που υλοποιούνται στα σχολεία και στο θρησκευτικό μάθημα, o κ. Χάρης Ανδρεόπουλος (Γυμνάσιο Αρμενίου ν. Λάρισας, Μ. Sc. και υπ. δρ. Θεολογίας) ο οποίος αναπτύσσοντας το θέμα «Οικολογία και θρησκευτική εκπαίδευση» υποστήριξε την αναγκαιότητα ανάπτυξης του νέου κλάδου της «περιβαλλοντικής ηθικής», που αποτελεί μια νέα επιστημονική τάση για την ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης στους μαθητές μέσω της διδασκαλίας και της στάσης ζωής που έχουν να προτείνουν για τη άρση του προβλήματος η ορθόδοξη θεολογία και οι άλλες θρησκευτικές παραδόσεις.

Ο κ. Ανδρεόπουλος επεσήμανε ότι η ορθόδοξη θεολογία εστιάζοντας στην ηθική διάσταση του οικολογικού προβλήματος οφείλει να αναδεικνύει την πραγματική αιτία που το προκαλεί και που δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη κατάχρηση, την οποία η Εκκλησία μας θεωρεί αμαρτία και για την οποία προσκαλεί όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις σε μετάνοια.

Μίλησαν, επίσης, ο Σχολικός Σύμβουλος κ. Απ. Ποντίκας παρουσιάζοντας τον σημειολογικό – οικολογικό χαρακτήρα ορισμένων φυτών σε κείμενα της Π.Δ., και ο κ. Απ. Ζαχαρός (Μουσικό Γυμνάσιο Βόλου, δρ. Θεολογίας), ο οποίος, αφού επεσήμανε ότι η Εκκλησία τοποθετείται απέναντι στο οικολογικό πρόβλημα με θεολογική υπευθυνότητα, βασιζόμενη στην Αγία Γραφή και τη διδασκαλία των εξέθεσε τις δράσεις και πρωτοβουλίες της θεσμικής Εκκλησίας και κυρίως του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος.

* Χαιρετισμούς απηύθυναν ο εφημέριος του Στεφανοβικείου και θεολόγος καθηγητής, πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Γρατσούνας, μεταφέροντας και τις ευχές του σεβ/του μητροπολίτου Λαρίσης κ. Ιγνατίου και ο πρόεδρος του παραρτήματος Μαγνησίας της ΠΕΘ κ. Τριαν. Πασιάς, ο οποίος συντόνισε και την εκδήλωση.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Σκέψεις μ' αφορμή "Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών"


Σκέψεις με αφορμή «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας», βιβλίο που έγραψε ο Ανδρέας Αργυρόπουλος

Του Αλέξανδρου Σταθακιού,
Θεολόγου - κοινωνιολόγου

Πριν λίγες μέρες η Εκκλησία και η Εκπαίδευση γιόρτασαν για μία ακόμα φορά την γιορτή των «Τριών Ιεραρχών» (Βασίλειος Καισαρείας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος). Είναι μια γιορτή που για τους μαθητές σημαίνει χάσιμο μαθημάτων, για πολλούς καθηγητές θρησκευτικών αντιγραφή «πανηγυρικών», οι περισσότεροι των οποίων γράφτηκαν σε μετεμφυλιακές εποχές, όταν η εκκλησία και πολύ περισσότερο η «χριστιανική» ιδεολογία των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων χρησιμοποιήθηκαν ως αντίβαρο στην αυξημένη πίεση του λαού και ιδιαίτερα της νέας γενιάς (βλέπε 114) για βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στη χώρα μας. Είναι μια γιορτή επίσης, που για τους υπέρμαχους του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους σημαίνει ευκαιρία πολεμικής «απέναντι σε ένα σχολείο που είναι κολλημένο στο παρελθόν», ενώ για τους απέναντι σε αυτή την άχαρη διελκυστίνδα είναι σημείο υπεροχής του γηγενούς πολιτισμού, που είναι στόχος «σκοτεινών κέντρων του εξωτερικού».

Οι καταστάσεις αυτές είναι σίγουρο ότι θα απογοήτευαν τους ίδιους τους τρεις Πατέρες της Εκκλησίας. (Και μόνο η μετατόπιση από τον γεμάτο συναισθηματική αξία και σχεσιακή δυναμική τίτλο του «Πατέρα» στον εξωτερικό τίτλο του «Ιεράρχη» -κατά το «Στρατάρχης» ενδεχομένως- έχει το νόημά της).
Στον Βασίλειο θα έδιναν ευκαιρία για λεπτή ειρωνεία και στοχαστική παρατήρηση των κοινωνικών ηθών.
Στον ευαίσθητο ποιητή Γρηγόριο τον Θεολόγο, θα έδιναν την ευκαιρία να θεολογήσει «αποφατικώς»: Να επισημάνει δηλαδή το πόσο απέχει η περιγραφή της σχέσης από την ίδια τη σχέση.. ( Και πολύ περισσότερο όταν αφορά τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό) . Στο δε Χρυσόστομο, θα έδιναν την ευκαιρία για «πύρινους» λόγους ενάντια στην υποκρισία πολιτικών και εκκλησιαστικών ηγεσιών.

Είναι αλήθεια, ότι η εορτή η ίδια επιβλήθηκε από τα πάνω στο εκκλησιαστικό σώμα ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών στο ύστερο Βυζάντιο (βλέπε: Τσαούσης Δ. , «Πολιτικές διαστάσεις της εορτής των Τριών Ιεραρχών», περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ 67/1982).
Αν και βέβαια βρήκαν καθιερωμένη τη γιορτή εντός του εκκλησιαστικού σώματος κατά την ανάδυση του νεοπαγούς Ελληνικού Βασιλείου, οι τότε πολιτικοί ηγέτες την είδαν πάλι σαν μια ευκαιρία, ξεκινώντας από τη νέα γενιά, για να προβάλλουν το Ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα και έτσι καθιερώθηκε σαν σχολική εορτή.
Βέβαια, ενώ το Ελληνοχριστιανικό ιδεολόγημα εξυπηρέτησε πολλές ανάγκες της νέας χώρας και της κοινωνίας που ζούσε μέσα σε αυτή μέχρι και τις αρχές του προηγούμενου αιώνα (και βέβαια βρήκε κοινωνικές και πολιτισμικές βάσεις να «πατήσει»), όταν, περίπου με την μικρασιατική καταστροφή, άρχισε να μεταβάλλεται το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο, αυτό συνέχισε ως συντηρητικό εργαλείο μέχρι και της γελιοποίησης του στον καιρό της Δικτατορίας των συνταγματαρχών.

Η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι η περίφημη Ελληνοχριστιανική σύνθεση, με τον τρόπο που την ευαγγελίζονται πολλοί πανηγυρικοί που έχουμε ακούσει τουλάχιστον ως μαθητές, υπήρξε μόνο ως ιδεολογία του προπροηγούμενου αιώνα.
Αυτό που υπήρξε ήταν μια ανοιχτή (ακόμα και σήμερα) διαλεκτική συνάντηση του ρωμαλέου Ελληνορωμαϊκού Πολιτισμού με την Χριστιανική Οικουμενικότητα.
Αυτό δηλαδή που υπήρξε αφ’ ενός ήταν ένας ανοιχτών οριζόντων Ελληνορωμαϊκός Πολιτισμός που μπόρεσε, να βρει σημεία διαλόγου και να συμπορευτεί εν τέλει με το αρχικά πολύ μακρινό του Ιουδαιοχριστιανικό πνεύμα, όπως μπορεί και σήμερα να συμπορευτεί με άλλες Παραδόσεις που εισβάλουν εντός του. Αφ’ ετέρου ήταν μια φιλάνθρωπη και ουσιαστική Εκκλησιαστική νοοτροπία και συμπεριφορά, που, παρ’ όλες τις εξαιρέσεις, μπόρεσε τελικά να παρουσιάσει το γεγονός της Παρουσίας του Χριστού εντός των ανθρώπων με άλλο πολιτιστικό κέλυφος.
Αυτός ο διάλογος βέβαια δεν σταμάτησε , συνεχίζει ακόμα και σήμερα, είναι η Ορθοδοξία. Αλίμονο, αν σταματήσει, αν παγιωθεί σε μια στάση του στο παρελθόν, θα είναι για τα μουσεία και τότε οι «πανηγυρικοί της ημέρας» δεν θα έχουν να πουν σε κανένα τίποτα.
Θα μου πείτε ποιο το νόημα όλων αυτών σε μια βιβλιοκριτική για «το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών»;

Μα γιατί όλη αυτή επιμονή στο γεγονός ότι η παρουσία αυτών των τριών προσωπικοτήτων διευκόλυνε τον διάλογο ανάμεσα στον Έλληνα λόγο και το Χριστιανικό Ευαγγέλιο, τους αδικεί ως προσωπικότητες. Πόσοι, ας πούμε, αναφέρονται σε έναν λόγο που εκφωνείτε ενώπιον μαθητών και δασκάλων στο πως ο Βασίλειος προσεγγίζει την δημιουργία Κόσμου και Ανθρώπου; Στην «Ομιλίαν» του «εις την Εξαήμερον» και αλλού; Πόσοι λένε ότι αν είχαν κατανοηθεί ουσιαστικά οι απόψεις δεν θα είχε γραφτεί από Χριστιανικής πλευράς ούτε ένα "ιώτα" εναντίον του Δαρβίνου και της θεωρίας "της Εξέλιξης των Ειδών", αφού όλο το Σύμπαν για τον Βασίλειο προέρχεται από έναν “σπόρο”. Τα άστρα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι, είμαστε βλαστοί που φύτρωσαν από τον ίδιο Αρχικό Σπόρο. Ο άνθρωπος δηλαδή προήλθε ως δυνατότητα της ίδιας της φύσης, την οποία, όσοι πιστεύουν, μπορούν να δεχτούν ότι την προίκισε ο Θεός με αυτή την δυνατότητα.
Οι άνθρωποι αυτοί βέβαια ζούσαν έντονα την εποχή τους και τις δυνατότητές της. Επίσης δεν έγραφαν συνήθως επιστημονικά συγγράμματα, αλλά ομιλίες οι οποίες τις περισσότερες φορές είχαν ως αφορμή ένα γεγονός, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσουν άμεσα και πρακτικά ως υπεύθυνοι μιας κοινότητας, της εκκλησιαστικής.
Έτσι ουδόλως δεν χάνουν ως προσωπικότητες, αν παραδεχτούμε ότι σε κάποιες διατυπωμένες απόψεις τους, κοινωνικές, παιδαγωγικές, ψυχολογικές κάνουν λάθος, ή και δεν φαίνεται να μας βοηθούν σήμερα.

Για παράδειγμα, ορισμένες προτάσεις του Ιωάννη του Χρυσόστομου για την ερωτική σχέση ανδρών και γυναικών, ενδέχεται να δημιουργούσαν μεγαλύτερο πρόβλημα στους σημερινούς νέους, από αυτό που θα προσπαθούσαμε να επιλύσουμε με την χρήση τους. Άσε, που ο Ιωάννης σε άλλους λόγους μιλώντας με άλλη αφορμή και άλλο στόχο, μπορεί να μην τα έλεγε έτσι ακριβώς.
Και αυτή μας η συμπεριφορά δεν θα είναι μακριά από όσα και οι ίδιοι ουσιαστικά πίστευαν. Ο Βασίλειος, για παράδειγμα, τελειώνοντας τους Κανόνες του γράφει περίπου ότι όλους αυτούς τους έθεσε για την «σωτηρία των ανθρώπων», δηλαδή, αποκωδικοποιώντας την εκκλησιαστική γλώσσα, για την ειρήνευση των ανθρώπων με τον εαυτό τους, τους άλλους και τον Θεό. Και προτρέπει τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς, αν διαπιστώσουν ότι ακόμα και οι δικοί του κανόνες σε κάποια περίπτωση δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, τότε να μην τους εφαρμόσουν!
Μετά από όλες αυτές τις εξηγήσεις, νομίζω ότι μπορεί να αναδειχθεί η σημασία του βιβλίου που θέλω να σας παρουσιάσω: «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας», του Ανδρέα Αργυρόπουλου Σχολικού Συμβούλου θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.

Ο κ. Αργυρόπουλος, εν προκειμένω, μας εισάγει στον Κοινωνικό Ριζοσπαστισμό και των τριών που είναι μάλλον το κύριο συνδετικό στοιχείο τους, εκτός βέβαια από την ιδιότητά τους ως εκκλησιαστικών ηγετών.

Γράφει: «Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες, εξεγέρσεις κλπ. Το μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας πάντα επίκαιρο και επαναστατικό, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν.»

Για τον αγώνα και των τριών για Κοινωνική Δικαιοσύνη έχουν μιλήσει και γράψει πολλοί, αλλά λίγες φορές σε ένα μεστό και εκλαϊκευτικό κείμενο, παρουσιάζεται αυτός τόσο καθαρά σε σχέση με προβλήματα που υπάρχουν και σήμερα και τα ζούμε δίπλα μας.
Αναφερόμενος στον Χρυσόστομο σημειώνει: «Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ' την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.» Αυτή σημείωση έχει μεγάλη σημασία για τους μαθητές του –κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου- και τους γονείς τους. Είναι νησιά που δέχονται τους κοινωνικούς λεπρούς, τους λεγόμενους «λαθρομετανάστες», την ζωή των οποίων και σήμερα οι περισσότεροι συνεχίζουμε να μετράμε με βάση το αν κάνει ζημιά στο τουριστικό μας προϊόν.
Και συνεχίζει «Οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο.»
Αλήθεια εμείς δεν είμαστε που αντιδράμε στην επέκταση των Κέντρων Φιλοξενίας Προσφύγων, εμείς δεν είμαστε, ακόμα και κληρικοί, που αισθανόμαστε άσχημα από την παρουσία των μελαψών στο κέντρο των πόλεων;
Η θεσμική εκκλησία, συχνά πιστεύει ότι έχει λόγο για θέματα παιδείας, οικογενειακού δικαίου κ.λ.π. και παρεμβαίνει, αλλά για την υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων σπάνια έχει παρέμβει δημόσια. Ο Βασίλειος ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Αργυρόπουλος , « με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.»
Στην συνέχεια καταδεικνύει ότι η δράση του Βασιλείου και του Χρυσόστομου, δεν ήταν περιφερειακό γεγονός, δεν ήταν «φιλανθρωπία», του στυλ που έχουμε γνωρίσει από σημερινούς κεφαλαιούχους, αλλά οργανωμένη κοινωνική παρέμβαση: «Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.»

Και δεν θα μπορούσε να κάτι άλλο από κοινωνική παρέμβαση, γιατί όλη η πρακτική τους έχει θεωρητικό υπόβαθρο. Το καταδεικνύει ο συγγραφέας:
«Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο ...; Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», (Περί φιλοπτωχίας PG 35, 892 Α-Β).

Το βιβλίο επίσης αναφέρεται και στην εκπαιδευτική οπτική και των τριών, η οποία σύμφωνα με τον συγγραφέα στοχεύει, αντίθετα με ότι πιστεύουν οι πολλοί στην απελευθέρωση του ανθρώπου από όλα τα δεσμά και στην ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος, ακόμα και αν αυτό αμφισβητήσει την ίδια την Εκκλησία και όχι να δημιουργήσει ακόλουθους της, που την ακολουθούν γιατί δεν μπορούν να την αμφισβητήσουν.
Αυτό εξάλλου μπορεί να συναχθεί από την θέση των περισσοτέρων Πατέρων της εποχής τους, ότι η πίστη έχει τρεις μορφές:
Αυτή «του δούλου» που πιστεύει επειδή φοβάται, του «μισθωτού», που πιστεύει επειδή περιμένει προσωπικά ανταλλάγματα και του «Ελεύθερου» που πιστεύει επειδή αγαπά, όχι μόνο τον Θεό, αλλά και την Οικουμένη ολόκληρη και η πίστη του δίνει νόημα στη σχέση που κάνει μαζί της.
Η ένταξη του ανθρώπου στην Εκκλησιαστική Κοινότητα και η Παιδεία εντός της, κύριο στόχο έχει να τον βοηθήσει να περάσει από τις 2 πρώτες μορφές στην τελευταία.
Συνεπώς, μετά από όλα αυτά, θεωρώ ότι αν μπορούσε να δοθεί ένας υπότιτλος σε αυτό το βιβλίο θα ήταν το ρητό του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού που περιέχεται μέσα σε αυτό: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».

Και μετά από όλα αυτά τι γίνεται με τη γιορτή;
Να καταργηθεί;
Κοιτάξτε, αν τη θέλουμε μια γιορτή που να επιβάλλει από τα πάνω την Ελληνικότητα και την Χριστιανικότητα, νομίζω ότι θα δυσκολευτεί στον κόσμο που έρχεται.
Αν τη θέλουμε μια γιορτή, που η ευκαιρία της ύπαρξης κάποιων τριών «παλαβών» από αγάπη για τον άνθρωπο, ακόμα και με τα μέτρα τα σημερινά, μας κάνει θυμόμαστε πόσο μακρινή είναι η ιστορία του ανθρωπισμού, τότε μάλλον θα επιζήσει.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Το διαχρονικά ζωηφόρο μήνυμα των Τριών Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας


Tου Παναγιώτη Τσαγκάρη,

Θεολόγου - Υπευθύνου ΣΕΠ ΚΕΣΥΠ Καλλονής Λέσβου
Προέδρου της Ένωσης Θεολόγων Νομού Λέσβου
(Παράρτηματος της ΠΕΘ)
***
Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Δημοτικό θεάτρο Μυτιλήνης, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η Περιφερειακή Δ/νση Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών, στις 30 Ιανουαρίου 2010.
***
«Τρισήλιον Φως τρεις άνηψεν ηλίους»(1), ήλιους ορθόδοξης θεολογίας, χριστιανικής φιλοσοφίας, οικουμενικής παιδαγωγίας, θυσιαστικής διακονίας, οιακόστροφης ποιμαντορίας, ανεπανάληπτης συγγραφικής και ποιητικής μεγαλουργίας, «Βασίλειον τον Μέγαν και τον Θεολόγον Γρηγόριον συν τω κλεινώ Ιωάννη τω την γλώτταν χρυσορρήμονι».(2)
Τα παραπάνω υπερθετικά κατηγορήματα που ευλαβικά αποδώσαμε στους Τρείς Πατέρες της Εκκλησίας είναι αλήθεια, ας το ομολογήσουμε, ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πομπώδη, μεγαλόσχημα και συντεχνιακά ενώ είναι βέβαιο ότι θα αξιολογηθούν ως ασήμαντα από πολλούς νεοέλληνες τους οποίους ακόμη και η εορτή των Τριών Ιεραρχών τους αφήνει ασυγκίνητους και κάποιους μάλιστα τους ενοχλεί. Γιατί; διότι «δεν μας συγκινούν πια ούτε η σοφία, ούτε η αγιοσύνη, διότι δεν εκτιμούμε πια ούτε τους Έλληνες προγόνους μας ούτε τους Πατέρες της Εκκλησίας. Άλλες αντιλήψεις, άλλα πιστεύματα, άλλα ιδανικά τώρα βρήκαν θέση μέσα μας»(3).
Τα δυτικά ξυλοκέρατα των διαφόρων αθεϊστικών φιλοσοφικών ρευμάτων, ως πολιτιστικά υποπροϊόντα της Εσπερίας, εισήχθησαν από τα τέλη του 19ου αιώνα και στην καθ΄ ημάς εγχώρια πραγματικότητα προλειαίνοντας το έδαφος για τη συσσωμάτωση μας στην νέα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία.

Στην πορεία αυτή της μεταμοντέρνας κοινωνίας μας, προς το «οικουμενικό χωριό», δεν αναγνωρίζουμε πλέον λόγο ύπαρξης στην αντικειμενική και απόλυτη Αλήθεια αλλά θεοποιούμε την υποκειμενικότητα και σχετικοποιούμε ακόμη και την πραγματικότητα.
Και ως εκ τούτου αμφισβητούμε τα παλαιά, αποδομούμε τα δοκιμασμένα και θεοποιούμε τα νέα. Το ερώτημα που διαρκώς μας τριβελίζει το μυαλό, είναι πως θα πάμε μπροστά, πως θα προοδεύσουμε, σκεπτόμενοι όμως πάντα ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά.
Η νοοτροπία αυτή διαποτίζει όλο το είναι της ζωής μας. Αγγίζει ακόμη την Παιδεία και γιατί όχι και την Εκκλησία.

Επενδύουμε έτσι, σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική εκπαίδευση, η οποία αποθεώνει την ποσοτική πληροφόρηση και την εργαλειακή γνώση ως μοχλούς προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αδιαφορεί όμως επικίνδυνα για την κριτική σκέψη, την πνευματική καλλιέργεια, την αλήθεια. Από την άλλη, οι μετέχοντες του εκκλησιαστικού γεγονότος, με το να παρασυρόμαστε συχνά σε μια ακατάσχετη και ψευδώνυμη αγαπολογία, υποβαθμίζουμε την Αλήθεια και την Πίστη. Έτσι επέρχεται η λήθη της Αλήθειας και με αυτή τη νοοτροπία, δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός της λησμοσύνης του μεγέθους της προσφοράς των Τριών Ιεραρχών και της τιμής που οφείλουμε σ΄ εκείνους.

Επίσης, είναι αξιοπρόσεκτο και το επισημαίνουμε, ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των λόγων που εκφωνούνται προς τιμή τους, ενώ υπάρχει πληθώρα αναφορών στο παιδαγωγικό και κοινωνικό μήνυμα τους, απουσιάζει το όνομα Εκείνου που είναι το αίτιο της ύπαρξης τους. Εκείνου που κατά την πίστη τη χριστιανική είναι η όντως Αλήθεια. «Έστι δε η αυτοαλήθεια ο Θεός ημών»(4) θα πει ο Μέγας Βασίλειος. Απουσιάζει το υπέρ παν όνομα, το όνομα του σαρκωμένου Λόγου του Θεού, του Χριστού.
Γιατί; Μήπως άραγε, επειδή, στον κοσμοπολίτικο κόσμο μας του life style, της ψηφιακής εικόνας, της virtual reality πραγματικότητας, της μοριακής βιολογίας, της νανοτεχνολογίας, το όνομα του Χριστού θεωρείται δεδομένο ή μήπως στερεότυπο, παράταιρο ή και απαγορευμένο;

Στο δημόσιο διάλογο που τον τελευταίο καιρό διεξάγεται για την απομάκρυνση των θρησκευτικών(βλέπε Χριστιανικών) συμβόλων από τους δημόσιους χώρους, η ειρωνική έκφραση «Κυκλοφορεί στα σχολεία επικίνδυνος τις ονόματι Χριστός»(5), που ειπώθηκε για να καταδείξει το παράλογο του ζητήματος, μας προβληματίζει. Επιτρέψετέ μου λοιπόν σήμερα ταπεινά να θυμίσω στην αγάπη σας ότι ο Θεολόγος Γρηγόριος έλεγε χαρακτηριστικά, «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον»(6). Συχνότερα να θυμάσαι το Θεό, παρά να αναπνέεις.

Το όνομα του Ιησού Χριστού βρισκόταν ανελλιπώς στα χείλη των Τριών Αγίων. Κι ακόμη περισσότερο, βιώνοντας ο μεγάλος άγιος της Καισαρείας, «Το ζην ημίν Χριστός» (Φιλιπ. 1, 21) (Για μας όλη η ζωή είναι ο Χριστός), τονίζει ότι κατά συνέπεια οφείλουμε: «Και ο λόγος μας να αναφέρεται στο Χριστό, και η σκέψη μας και κάθε πράξη μας να εξαρτώνται από τις εντολές Του και η ψυχή μας να μορφωθεί σύμφωνα με την προσωπικότητα του Χριστού»(7).
Αυτό ήταν το πνεύμα των Τριών Πατέρων οι οποίοι δεν φιλοσοφούσαν, αλλά θεολογούσαν. Οι οποίοι επίστευαν, εβίωναν, ελάτρευαν, εκήρυτταν εσταυρωμένο και αναστημένο Χριστό. Και οι οποίοι ως Χριστοφόροι και Χριστοκήρυκες αναμόρφωσαν την Οικουμένη.
Ακράδαντη πίστη τους ήταν πως δεν σώζει, ούτε λυτρώνει, ο επικριτικός, τυπολατρικός, φαρισαϊκός, πολιτικός, τεχνοκρατικός και φιλοσοφικός λόγος, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Οι διάφοροι λόγοι τρέφουν και τέρπουν τον εγωισμό, την ιδέα της παντοκρατορίας του ανθρώπου, καλλιεργούν το σφετερισμό ιδιωμάτων ετέρου και υποδαυλίζουν την ελκυστική ιδέα της αντιποίησης αρχής δηλαδή της όντως αρχής της Ζωής, της Αλήθειας και του Φωτός, του Χριστού. Ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός λέει χαρακτηριστικά: «Την ανθρώπινη σοφία, τους ανθρώπινους λόγους τους εγκατέλειψα, γιατί ακολούθησα το λόγο του μεγάλου Θεού, που υπερκαλύπτει κάθε ευμετάβλητο, πολύπλοκο λόγο του ανθρώπινου νου»(8).
Σήμερα ζούμε στην εποχή της βασιλείας του λόγου, αλλά παραθεωρούμε τον Υιό και Λόγο του Θεού. Μήπως εκλείπει η πίστη και γι΄ αυτό απουσιάζει και η ομολογία;
Οι Τρεις όμως, σήμερα τιμώμενοι Άγιοι, ως αυθεντικοί «βλαστοί Ευαγγελίου»(9), «διατήρησαν το θεμέλιο της πίστεως στο Χριστό ασάλευτο»(10), διότι γράφει ο ιερός Χρυσόστομος «όποιος ξεφύγει από την πίστη, δεν στέκεται πουθενά αλλά κολυμπάει εδώ και εκεί έως ότου καταποντισθεί τελείως»(11). Αντίθετα, συνεχίζει ο ίδιος Πατέρας, «τα μέγιστα δια της πίστεως και ου δια λογισμών κατορθούνται»(12). Και ακόμη περισσότερο συνεχίζει: «Η πίστη αποδεικνύει τη γνησιότητα των πράξεών μας και από την ειλικρινή πίστη γεννιέται η αγάπη, γιατί εκείνος που πιστεύει αληθινά στο Θεό, δεν ανέχεται ποτέ να εγκαταλείψει την αγάπη»(13).
Αλλά και η άσκηση της αγάπης οφείλει να συμβαδίζει με την ομολογία του ονόματος του Χριστού, ο οποίος είπε: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(Ιωαν. 15, 5).
Αν δεν υπάρξει σύζευξη ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, ο λόγος της ζωής γίνεται φιλοσοφικός και ειδωλοποιείται. Όταν λοιπόν, αλλοιώνεται η πίστη αλλοιώνεται και η ζωή. Αυτή είναι η αλήθεια.
Οι έμπειροι και πνευματοφόροι Πατέρες «έδιναν πάντα προτεραιότητα στην αλήθεια, προκειμένου να διασώσουν την καθολικότητα του νοήματος της ζωής»(14). «Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να πάθει κανείς είναι να χάσει την αλήθεια»(15) τονίζει εμφαντικά ο Βασίλειος.

Ο συνδυασμός λοιπόν, «Πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5, 6), όπως είπε ο Απόστολος Παύλος, οδηγεί στην επίτευξη του πρωτεύοντος στόχου, στην αγιότητα, στην σωτηρία.
Είναι ξεκάθαρη η προτροπή του Χρυσοστόμου προς πάντας και ιδιαίτερα προς τα νιάτα: «Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστί»(16). Αυτή είναι και η πρόταση παιδείας( με την ευρύτερη έννοια της λέξης και όχι μόνο της εκπαίδευσης) των Τριών Ιεραρχών, καθώς οι ίδιοι δεν ήταν εκπαιδευτικοί αλλά παιδαγωγοί εις Χριστόν.
«Κατ΄ αυτούς η παιδεία του κόσμου θεωρείται αντικειμενικώς μόνο μέσα από την παιδεία του Κυρίου»(17). Οραματίζονται την παιδεία ως τη διαδικασία που θα οδηγήσει τον άνθρωπο να «απελευθερωθεί, όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Κορναράκης, από την ψευδαίσθηση ότι η φύση του δικαιώνεται διαμέσου των γνώσεών του και να οικειωθεί την αυθεντικότητα της υπάρξεως πού δεν ορίζεται από το εκάστοτε σύστημα γνώσεων άλλα από τη δυνατότητα αυτογνωσίας και τέλος την κατάκτηση της αληθινής «θεογνωσίας»(18).
Αλλά και με την στενότερη έννοια της εκπαίδευσης αν προσεγγίσουμε το έργο τους θα ωφεληθούμε, διότι θα διδαχθούμε από τη Χρυσοστομική γραφίδα και πάλι, ότι: «Ο άριστος όρος και σκοπός της διδασκαλίας είναι αυτός, το να οδηγούν οι δάσκαλοι τους μαθητές, με όσα πράττουν και με όσα λένε, στον ευτυχισμένο βίο πού όρισε ο Χριστός»(19).

Είναι βέβαια τέτοια η έκταση του παιδαγωγικού χαρακτήρα του έργου των Τριών Ιεραρχών και τόσο πολυμερής η όλη διδακτική και παιδαγωγική μεθοδολογία τους, που ίσως θα έπρεπε να μελετηθεί η πρόταση, να συμπεριληφθεί ως μάθημα στα παιδαγωγικά τμήματα των πανεπιστήμιων μας.
Οι πνευματικές τους παρακαταθήκες λοιπόν, είναι πολυτιμότατα κεφάλαια διότι υπενθυμίζουν σε όλους, ότι η αυτονόμηση του ανθρώπου από το Θεό, η πνευματική λοξοδρόμηση, είναι η γενεσιουργός αιτία της προσωπικής αλλά και της κάθε πολυεπίπεδης κρίσης που βιώνουμε διαχρονικά ως κοινωνία.
Ο καθένας μας λοιπόν, προσωπικά και η κοινωνία μας συνολικά μπορεί να βρει την απάντηση στις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος, μέσα από τα σπλάγχνα της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης μας. Μέσα από την πρόταση της οικουμενικότητας, της καθολικότητας και της αλήθειας του μηνύματος των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτή «η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση μας αποτελεί το παρελθόν που ταυτίζεται με την ζωή, το βαθύτερο είναι μας και την προοπτική μας. Το Ορθόδοξο παρελθόν μας αποτελεί το δικό μας μέλλον και την ελπίδα του κόσμου»(20).
Μια παράδοση που ζει την Πεντηκοστή ως ένα συνεχές παρόν στο διάβα των αιώνων, που σαρκώνεται στις μέρες μας, στα ιερά ασκητήρια του αγιασμένου Άθωνα, στα ταπεινά κελλάκια των οσίων Γερόντων του αιώνα μας και στις άσημες καμαρούλες-Ησυχαστήρια των πολυκατοικιών της πολύβουης Αθήνας.
Μια παράδοση που λειτουργείται, στα (20)είκοσι μοναστήρια που ίδρυσε στις μέρες μας, στην έρημο της Αμερικής, ο φορτωμένος με την Αγιορείτικη πνευματική κληρονομιά, Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης(21), καθώς και σ΄ όλες τις Εκκλησιές και τα μοναστήρια της Ορθοδοξίας.
Μια παράδοση που ομολογείται διακονικά «εν τω συνδέσμω της ειρήνης»(Εφ. 4, 3) και της αγάπης του Χριστού στην Αφρική και τις λοιπές χώρες της Ιεραποστολής και μαρτυρείται θυσιαστικά σε διάφορες χώρες, όπως στη σημερινή Ρωσία του σύγχρονου δεκαεννιάχρονου νεομάρτυρα Ευγένιου Ροντιόνωφ ο οποίος την ζωή του πρόσφερε «θυσία τω Θεώ»(Ψαλ. 50, 17) αρνούμενος την πολλοστή(16 φορές) προτροπή του Τσετσένου δημίου του να αφαιρέσει από το λαιμό του το βαφτιστικό σταυρουδάκι που φορούσε, για να σώσει τη ζωή του(22).
Μια παράδοση που ζωοποιεί αυθεντικά στο παρόν, το μήνυμα που οι Τρεις αδάμαστες ψυχές της πίστης, οι σημερινοί εορταζόμενοι Πατέρες μας καταθέτουν. Μας οδηγούν σ΄ Αυτόν «ον ηγάπησεν η ψυχή τους»(Άσμα Ασμάτων Κεφ. 1, 7). Σ΄ Αυτόν τον τόσο γνωστό και τόσο άγνωστο, την Πηγή της Ζωής, τον Ζωοδότη Χριστό. Σ΄ Αυτόν τα λόγια του οποίου μας υπενθυμίζει ο Χρυσορρήμων Ιωάννης: «Εγώ είμαι πατέρας σου, εγώ αδελφός σου, εγώ νυμφίος της ψυχής σου, εγώ το σπίτι που μπορείς να καταφύγεις, εγώ η τροφή σου, εγώ το ένδυμα σου, εγώ η ρίζα σου, εγώ το στήριγμα σου, εγώ είμαι κάθε τι πού επιθυμείς· κοντά μου δεν θάχεις ανάγκη από τίποτε»(23).
Για να μην έχουμε λοιπόν, από τίποτα ανάγκη, για να είμαστε αληθινά ελεύθεροι, εμείς και τα παιδιά μας και για να μην λυπούμε το Πνεύμα του Θεού με την απρόσεκτη βιοτή μας, εύχεσθε Σεβασμιώτατε, να μας φωτίζει ο Θεός όλους μας, καθώς και τον ομιλούντα, για να αποκτήσουμε την ίδια σχέση ζωής που είχαν και οι Τρείς αειλαμπείς Πατέρες, με την Πηγή της Ζωής, έτσι ώστε να ελπίζουμε στο έλεος Του για να αξιωθούμε της σωτηρίας.
Άλλωστε δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, από το διαχρονικά ζωηφόρο μήνυμα των Τριών Μεγάλων Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ένα μήνυμα το οποίο δεν είναι διαφορετικό από το μήνυμα των Προφητών, των Αποστόλων, των Οσίων, των Μαρτύρων, των Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι το μήνυμα της πίστης και της αγάπης στο πρόσωπο της μοναδικής Αλήθειας, του Ιησού Χριστού και σ΄ όσα Εκείνος μας παρέδωσε.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Υποσημειώσεις:
1.Ακροστιχίδα κανόνα σε ήχο β΄ που συνέθεσε προς τιμήν των Αγίων, ο Ιωάννης Μαυρόπους Μητροπολίτης Ευχαϊτων. Βλ. ΘΗΕ λήμμα «Τρείς Ιεράρχαι», σελ. 841.
2.Από το Απολυτίκιον των Τριών Ιεραρχών.
3.(†)Διονυσίου Ψαριανού, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης (1983), Στους Τρεις Ιεράρχες. Βλ. Κωνσταντίνου Χολέβα (2008), Ελληνορθόδοξη Πορεία-Ανθολόγιο Κειμένων, Δομή, Αθήνα, σ. 59.
4.Βασιλείου του Μεγάλου, Επιστ. 233, Αμφιλοχίω Επισκόπω ερωτήσαντι, 2, ΕΠΕ 1, 148 – ΒΕΠ 55, 282 – MG 32, 865, 868, Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 324.
5.Μάκη Δεληπέτρου, Επικίνδυνος τις, ονόματι Ιησούς, κυκλοφορεί στα σχολεία!. Βλ. εφημερίδα «Απογευματινή», 5-11-09. Επίσης βλ. http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2198&Itemid=172.
6. Γρηγορίου του Θεολόγου Λόγοι, Θεολογικός πρώτος - Προς Ευνομιανοὺς προδιάλεξις. Βλ. http://www.imka.gr/book/theologikos-protos-pros-eunomianous-prodialexis
7. Βασιλείου του Μεγάλου, Επιστ. 159, Ευπατερίω και τη θυγατρί αυτού, 1, ΕΠΕ 3, 506 – ΒΕΠ 55, 182 – MG 32, 620, Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Γ΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 615.
8.Φ.(2010), Άρθρο, Το μυστικό τους, περιοδικό Προς την Νίκην, τεύχος 719, σ.8.
9. Από το Απολυτίκιον των Αγίων Πάντων.
10.Μεγάλου Βασιλείου, Εις Γόρδιον τον μάρτυρα. Βλ. και περιοδικό Η Δράσις μας, 1997, τεύχος 344, σ. 12.
11.Εις Α΄ Τιμ., ομιλ. Ε΄, 2, ΕΠΕ 23, 204 MG 62, 528. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη & Ουρανίας Α. Λαναρά(1995), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, τόμος Γ΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα, σ. 727.
12.Εις Εβρ., ομιλ. ΚΒ΄, 1, ΕΠΕ 25, 116 MG 63, 154. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 687.
13.Εις Α΄ Τιμ., ομιλ. Β΄, 1, ΕΠΕ 23, 142 MG 62, 509. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 615.
14.Α.Μ.(2005), Άρθρο, Θεολογικοί προβληματισμοί και θεολογική τεκμηρίωση της ορθόδοξης συμμετοχής στον οικουμενικό διάλογο σήμερα, περιοδικό Επίγνωση, τεύχος 92, σ. 12. Βλ. http://www.zephyr.gr/STJOHN/epi92.htm
15.Επιστ. 204, Τοις Νεοκαισαρεύσι, 3, ΕΠΕ 3, 164 – ΒΕΠ 55, 235 –MG32, 748. Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 325.
16. Εις Εβρ., ομιλ. ΚΘ΄, 3, ΕΠΕ 25, 282 MG 63, 205. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 600.
17.Κωνσταντίνος Κορναράκης(1999), Παιδεία Κυρίου - Ο οντολογικός χαρακτήρας και η διαλεκτική φύση του παιδαγωγικού έργου κατά τους Τρεις Ιεράρχες, Ανάτυπον εκ της Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Τιμητικόν αφιέρωμα εις Αθανάσιον Π. Χαστούπην, τόμος ΛΔ΄, σ. 416.
18.Κωνσταντίνος Κορναράκης, Παιδεία Κυρίου, ό.π. σ. 416.
19.Περί Ιερωσύνης, λόγος Δ΄, 8, ΕΠΕ 28, 234 – MG 48, 671. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου, ό.π. σ. 601.
20.Νκολάος Χατζηνικολάου, Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής(2000), Άρθρο, Αποκρυπτογράφηση του εκκλησιαστικού γονιδιώματος, περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, Αρ. Φύλλου 108(205), σ. 17.

21.Μελέτιος Βαρδαχάνης, Αρχιμανδρίτης, Θαύμα στην Αμερική του πατρός Εφραίμ. Βλ. http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1554&Itemid=195
22.Για το Μαρτύριο του Ευγένιου Ροντιόνωφ βλ. http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=880&Itemid=29
23.Εις Ματθ., ομιλ. ΟΣΤ΄, 5, ΕΠΕ, 12, 34 – MG 58, 700. Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 256.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Oι Τρείς Ιεράρχες και το σύγχρονο σχολείο

OΙ Τρείς Ιεράρχες και το σύγχρονο σχολείο, είναι το θέμα της σημερινής (Παρασκευή, 29/01/2010) εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία», η οποία μεταδίδεται από το Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM) κάθε Παρασκευή στις 6 μ.μ.

Καλεσμένοι στο studio της εκκλησιαστικής ραδιοφωνίας για τη σχετική συζήτηση με τον δημοσιογράφο - θεολόγο Χάρη Ανδρεόπουλο και μ’ αφορμή την αυριανή γιορτή των Προστατών της Παιδείας και των Γραμμάτων μας Τριών Ιεραρχών , είναι οι Νικ. Παύλου, θεολόγος – ιστορικός, Μ.Sc., υπ. δρ. ΑΠΘ, διευθυντής του 14ου Γυμνασίου και ο Σταύρος Γουλούλης, Δρ. φιλόλογος, διευθυντής της τοπικής υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), ενώ μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας θα μιλήσει και ο Σχολικός Σύμβουλος Β. Αιγαίου Ανδρέας Αργυρόπουλος, συγγραφέας του βιβλίου «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών»

* Eπισημαίνεται ότι η εκπομπή μεταδίδεται και μέσω της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης http://www.imlarisis.gr/live.php , που σημαίνει ότι ακούγεται, μέσω του διαδικτύου, σ' όλη την Ελλάδα. Οι ακροατές μπορούν να καταθέτουν τις απόψεις τους κατά τη διάρκεια της εκπομπής, στο τηλ. 2410 - 624926.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών


ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Το επαναστατικό μήνυμα

των Τριών Ιεραρχών

Tου Χάρη Ανδρεόπουλου

Mπορεί η Ορθόδοξη Θεολογία να αρθρώσει λόγο για την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας; Μπορεί να έχει άποψη και, άρα, πρόταση για μια καλύτερη Παιδεία; Σε κάποιους – ίσως στους περισσότερους - τα ερωτήματα αυτά μπορεί να μοιάζουν παράταιρα σε μια θεολογική και, άρα, πνευματική θεώρηση των πραγμάτων, ωστόσο, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η Ορθόδοξη Θεολογία, όχι μόνο έχει θέση και άποψη για τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα (ανισότητα, εκμετάλλευση) και προτάσεις που θα έδιδαν λύσεις σε «καυτά» θέματα της επικαιρότητας (φτώχεια, πείνα), αλλά, θα μπορούσε να πεί κανείς, ότι οι θέσεις αυτές είναι και επαναστατικές!

O Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, αγαπητός φίλος και εκλεκτός συνάδελφος Ανδρέας Αργυρόπουλος, θεολογώντας πέρα από τα στερεότυπα περί των ελληνοχριστιανικών ιδεών που συνήθως αναπαράγονται αυτές τις μέρες εν είδει αφιερώματος στην μνήμη των Τριών Ιεραρχών, με λόγο μεστό που προσαρμόζει το δυναμικό λόγο της Θεολογίας στις υπαρξιακές ανάγκες του μετανεωτερικού ανθρώπου, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η ζωή και η πρόταση ζωής που εξάγεται από το έργο των Τριών Ιεραρχών περικλείει ένα μήνυμα άκρως επίκαιρο και τα μάλα επαναστατικό!

Σ’ ένα καλαίσθητο βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε προσφάτως με τίτλο «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών», ο συγγραφέας, εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς θεολόγων και διανοητών, αναδεικνύει με τρόπο γλαφυρό τον επαναστατικό, πράγματι, λόγο των τριών κορυφαίων διδασκάλων και αγίων της Εκκλησίας μας. Ενα λόγο o οποίος contra στη συμβατική θρησκευτικότητα της εποχής μπορεί, εκφράζοντας τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις που θα γεμίσουν ελπίδα τον σύγχρονο άνθρωπο και θα τον απελευθερώσουν από τα δεσμά της σημερινής υποκρισίας η οποία είναι απότοκη ενός βολικού και, άρα, ακίνδυνου χριστιανισμού.

Στο βιβλίο γίνεται αναφορά για τις ριζοσπαστικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών σε κοινωνικά θέματα, όπως π.χ. για τη θέση των Μ. Βασιλείου και Ιωάννη Χρυσοστόμου οι οποίοι θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών. Παράλληλα, ο συγγραφέας μαζί με τις πολλές άλλες αναφορές σε έργα τους, επικαλείται την άποψη του μεγαλύτερου ρώσου διανοητή του 20ου αιώνα, του Νικόλα Μπερντιάεφ, ο οποίος επισημαίνει ότι στον Μ. Βασίλειο, όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Κάρλ Μάρξ να χλωμιάσουν…

Για τις κοινωνικές ανισότητες μιλάει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν αποτελούν», λέει, «θέλημα Θεού» και εξηγεί: «O Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίσθηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίσθηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς, όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στη κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού».

Χωριστή ενότητα για την θετική στάση των Τριών Ιεραρχών απέναντι στη ανθρωπιστική διάσταση της Παιδείας, ακόμη και στην έγνοια τους για τον σωστό σχολικό επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, αφιερώνει ο συγγραφέας, προτείνοντας επιτακτικά αλλαγή πλεύσης από το σημερινό χρησιμοθηρικό εκπαιδευτικό σύστημα που καταδυναστεύει τους νέους.

* Το βιβλίο προλογίζει ο Δρ. Θεολογίας και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη», Θανάσης Παπαθανασίου, επισημαίνοντας κι’ αυτός από τη πλευρά του, ότι επειδή μια θεολογία άπραγη δεν έχει νόημα, αν δούμε τους Τρεις Ιεράρχες σαν είδωλα, ή σαν γκουρού, τότε τους χάσαμε…

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Bίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου - Ιερομονάχου Ισαάκ


Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παισίου του Αγιορείτου, Αγιον Ορος 2008, Στ΄ έκδοσις, σσ. 760.

Toυ Παν. Τελεβάντου
Ανέμενα από καιρό να πάρω στα χέρια μου την παρούσα έκδοση. Ημουν απόλυτα πεπεισμένος ότι θα ήταν εξ ορισμού το καλύτερο βιβλίο που θα μπορούσε να γραφτεί για τον π. Παίσιο. Ο συγγραφέας του (Ιερομόναχος Ευθύμιος της συνοδείας του κοιμηθέντος π. Ισαάκ και Γέροντας της καλύβης της Αναστάσεως στην Καψάλα του Αγίου Ορους), είχε όλες τις προυποθέσεις να συντάξει το αυθεντικό έργο για το βίο και την πολιτεία του μακαριστού Γέροντα. Εγκρατής της θεολογίας ιερομόναχος είχε την ευτυχία και το προνόμιο να ζήσει από κοντά για χρόνια το μακαριστό Γέροντα Παίσιο. Πέραν της προσωπικής μακρόχρονης και εκ του σύνεγγυς εμπειρίας με το μακαριστό Αγιο ασκητή, ο καλός ιερομόναχος συγγραφέας, είχε τη δυνατότητητα να συλλέξει και να αξιοποιήσει τις αναμνήσεις πλειάδας μοναχών οι οποίοι είχαν άμεση πνευματική εξάρτηση από τον π. Παίσιο. Ποιος αρμοδιότερος τούτων να μιλήσει για την προσωπικότητα του μακαριστού ασκητή και τους μυστικούς αγώνες του, να καταγράψει τη θαυμαστή διδασκαλία του, να εξιστορήσει τις διάφορες φάσεις της εν Χριστώ ζωής του και να αναφερθεί στα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί με τη χάρη του Θεού;

Και ενώ ανέμενα με ακλόνητη βεβαιότητα ότι ο καρπός της συγγραφικής προσπάθειας του Οσιολογιότατου π. Ευθυμίου (ο οποίος από πνευματική ευαισθησία αποδίδει στο μακαριστό του Γέροντα Ισαάκ τη συγγραφή του έργου) θα ήταν όντως θαυμαστός, ομολογώ ότι δεν ανέμενα να διαβάσω ένα τόσο εκπληκτικό, από κάθε απόψη, βιβλίο. Αρχίζω από τα εξωτερικά. Πολύ καλαίσθητος τόμος, δερματόδετος, που διατίθεται μάλιστα σε εξευτελιστική τιμή. Η ταξινόμηση του υλικού είναι απόλυτα πετυχεμένη. Το βιβλίο δεν είναι απλά ευανάγνωστο. Ανήκει στα ευάριθμα εκείνα (και μάλιστα ογκώδη πέραν των 750 σελίδων) βιβλία που δεν θέλεις να τα αφήσεις από τα χέρια σου πριν φτάσεις στην τελευταία τους σελίδα. Και αφού το αναγνώσεις ως το τέλος όλο και βρίσκεις αφορμή να το ξαναδιαβάσεις, αν όχι στην ολότητά του, τουλάχιστον όσα κεφάλαια ερέθισαν το ενδιαφέρον σου περισσότερο από τα υπόλοιπα.

Οσο για το περιεχόμενο του βιβλίου “τι φω και τι λαλήσω;” Ο αναγνώστης ενεός και πλήρης κατανύξεως βλέπει να αποκαλύπτεται μπροστά του μια εκπληκτική σκιαγραφία ενός μεγάλου σύγχρονου Αγίου ο οποίος σελαγίζει με τη γιγάντιά του ιερότητα τον περίβολο του Αθωνα. “Σοκ και δέος” δοκίμασα με την ανάγνωση του βιβλίου. Το πρώτο συναίσθημα που με πλημμύρισε ήταν απελπισίας για τα χάλια μου. Πώς μπορώ να ελπίζω σε σωτηρία αφού ο π. Παίσιος κατόρθωσε αυτά τα υπεράνθρωπα ασκητικά παλαίσματα; Οταν όμως τέλειωσα την ανάγνωση του βιβλίου πλημμύρισα από ένα άλλο συναίσθημα: Αυτό της απέραντης φιλανθρωπίας του Θεού που οικονόμησε στις μέρες μας να υπάξουν Αγιοι της ολκής του π. Παίσιου. Αυτοί είναι η μόνη ελπίδα μας ότι το έλεος του Θεού θα καλύψει και τη ραθυμία και την ολιγοπιστία και τις αμαρτίες μας.

Πρόκειται για αληθινό αριστούργημα. Ενα από τα καλύτερα βιβλία ορθόδοξης θεολογίας που γράφτηκαν τον τελευταίο τουλάχιστον αιώνα. Δεν χρειάζεται επομένως να είναι κανείς προφήτης για να προφητέψει ότι θα γνωρίσει τεράστια επιτυχία κι απανωτές εκδόσεις. Εχω στα χέρια μου την ΣΤ΄ έκδοση και το βιβλίο μεταφράστηκε ή πρόκειται να μεταφραστεί σε 14 γλώσσες!) σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Προπαντός θα αναμορφώσει ψυχές, θα τις οδηγήσει σε μετάνοια, θα παρηγορήσει καρδίες και θα εμπνεύσει σε αγωνίσματα ασκητικά, σε ταπείνωση, σε μετάνοια, σε αυτομεμψία και προσευχή. Είχα, από το 1975, όταν πρωτοδιάβασα τα βιβλία του εν Αγίοις πατρός ημών Ιουστίνου Πόποβιτς “Ανθρωπος και Θεάνθρωπος” και “Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός” να διαβάσω βιβλίο που να με συγκλονίσει σε τέτοιο βαθμό. Σε όσους αδελφούς υποβάλει ο πειρασμός ότι είμαι υπερβολικός όταν μιλώ με αυτό τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό για το βιβλίο τους παρακαλώ θερμά να το διαβάσουν και θα διαπιστώσουν ότι είμαι τόσο φειδωλός σε επαίνους. Αγιασμένο χέρι το σύνταξε. Φωτισμένος νους το συνέλαβε, γι’ αυτό και άγιος ο καρπός της προσπάθειας. Αποκλείεται να μην επιστατούσε η ψυχή του μακαριστού Γέροντα Παισίου στην καταγραφή του θαυμαστού αυτού βίου και της πολιτείας του.

“Ηδη προς εσπέραν εστί και κέκλικεν η ημέρα...”. "Το τέλος εγγύς". Δεν ξέρω αν ο Αγιος Θεός επιτρέψει να ξαναπάρω στα χέρια μου πέννα για να γράψω άλλο άρθρο ή βιβλιοκρισία. Τον ευχαριστώ “εκ μέσης καρδίας” επειδή με αξίωσε να διαβάσω και να κλάψω γοερά και πικρά (να εύχεσθε, καλοί αναγνώστες, σαν τον Πέτρο κι όχι σαν τον Ιούδα) αυτό το αριστούργημα. Τον δοξολογώ “εκ βαθέων”, επειδή το ανάξιο χέρι μου αξιώθηκε να γράψει αυτά τα φτωχά λόγια για ένα έργο που φέρει εμφανέστατα ανεξίτηλη τη σφραγίδα του Πνεύματος. Το συνιστώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου.

(Την κεντρική διάθεση του βιβλίου έχει το Ιερόν Ησυχαστήριον, “Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος”, 63088 Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής, Τηλέφωνον: 2375061592 και Τηλεμοιότυπον: 2375061103).

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Η κρίση ταυτότητος του μαθήματος των Θρησκευτικών

Η ΚΡΙΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΟΣ

Toυ Κώστα Νούση,

Φιλολόγου - Θεολόγου ΑΠΘ

Κανείς δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να εθελοτυφλοί στις ραγδαίες πολιτικοκοινωνικές και πολιτισμικές εκρήξεις που έφερε η τεχνολογική επανάσταση παγκοσμίως. Η κρίση των εθνών και των θρησκειών είναι καρπός των κοσμογονικών αυτών αλλαγών που προκαλούν γενικότερες φοβίες τοις πάσι λόγω κυρίως του πρωτοφανούς φαινομένου της παγκοσμιοποίησης με τη σύγχρονη μορφή της (φαινόμενα αντίστοιχα υπήρχαν και παλιότερα, για παράδειγμα η οικουμενική αλεξανδρινή αυτοκρατορία). Μια από αυτές τις φοβίες αντιμετωπίζουμε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πολυπολιτισμικού καινού παγκοσμίου γίγνεσθαι αναφορικά και με το μάθημα των θρησκευτικών εν Ελλάδι.
Όπως είναι οφθαλμοφανές, δεν πρόκειται για κρίση του μαθήματος αλλά της παιδείας γενικότερα και πρωτίστως της ταυτότητάς μας ως λαού-έθνους-γένους-Εκκλησίας Χριστού.

Και μόνο η προβληματική περί του νέου χαρακτήρα του μαθήματος καταμαρτυρεί τις πλεονάζουσες εσωτερικές μας αγκυλώσεις και τις αμέτρητες ανασφάλειες που είναι γεννήματα μιας χρόνιας αποχριστιανοποίησης του ορθοδόξου λαού μας αλλά και των υπολοίπων χριστιανικών λαών σε παγκόσμιο φάσμα και δη σε αυτό των ευρωπαϊκών λαών .
Δεν έχουμε σαφή θρησκευτική και εθνική ταυτότητα και κατά συνέπεια ορρωδούμε ενώπιον και αυτής ταύτης της ονομασίας της παγκοσμιοποίησης ή παρομοίων όρων, όπως επί παραδείγματι αυτού της μετανεωτερικότητας. Αλλά κάνω μια απλή σκέψη επί τροχάδην περί της οικουμενικότητας του χριστιανικού κηρύγματος ως εντολής υπό Χριστού δοθείσης μέσα σε μια κοινωνία κλειστή και φοβική σαν την εβραϊκή. Άλλο θέμα η δαιμονική διαστροφή του φαινομένου και των υπολοίπων συγγενών που δεν είναι του παρόντος να αναλυθεί.

Ας περάσουμε ειδικότερα στο εν λόγω διδακτικό αντικείμενο. Τρία κατά τη γνώμη μου είναι τα βασικότερα προβλήματά του:

. η ποσόστωση θρησκειακού και ομολογιακού χαρακτήρα του μαθήματος στα πλαίσια του παγκόσμιου πλέον χωριού της γης του οποίου αποτελούμε μια εκ των σμικροτάτων συνοικιών,
· οι συγγραφείς των νέων διδακτικών εγχειριδίων και
· οι διδάσκοντες το αντικείμενο με την ανακαινισμένη μορφή του.
θα καταθέσω πολύ συνοπτικά μερικές παραμέτρους σχετικά με τα πλαίσια εντός των οποίων θα κληθούν άπαντες να τοποθετηθούν και απαντήσουν στα παραπάνω όντως κρίσιμα ζητήματα. Και όταν λέω άπαντες εννοώ Εκκλησία επίσημη, θεολόγους πανεπιστημιακούς και μέσης εκπαίδευσης, κράτος, το μέσο πιστό αλλά και έκαστο νεοέλληνα. Άλλωστε μόνο στα πλαίσια του νεοελληνικού μας ομοουσίου προχωρούμε πάντα αλαθήτως κατά το πρότυπο της εκκλησιαστικής συνοδικότητος.

Η προβληματική περί των αναλογιών του χαρακτήρα που θα πάρει το μάθημα θα πρέπει να έχει ως σημείο αναφοράς την ποιοτική χροιά της παιδείας που θέλουμε να παράσχουμε στη νέα γενιά και τι ταυτότητα θέλουμε να χορηγήσουμε στο νεοέλληνα ορθόδοξο χριστιανό της πατρίδας μας και ταυτόχρονα ευρωπαίο και οικουμενικό πολίτη. Επομένως είναι επιτακτικό να ξεκαθαρίσουν η Ελλάδα ως έθνος και κρατική υπόσταση και η Εκκλησία μας το είναι τους, πριν μορφώσουν τους στόχους τους και εν συνεχεία τους πολίτες γενικότερα και ειδικότερα τους πιστούς. Αν δεν προηγηθούν αυτά θα επακολουθήσει αντί μορφώσεως παραμόρφωση, ως άλλωστε το βλέπουμε ήδη να συμβαίνει. Ποια πρόταση ζωής και πολιτισμού έχουμε εν τέλει να αντιπροτείνουμε ως νεοέλληνες στο σύγχρονο οικουμενικό άνθρωπο από τη μικρή μας ελλαδίτσα έως τα πέρατα της γης τα οποία είναι συγκοινωνιακώς πλέον τόσο ταχέως προσβάσιμα όσο άμεσα εισερχόμενα στο σπίτι μας μέσω του διαδικτύου;

Τα σχετικά άπορα και οι ύφαλοι πλείστοι. Ενδεικτικώς μνείαν ποιούμαι του ζητήματος της εθνικής και οικουμενικής ταυτότητος. Πόσο μπορεί και αν πρέπει η πατρίδα μας να μειώσει τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος τη στιγμή που η ορθοδοξία είναι δομικό στοιχείο της ταυτότητας του γένους κατ΄ αναλογίαν και με άλλα αντίστοιχα προβλήματα διδακτικής φιλοσοφίας, όπως είναι το μάθημα της ιστορίας; Η εκκλησία μας αναγνωρίζει ότι τα έθνη είναι μεταπτωτικό φαινόμενο και όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια και παιδιά του ενός Θεού. Το όραμα εξάλλου και η προφητεία της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού είναι η υπέρβαση των εθνών και των πάσης φύσεως διχασμών και η ένωση των πάντων εν Χριστώ Ιησού. Μπορείς όμως σήμερα να προωθήσεις μια ιστορία διεθνικού χαρακτήρα εις βάρος του εθνικού; Παράλληλη προβληματική με το θρησκευτικό μάθημα.

Το πλέον μέγιστο κατά τη γνώμη μου θέμα έγκειται στο κοινό κατά βάση πρόβλημα των συγγραφέων και των διδασκόντων των νέων εγχειριδίων. Δε νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς πως δε μετράει τόσο το περιεχόμενο του εκάστοτε βιβλίου όσον η ποιότητα του διδάσκοντος. Και πάλι πρόκειται για μείζον ζήτημα πρωτίστως πολιτικής του υπουργείου Παιδείας και των θεολογικών σχολών. Αναρωτιέμαι πόσο ένας άθεος ή αγνωστικιστής θεολόγος δύναται να μεταφέρει ορθώς το ορθόδοξο δόγμα. Η ένσταση ότι μπορεί κάποιος να ακολουθεί τη διδακτική δεοντολογία ανεξάρτητα του προσωπικού του πιστεύω προσκρούει στην ιδιαιτερότητα του μαθήματος και στην ευαισθησία της διαμόρφωσης της θεολογικής συνείδησης των αγνών ψυχών των παιδιών όλου του φάσματος των ηλικιών μέχρι τη μετεφηβική νεότητα. Παίζουμε συνεχώς και αυτοσχεδιάζουμε εν πολλοίς μετά το 1830 και δη εν ου παικτοίς. Δεν πρέπει να σταματήσει κάποτε αυτό; Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με κινήσεις εκπαιδευτικής σοβαρότητος και ωριμότητος. Μου ήρθε στο μυαλό πρώην κληρικός που αποσχηματίστηκε και πνέει γραπτώς και προφορικώς τα μένεα κατά του Χριστού και της Εκκλησίας έμπλεος ποικίλων αιρέσεων. Είναι και καθηγητής μέσης εκπαίδευσης. Μπορεί αύριο να κληθεί να συγγράψει και νέο διδακτικό εγχειρίδιο. Θύματα και πάλι και πάντα τα αθώα παιδιά. Αυτά τα τραγελαφικά εκπαιδευτικά παράλογα ποιος θα τα ελέγξει και ρυθμίσει επιτέλους;

Μιας και καταπιάστηκα με το θέμα αυτό να αναφερθώ και στην υποσυνείδητη διαστρεβλωμένη προβολή του ορθοδόξου θρησκεύματος από ελλειμματικούς τω βιώματι και τη πίστει θεολόγους αψόγως κατηρτισμένους επιστημονικά. Αν για παράδειγμα κάποιος θεωρεί την Παλαιά Διαθήκη ως μυθολογία σε μεγάλο βαθμό, τότε και ο ίδιος ζει σχιζοφρενικά εντός της Εκκλησίας και του αντικειμένου εργασίας του και κατά αναπόδραστη συνέπεια βλάπτει εαυτόν και αλλήλους. Η βαθύτερη επομένως αιτία της νόσου είναι η πνευματική μας πενία, η οποία είναι τόσο δυσωδώς όζουσα που δυσχεραίνει το έργο του επαναπροσδιορισμού της μορφής του μαθήματος των θρησκευτικών, πολλώ δε μάλλον της υλοποίησης μιας αποτελεσματικής του αναμόρφωσης.

Ο χριστιανός και ο θεολόγος ειδικότερα δεν πρέπει να διακατέχεται από φοβικά σύνδρομα, διότι μαρτυρεί δια λόγου και έργου περί της αληθείας, τουτέστιν περί Θεανθρώπου Χριστού, του φωτός της ανθρωπότητας. Μιας παγκόσμιας κοινότητας που λιμοκτονεί πνευματικά και βάλλεται από τη δαιμονική πολυεπίπεδη διαστροφή του καλού και κυρίως επί της γνώσεως και της πληροφορίας. Αρκεί λοιπόν μια απλή επιστροφή στην απολεσθείσα ορθοδοξία και ορθοπραξία, ώστε να ανανήψουμε ως έθνος - κράτος και να μεταλαμπαδεύσουμε οικουμενικώς τη δική μας πρόταση ζωής και μάλιστα ζωής αιωνίου. Αναλογιστήκαμε άραγε ως χριστιανοί και ως Έλληνες μήπως αυτό είναι το πιο σημαντικό που έχουμε να προβάλλουμε στους αδελφούς μας απανταχού της γης; Θεωρώ προσωπικά ότι στους άλλους τομείς άλλοι λαοί και μας προσπέρασαν και δώσανε οι άνθρωποι απαντήσεις και λύσεις στα προβλήματα ή τουλάχιστον τις γνωρίζουν και τις υλοποιούν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Εμείς όμως είμαστε κάτοχοι της όντως φιλοσοφίας. Και αυτή δε λύνει θέματα που ανήκουν στο στενό ορίζοντα ολίγων ετών ζωής. Δρομολογεί την επίλυση του μεγίστου πανανθρωπίνου προβλήματος: της υπέρβασης του θανάτου και της αιωνίας θέωσης εν Θεώ του ανθρώπου. Αρξώμεθα λοιπόν από ορθοδόξου ελληνικής παιδείας.

Λάρισα, 23-1-2010