Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Ενισχυμένο το Φανάρι

ΠΩΣ ΟΙ ΕΠΙΔΕΞΙΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΟΣΧΑΣ ΝΑ ΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗ...


Κραταιός και δυναμωμένος


o Οικουμενικός Πατριάρχης *



* Πρώτος στόχος του κ. Βαρθολομαίου η εξάλειψη του σχίσματος στην ουκρανική Εκκλησία * Θα επιμείνει στο αίτημα για εκκλησιαστική χειραφέτηση από τη Ρωσία ο πρόεδρος Βίκτωρ Γιούσενκο



Του Χάρη Ανδρεόπουλου *
xaan@theo.auth.gr


Κραταιή και αδιαμφισβήτητη, ως πρωτόθρονη Εκκλησία και συντονιστικό κέντρο της Ορθοδοξίας, αναδείχθηκε η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, στη κρίσιμη «αναμέτρηση» με την Εκκλησία της Ρωσίας και μάλιστα «εκτός έδρας», στη διάρκεια των γιορταστικών εκδηλώσεων του περασμένου Σαββατοκύριακου στο Κίεβο της Ουκρανίας, για την επέτειο των 1.020 χρόνων από τον εκχριστιανισμό των Ρως, εκ των οποίων έλκουν τη καταγωγή τους οι ουκρανοί και οι ρώσοι.

Με επιδέξιες κινήσεις που μαρτυρούν την διαχρονική αξία και αποτελεσματικότητα της φαναριώτικης διπλωματίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος έφερε τον Πατριάρχη Μόσχας όχι απλά σε θέσης άμυνας, αλλά τον ανάγκασε να τραπεί σε οπισθοχώρηση! Καθώς ο κ. Αλέξιος όχι μόνο αντικατέστησε τις απειλές του, της περασμένης εβδομάδος, περί σχίσματος, με ασπασμούς αγάπης και εγκώμια για το πρόσωπο του κ. Βαρθολομαίου, αλλά ανακοίνωσε ότι προτίθεται να λάβει μέρος στη πανορθόδοξη σύναξη κορυφής προκαθημένων των Πατριαρχείων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών που συγκαλεί το Φανάρι στη Κωνσταντινούπολη, τον ερχόμενο Οκτώβριο, ενώ προ μηνός οι εκπρόσωποί του (προφανώς με δική του εντολή) τα «είχαν βροντήξει» από τη σχετική προπαρασκευαστική σύσκεψη στη Ρόδο, επειδή συμμετείχαν σ’ αυτή και αντιπρόσωποι της αυτόνομης Εσθονικής Εκκλησίας. Και οι οποίοι προφανώς θα συμμετάσχουν στη επικείμενη σύσκεψη κορυφής, στο Φανάρι. Αλλά, ως φαίνεται, αυτό δεν ενοχλεί πλέον τη Μόσχα...

Τι άλλαξε; Επι της ουσίας τίποτα. Απλώς φαίνεται ότι ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Αλέξιος αποφάσισε να αφήσει τους λεονταρισμούς και να «πιεί το πικρό ποτήρι» της ανεξαρτητοποίησης της Εκκλησίας της Εσθονίας, κερδίζοντας χρόνο από μια άλλη, επί θύραις, ανεξαρτητοποίηση, αυτή της ουκρανικής Εκκλησίας.

Μια ανεξαρτητοποίηση την οποία, όπως γράφαμε στην «Ε» της Κυριακής (27/7/08, σελ. 12), ο πρόεδρος της Ουκρανίας είναι σήμερα αποφασισμένος όσο ποτέ άλλοτε να προωθήσει. Αποσκοπώντας λοιπόν στην ίδρυση μιας εθνικής Εκκλησίας στη χώρα του ο Βίκτωρ Γιούσενκο ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη - απ’ τον οποίο και προσδοκά τη παραχώρηση της αυτοκεφαλίας - μίλησε προχθες στο Κίεβο χωρίς περιστροφές: «Πιστεύουμε πως ως δώρο Θεού, ως ιστορική αλήθεια και δικαιοσύνη, θα δημιουργηθεί μια εθνικά διοικούμενη Εκκλησία στην Ουκρανία», είπε και απευθυνόμενος στον κ. Βαρθολομαίο του έθεσε το αίτημα ευθέως: «Kαλώ την Παναγιότητά σας να ευλογήσει τα όνειρά μας για την αλήθεια, για την ελπίδα μας, για τη χώρα μας, για την Ουκρανία».

* Απαντώντας, ως « υπεράνω», ως πράγματι πρωτοκάθεδρος της Ορθοδοξίας υπό την ιδιότητα του προκαθημένου της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, του Οικουμενικού δηλ. Πατριαρχείου, ο κ. Βαθολομαίος ήταν πολύ προσεκτικός στην απάντησή του, οριοθετώντας την μάλιστα εντός εκκλησιολογικού πλαισίου και καλώντας κατ΄ αρχήν, τα διεστώτα εις ενότητα. Σαν να τους έλεγε: «Βρείτε τα, πρώτα μεταξύ σας, και μετά βλέπουμε αν θα μείνετε όπως είσθε, ή αν θα αποτελέσετε ανεξάρτητη Εκκλησία». Και, φυσικά, η ενωτικού χαρακτήρα προτροπή του απευθύνονταν σ’ όλες τις ομάδες, κανονικούς τε και σχισματικούς, καλώντας τους να κάνουν «μιαν νέαν αρχήν συνεπεστέρου εκκλησιαστικού βίου, ηνωμένοι ευχαριστιακώς πάντες οι Ορθόδοξοι, άνευ διχοστασιών και σχισμάτων, αληθεύοντας εν αγάπη προς αλλήλους, δια «να αυξήσωμεν εις Χριστόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή ημών» και να γίνομεν αφορμή μεγάλης χαράς εν ουρανώ....». Ενώ δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευχή οι επόμενες επετειακές εκδηλώσεις (που θα γίνουν μετά από 5ετία) να εορτασθούν «κοινώς υπό πάντων των Ορθοδόξων» και «εν ευσεβεί υποταγή, εις μιαν κανονικήν ιεραρχικήν δομήν, υπό ένα άγιο ποιμένα, εν μιά αγία τραπέζη, εν ενί ζωοποιώ ποτηρίω και εν μια ιερά μαρτυρίαν περί της εν ημίν ελπίδος, εις δόξαν Θεού και εις έπαινον του ονόματος της μεγάλης Ουκρανικής πατρίδος».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως Πρώτος Θρόνος στην Ορθόδοξη Εκκλησία,
έχοντας επωμισθεί με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων (καν. 3 της Β’, 9, 17 καί 28 της Δ’, 36 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου) καί με την μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, την εξαιρετική ευθύνη καί την οφειλετική αποστολή να μεριμνά για την προστασία της παραδεδομένης πίστεως και της κανονικής τάξεως, έκανε στη περίπτωση της δοκιμαζόμενης ουκρανικής Εκκλησίας το καθήκον του ενεργώντας τα δέοντα για να θεραπευθεί η διάσπαση του εκκλησιαστικού σώματος, για να αποκαταστασθεί η ενότητα του τριχοτομημένου (!) εκκλησιάσματος.

Φυσικά υπάρχει και το θέμα της χειραφέτησης της ουκρανικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας, την οποία επιδιώκει – και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να επιδιώκει - η πολιτική ηγεσία της χώρας, εκφράζοντας τη πλειοψηφία (έστω τη σχετική) του ουκρανικού λαού, όπως φάνηκε στις πρόσφατες (περυσινές) εκλογές, με την ήττα μέχρι τότε φιλορώσου πρωθυπουργού Βίκτορα Γιανούκοβις (ο οποίος υποστηρίζει τη παραμονή της ουκρανικής Εκκλησίας στη δικαιοδοσία της Ρωσικής και στέκεται στο πλευρό του πατριάρχη Αλεξίου) και την επάνοδο στην εξουσία της (όχι απλά δυτικόφιλης, αλλά αμερικανόφιλης) Γιούλια Τιμοσένκο (η οποία, όπως και ο πρόεδρος Γιούσενκο, επιθυμούν την ανεξαρτητοποίηση, υποστηρίζοντας παρασκηνιακά τον σχισματικό «πατριάρχη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας» Φιλάρετο).

Ποιά μπορεί να είναι η λύση; Ασφαλώς, έτοιμη απάντηση δεν μπορεί να υπάρξει, καθώς το ζήτημα είναι δυσυπόστατο: ξεκινάει από πολιτικό (επιδίωξη χειραφέτησης) και καταλήγει σε εκκλησιαστικό (εσωτερικό σχίσμα). Μια απόπειρα επίλυσης, τουλάχιστον από εκκλησιαστικής πλευράς, για να εξαλειφθεί το εσωτερικό σχίσμα (η – πολιτικής, κυρίως, διάστασης - ανεξαρτητοποίηση, αν γίνει, έπεται...), θα μπορούσε να γίνει στη διάρκεια της συγκληθησομένης τον ερχόμενο Οκτώβριο πανορθοδόξου συνάξεως προκαθημένων στο Φανάρι, η οποία μπορεί, κάλλιστα, λειτουργώντας και ως Μείζων και Υπερτελής Σύνοδος, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, (όπως έγινε και με το βουλγαρικό εκκλησιαστικό πρόβλημα, το 1998, το οποίο επίσης είχε – και – πολιτική διάσταση, βλ. «Ε», 27/7/08, σελ. 12) να δώσει μια συνοδική «θεραπευτική» λύση. Οπως αρμόζει στο πνεύμα και το ήθος της Εκκλησίας μας.


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης και παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM)

* Δημοσιεύθηκε στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 29/07/2008, σελ. 8

Σάββατο 26 Ιουλίου 2008

To ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα

ΚΙΕΒΟ: ΓΙΟΡΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ ΤΩΝ
ΡΩΣΩΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΛΙΜΑ!


Αντί για λιβάνι,

μυρίζει μπαρούτι… *



* Ψυχρός πόλεμος στην Ορθοδοξία * Γιατί αντιδρά ο Ρωσίας Αλέξιος στη παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη * Τι επιδιώκει ο Ουκρανός πρόεδρος Γιούσενκο για την Εκκλησία της χώρας του * Γιατί το «ουκρανικό» θυμίζει ...εκκλησιαστικό της Λάρισας



Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr



Ηλεκτρισμένη και ψυχροπολεμική, αντί για γιορτινή και ειρηνική ξημερώνει για την Ορθόδοξη Εκκλησία η σημερινή μέρα στο Κίεβο, τη πρωτεύουσα της Ουκρανίας, όπου πρόκειται να ...γιορτασθούν τα 1.020 χρόνια από τη βάπτιση των Ρως από τον πρίγκηπα Βλαδίμηρο. Αντί να βιώνει η Ορθοδοξία το εκκλησιαστικό γεγονός της ευχαριστιακής κοινωνίας και ενότητας και να δοξάζουν όλοι οι παρευρισκόμενοι εν πνεύματι αγάπης και ψυχικής ανάτασης την επέτειο του εκχριστιανισμού των Ρως - απ’ τους οποίους έλκουν τη καταγωγή οι ουκρανοί και οι ρώσοι - στην ουκρανική πρωτεύουσα αντί για λιβάνι μυρίζει μπαρούτι...

Τα ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών είναι ενδεικτικά του κλίματος: «Απειλή σχίσματος για την Ορθοδοξία», «Ιερό σχίσμα Φαναρίου – Μόσχας», «Μονομαχία Βαρθολομαίου – Αλεξίου στο Κίεβο», «Ψυχρός πόλεμος στην Ορθοδοξία» - και πάει λέγοντας... Γιατί, όμως; Φταίει το ότι θα παραστεί – και άρα θα προεξάρχει λόγω πρωτοκόλλου – ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος, «κλέβοντας τη παράσταση» απ’ τον έχοντα τα «πρωτεία» σε τοπικό επίπεδο, πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο; Είναι, δηλαδή, η κόντρα που ανέκυψε θέμα εκκλησιαστικής... εθιμοτυπίας, ή κρύβεται πίσω απ’ τα φαινόμενα κάτι άλλο, ουσιωδέστερο, που μπορεί να μην ανήκει στην εκκλησιαστική σφαίρα, αλλά στη πολιτική;

Η αλήθεια ευρίσκεται κάπου στη μέση: ο κ. Αλέξιος θα ήθελε να έχει σήμερα τον πρώτο ρόλο στις γιορταστικές θρησκευτικές εκδηλώσεις ώστε να καταδειχθεί όχι τόσο η εκκλησιαστική δικαιοδοσία και εξουσία του επί της κανονικής ουκρανικής Εκκλησίας (την οποία ούτε το Φανάρι, ούτε κάποιο άλλο ορθόδοξο Πατριαρχείο, ή Εκκλησία αμφισβητούν), αλλά να εμφανισθεί ως ο μόνος και εκκλησιαστικά κυρίαρχος των ορθοδόξων στην περιοχή, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να επιτύχει την υποβάθμιση του ρόλου και της επιρροής των σχισματικών ομάδων. Κι’ θα’ θελε να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, γιατί βλέπει ότι η πολιτική συγκυρία όχι μόνο δεν τον ευνοεί, αλλά όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο «επικίνδυνη» γι’ αυτόν και τα ευρύτερα ρωσικά (πολιτικά και εκκλησιαστικά) συμφέροντα στη περιοχή. Αρα το θέμα έχει και τη πολιτική του διάσταση, η οποία μάλιστα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως η σημαντικότερη στη σημερινή κρίση.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΑΠΟΛΑΚΤΙΣΜΟΥ»

Αποτελεί τα τελευταία χρόνια «κοινό μυστικό» ότι η δυτικόφιλη πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας και ειδικότερα ο πρόεδρος της χώρας κ. Βίκτωρ Γιούσενκο προχωρεί σε κινήσεις απογαλακτισμού από τη Ρωσία. Είναι ο άνθρωπος που όχι μόνο θέλει να εντάξει την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά, παράλληλα, προωθεί και την ανεξαρτητοποίηση και τον απογαλακτισμό της χώρας του από το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η προώθηση αυτής της πολιτικής απέκτησε εδώ κι’ ένα χρόνο μεγαλύτερη ταχύτητα, καθώς μετά την ήττα στις περυσινές εκλογές του φιλορώσου πρωθυπουργού Βίκτωρα Γιανούκοβιτς και την επάνοδο στη πρωθυπουργία της φιλοδυτικής Γιούλια Τιμοσένκο, εξουδετερώθηκε η κάθε - φιλορωσική - πολιτική επιρροή υπέρ της διατήρησης των εκκλησιαστικών δεσμών της Ουκρανίας με το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η σημερινή κυβέρνηση της Ουκρανίας, μετά την κρατική χειραφέτηση της χώρας από τη Ρωσία, ευνοεί και επιδιώκει και την εκκλησιαστική χειραφέτηση από το Πατριαρχείο της Μόσχας.

ΣΤΟΧΟΣ Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

Ο ουκρανός πρόεδρος φαίνεται σήμερα αποφασισμένος όσο ποτέ άλλοτε να στηρίξει την ίδρυση μιας ανεξάρτητης εθνικής Εκκλησίας, προσβλέποντας προς τούτο στον Οικουμενικό Πατριάρχη μετά του οποίου διατηρεί άριστες σχέσεις και καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι τον προσκάλεσε να προστεί στις σημερινές γιορτινές εκδηλώσεις. Αυτός ήταν ο λόγος που ο ίδιος ο πρόεδρος Γιούσενκο επισκέφθηκε επανειλημμένως το Φανάρι, αυτός είναι ο λόγος που ευνοεί τον (σχισματικό) «πατριάρχη» Φιλάρετο και την υπ’ αυτόν ένωση των Ορθοδόξων. Βεβαίως προσκλήσεις απηύθυνε ως «οικοδεσπότης» της τοπικής Εκκλησίας και ο Πατριάρχης της Ρωσίας και συγκεκριμένα στο Οικουμενικό και τα λοιπά Πατριαρχεία και τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες και ο «οικοδεσπότης», ζητώντας να παρευρεθούν όχι οι προκαθήμενοι αλλά «αντιπροσωπείες» των Πατριαρχείων και των Εκκλησιών, θέλοντας πάση θυσία να αποφύγει τη παρουσία των προκαθημένων των Πατριαρχείων Κων/λεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, που αν παρευρίσκονταν και επειδή είναι αρχαιότεροί του στη επετηρίδα («Δίπτυχα») θα του δημιουργούσαν πρόβλημα στο να προεξάρχει ο ίδιος της τελεσθησομένης πανηγυρικής θείας λειτουργίας και των λοιπών γιορταστικών εκδηλώσεων. Κι’ αυτός είναι ο λόγος της σφοδρής αντίδρασης για την προαναγγελθείσα παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη, η απώλεια της «πρωτοκαθεδρίας», η οποία σε σημειολογικό επίπεδο λέει πολλά. Τώρα, οι καταγγελίες και τα κατηγορώ της ρωσικής πλευράς, ότι ο οικουμενικός πατριάρχης προτίθεται τάχα να συμπροσευχηθεί κλπ. με τους ηγέτες των σχισματικών ομάδων, αποτελούν, προφάσεις εν αμαρτίαις για τη πιθανολογούμενη απουσία του κ. Αλεξίου, καθώς, αφ’ ης στιγμής ο κ. Βαρθολομαίος ξεκαθάρισε ότι αναγνωρίζει ως κανονική μόνο την υπό την δικαιοδοσία του κ. Αλεξίου τελούσα ουκρανική Εκκλησία και κάλεσε μάλιστα τον ίδιο σε συλλείτουργο, κάτι τέτοιο αποκλείεται να συμβεί γιατί απλούστατα θα είναι σαν να εκθέτει τον εαυτό του και να εμφανίζεται ως αναξιόπιστος από μόνος του ο κ. Βαρθολομαίος.


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΦΙΣΣΑΣ…


Γι’ αυτό και ο οικουμενικός «επέστρεψε» στον Ρωσίας τις κατηγορίες ως «αβάσιμες και προκλητικές» - σε ένδειξη δε καλής θέλησης και εμμένοντας σε πνεύμα καταλλαγής τον ξανακάλεσε σε συλλείτουργο. Θα πάει; Θα συμμετάσχει στις γιορτινές εκδηλώσεις; Kύριος οίδε… Πάντως οι γιγαντοαφίσσες που έχουν αναρτηθεί στο Κίεβο με τις φωτογραφίες του κ. Αλεξίου και τον τίτλο «Καλωσορίζουμε τον δικό μας Πατριάρχη» δίνουν, ερμηνευτικά, θετική απάντηση. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι γιγαντοαφίσσες που έχουν αναρτηθεί και κερδίζουν τις εντυπώσεις σε επίπεδο προβολής είναι άλλες και συγκεκριμένα αυτές στις οποίες εικονίζεται ο πρόεδρος της Ουκρανίας κ. Βίκτωρ Γιούσενκο έχοντας δίπλα του τον οικουμενικό πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο…

Τώρα, πέραν της ως άνω περιγραφείσης πολιτικής διάστασης που έχει - ως μάχη εξουσίας - η κόντρα στο «ουκρανικό» ζήτημα, υπάρχει και η (ενδο-) εκκλησιαστική. Αυτή τη στιγμή η ουκρανική Εκκλησία εσωτερικά είναι βαθύτατα κλονισμένη.


ΘΥΜΙΖΕΙ …ΛΑΡΙΣΑ


Στους κόλπους της υφίσταται εν τοις πράγμασι ένα σχίσμα το οποίο, εν τινί μέτρω, θυμίζει και τη περίπτωση της Λάρισας, κατά τη περίοδο του 1990 – 1996, οπότε λόγω της πολύχρονης εκκλησιαστικής εκκρεμότητας στον οικείο θρόνο, ανάμεσα στον δικαιωθέντα από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ως μητροπολίτη Λαρίσης Θεολόγο (που εθεωρείτο ως ο «νόμιμος») και στους μητροπολίτες που όριζε η Ιερά Σύνοδος σαν τοποτηρητές (και εθεωρούντο ως οι «κανονικοί»), άλλοι ιερείς αναγνώριζαν - και μνημόνευαν στη θεία λειτουργία – τον Θεολόγο και άλλοι τον εκάστοτε τοποτηρητή, ενώ ανάλογος ήταν και ο διχασμός ανάμεσα στους πιστούς.

Να σημειωθεί ότι το θέμα της μνημόνευσης – συνεπώς, και, επί της ουσίας, της «αναγνώρισης» – αποτελεί κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα εξ επόψεως εκκλησιολογικής, καθώς κατά την ορθόδοξη θεολογία ο επίσκοπος λειτουργώντας, κατά τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, «εις τύπον και τόπον Χριστού» αποτελεί το κέντρο της ενότητας (centrum unitatis) των ορθοδόξων χριστιανών στις κατά τόπους Εκκλησίες. Και, φυσικά, δεν νοείται σε μια τοπική Εκκλησία να υπάρχουν, ως προεστοί, ως επικεφαλής, δύο Επίσκοποι. Καθώς, σύμφωνα και με την ευαγγελική επιταγή στην εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχουν πολλοί αρχηγοί, αλλ’ «εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι’ ού τα πάντα, και ημείς δι’ αυτού» (Α’ Κορ. 8, 6).
Αυτά, βεβαίως λέει το Ευαγγέλιο, αλλά, ως φαίνεται, σε αρκετές των περιπτώσεων, οι ευαγγελικές αυτές αναφορές, καίτοι απηχούν τον βαθύ πυρήνα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, θεωρούνται και εκλαμβάνονται από ορισμένους ως ...«ψιλά» γράμματα με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα σε τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες δυό και τρείς πατριάρχες ή μητροπολίτες στην ίδια έδρα. Οπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Ουκρανία.

ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ

Δυστυχώς, στην ουκρανική Εκκλησία αυτή τη στιγμή υπάρχουν, ως επικεφαλής, τρείς (!) αρχιερείς και τρία εκκλησιάσματα... Οι ορθόδοξοι στην Ουκρανία είναι χωρισμένοι σε τρεις ομάδες, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλη ένταση μεταξύ τους, παρά το ότι αντιμετωπίζουν το κοινό πρόβλημα της Ουνίας. Οι ομάδες αυτές είναι οι ακόλουθες:

* Η θεωρούμενη ως η κάπως μεγαλύτερη ομάδα είναι αυτή που ακολουθεί τον μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Βλαδίμηρο. Ανήκει εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο της Μόσχας και αναγνωρίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ως η μόνη κανονική Εκκλησία στην Ουκρανία. Διαθέτει 10.875 ενορίες και 9.072 κληρικούς.

* Η δεύτερη μεγάλη ομάδα (υποστηρίζεται ότι φθάνει στα 20 εκατομμύρια, σ’ ένα σύνολο 50 εκατομμυρίων κατοίκων της χώρας) χαρακτηρίζεται σχισματική και τελεί υπό τον «πατριάρχη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας» Φιλάρετο, ο οποίος ήταν μητροπολίτης του Πατριαρχείου της Μόσχας αλλά όταν εντάχθηκε στη σχισματική Εκκλησία καθαιρέθηκε. Διαθέτει 3.721 ενορίες και 2.816 κληρικούς.

* Υπάρχει και μια τρίτη, μικρότερη, ομάδα ορθοδόξων που αποτελούν την αυτοαποκαλούμενη «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξο Εκκλησία» και κυρίως είναι συγκεντρωμένοι στη Δυτική Ουκρανία. Και αυτή χαρακτηρίζεται σχισματική, διαθέτει 1.166 ενορίες και 686 κληρικούς, έχει επικεφαλής τον «πατριάρχη» Μεθόδιο και γενικά θεωρείται «ηπιότερη» ομάδα εκφράζοντας συχνά – πυκνά την ελπίδα ότι παρά τα προβλήματα θα υπάρξει συμφωνία και μυστηριακή ένωση όλων των ουκρανών Ορθοδόξων.

Μακάρι! Ο Θεός να δώσει…. Και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία επιφορτίσθηκε στο διάβα των αιώνων με το έργο της μέριμνας των κατά τόπους Εκκλησιών και της θεραπείας των όποιων αδυναμιών τους, ας προστρέξει για άλλη μια φορά για να κλείσει τις ως άνω ανοικτές πληγές, επαναφέροντας την Ορθόδοξη Ουκρανική Εκκλησία στη τροχιά της γαλήνης, της ειρήνης, της ενότητας και της αγάπης στην οποία υποστασιάζεται η αληθινή Εκκλησία του Χριστού.


......................................................................................................


ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ «ΡΗΓΜΑΤΑ» ΠΟΥ
ΤΑΛΑΝΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


«Ανοιχτά μέτωπα» απ’ την

Ουκρανία μέχρι τη Κίνα...*


* Οι ενωτικές παρεμβάσεις και ο ρόλος της «επιδιαιτησίας»
που καλείται να διαδραματίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο



Τα προβλήματα αποσταθεροποίησης που παρουσιάσθηκαν στην ουκρανική Εκκλησία δεν είναι τα πρώτα που έκαναν την εμφάνισή τους σε χώρο κράτους – μέλους του πρώην ανατολικού συνασπισμού μετά τη πτώση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Εχουμε λοιπόν και λέμε:

Boυλγαρία: Πρόκειται για τη χώρα, με ορθόδοξη Εκκλησία, στην στην οποία εμφανίσθηκε - αντίστοιχο με το σημερινό «ουκρανικό» - πρόβλημα, το 1992, οπότε, με την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και την άνοδο στην εξουσία της φιλοδυτικής «Ενωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων» επιχειρήθηκε η ανατροπή του - θεωρηθέντος ως «συνεργάτη του καθεστώτος» - Πατριάρχη Μαξίμου. Επικεφαλής της επιχειρηθείσας ανατροπής, που για μια 6ετία τουλάχιστον προκάλεσε ισχυρό κλονισμό και επέφερε «σχίσμα» στους κόλπους της βουλγαρικής Εκκλησίας, ήταν ο έως τότε μητροπολίτης Νευροκοπίου Ποιμένας, ο οποίος, έχοντας πολιτική στήριξη, αυτοαναγορεύθηκε «Πατριάρχης πάσης Βουλγαρίας». Συσπειρώνοντας μάλιστα γύρω του μια νέα ομάδα κληρικών κατάφερε να οικειοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας του Πατριαρχείου και έχοντας στο πλευρό του - και - τον μητροπολίτη Σόφιας Ιννοκέντιο, είχε στη κατοχή του και τον μητροπολιτικό ναό της βουλγαρικής πρωτεύουσας. Το πρόβλημα «θεραπεύθηκε» το 1998 με τη σύγκλιση στη Σόφια, Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου, υπό τη προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου. Εκεί με επιδέξιες κινήσεις του κ. Βαρθολομαίου – αλλά και τη θετική παρέμβαση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου - οι σχισματικοί κατέθεσαν τα εγκόλπιά τους και προχώρησαν σε δήλωση ότι επιστρέφουν στη κανονική Εκκλησία της Βουλγαρίας. Η μεγάλη μπόρα είχε περάσει - δημοσιογραφικές πληροφορίες, ωστόσο αναφέρουν ότι, πατριαρχεύοντος ακόμη του κ. Μαξίμου, το σχίσμα εξακολουθεί να υποβόσκει...

Μαυροβούνιο: Παρά την ανεξαρτητοποίησή του, ως κράτους, συνεχίζει εκκλησιαστικώς να υπάγεται στο Πατριαρχείο της ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας, όπως συνέβαινε και την εποχή που ανήκε στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας. Κανονική τοπική εκκλησιαστική αρχή θεωρείται η – ανήκουσα στο Πατριαρχείο Σερβίας - Ιερά Μητρόπολη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας, με οικείο μητροπολίτη τον Αμφιλόχιο. Από το 1997 και μετά ωστόσο προέκυψε και η νέα, σχισματική, «Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου», η οποιά δρά κυρίως στη βόρεια επαρχία της Βοϊβοντίνα, υποστηρίζεται από το κροατικό κόμμα, ενισχύεται από μετανάστες και διεκδικεί τη νομιμότητα και τα περιουσιακά στοιχεία της κανονικής ορθόδοξης Εκκλησίας. Εχει ως επικεφαλής τον «μητροπολίτη Τσέτινιε και Μαυροβουνίου» Μιχαήλο, ο οποίος, όπως και η θρησκευτική κοινότητα που εκπροσωπεί, δεν αναγνωρίζονται από καμμιά Ορθόδοξη Εκκλησία.

Εσθονία: Μέχρι το 1945 ήταν αυτόνομη εκκλησιαστικώς, αλλά τότε με την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, προσαρτήθηκε, χωρίς τη συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Πατριαρχείο της Μόσχας. Μετά τη πτώση του σοβιετικού καθεστώτος το 1991, οπότε απέκτησε την ανεξαρτησία της ως κράτος, κλήρος, λαός και πολιτική ηγεσία ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποκατάσταση της προ του 1945 υφισταμένης καταστάσεως της αυτονομίας και έτσι το Φανάρι τον Φεβρουάριο του 1996 επανενεργοποίησε το εκκλησιαστικό καθεστώς της αυτονομίας στην Εσθονική Εκκλησία και το 1999 εξέλεξε ως μητροπολίτη Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας τον από Ναζιανζού επίσκοπο Στέφανο. Το Πατριαρχείο της Μόσχας δεν αναγνώρισε αυτή τη μεταβολή και κάθε φορά που σε διάφορα fora υπάρχουν εκπρόσωποι της αυτόνομης Εσθονικής Εκκλησίας οι αντιπρόσωποι της ρωσικής Εκκλησίας αποχωρούν σε ένδειξη διαμαρτυρίας, όπως έπραξαν το περασμένο Ιούνιο στη Ρόδο αποχωρώντας από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Διορθόδοξης Επιτροπής που προετοιμάζει τα θέματα της συνάξεως κορυφής των Προκαθημένων που θα πραγματοποιηθεί τον ερχόμενο Οκτώβριο στη Κωνσταντινούπολη.

* Aξίζει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι μετά τη πτώση του σοβιετικού καθεστώτος, την υπαγωγή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησαν επίσης οι ουκρανοί ορθόδοξοι της διασποράς (ΗΠΑ. Καναδάς, Ν. Αμερική, Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ν. Ζηλανδία, Αυστραλία) και το Μάρτιο του 1995 το Πατριαρχείο με συνοδική του πράξη τους δέχθηκε στους κόλπους του. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υπάγονται επίσης οι ορθόδοξες παροικίες της λεγομένης ρωσικής παραδόσεως της Δυτικής Ευρώπης καθώς και οι Καρπαθορώσοι της Αμερικής. Φυσικά, σ’ όλες αυτές τις εξελίξεις το Πατριαρχείο της Ρωσίας αντιδρά και προσπαθεί παρασκηνιακώς να δημιουργήσει δικούς του πόλους αναφοράς.

Mολδαβία: Αμέσως μετά την εκλογή του, στις αρχές του 2008, ο πατριάρχης Ρουμανίας Δανιήλ έβαλε σε μπελάδες τον Πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο, καθώς δήλωσε ότι σκοπεύει να επανενεργοποιήσει παλιές επαρχίες του πατριαρχείου στη περιοχή της Βεσσαραβίας, σε σημερινά εδάφη της ανεξάρτητης από το 1991 Δημοκρατίας της Μολδαβίας που ανήκαν παλιά στο Πατριαρχείο Ρουμανίας, ενώ τώρα ανήκουν στο Πατριαρχείο της Ρωσίας και κατοικούν σ’ αυτές ορθόδοξοι ρουμανικής και ουκρανικής καταγωγής και (οι προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία και έχοντες επιδείξει φιλελληνική δράση στο παρελθόν) «Γκαγκαούζοι». Φυσικά, ο πατριάρχης της Ρωσίας αρνείται κατηγορηματικά να συναινέσει, θεωρώντας αντικανονικά και παράνομα τα επιχειρήματα του Ρουμανίας. Oι σλαβόφωνες Εκκλησίες, όπως και τα Πατριαρχεία Βουλγαρίας και Σερβίας, έχουν δείξει ότι στηρίζουν τη Μόσχα, αντίθετα οι ελληνόφωνες, κρατώντας χαμηλούς τόνους υποστηρίζουν διακριτικά το Βουκουρέστι. Η διαφορά έχει παραπεμφθεί προς διευθετήση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κίνα: Ο Πατριάρχης της Ρωσίας Αλέξιος πρόσφατα διαμαρτυρήθηκε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιχειρεί «εισπήδηση» στην «Κινέζικη Ορθόδοξη Εκκλησία», την οποία θεωρεί ότι έχει στη δικαιοδοσία του επειδή της παραχωρήθηκε, εκ μέρους του ρωσικού πατριαρχείου, αυτονομία το 1956, χωρίς έκτοτε να έχει σημειωθεί εκ μέρους της Ρωσικής Εκκλησίας κάποια αξιόλογη δραστηριότητα. Η ρωσική αντίδραση οφείλεται στο ότι η Ιερά Μητρόπολις Χόνγκ – Κόνγκ και Απω Ανατολής την οποία ίδρυσε με απόφασή του το 1996 το Οικουμενικό Πατριαρχείο (και στη δικαιοδοσία της οποίας περιλαμβάνεται και η Κίνα) ίδρυσε πρόσφατα νέα εκκλησιαστική επαρχία στη Σιγκαπούρη. Η Μητρόπολη του Χόνγκ – Κόνγκ απαντώντας στο ρώσο πατριάρχη για το θέμα της Κίνας τονίζει ότι οι «μονομερείς ανακηρύξεις «αυτονομιών» εκ μέρους της Ρωσικής Εκκλησίας θυμίζουν εγκόσμιες συμπεριφορές κρατών παλαιού φεουδαρχικού τύπου», σημειώνοντας ότι «βάσει των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων αυτονομίες και αυτοκεφαλίες έχει τη δυνατότητα να παραχωρεί μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο».


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου), Γεν. Γραμμετέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας (http://theologylar.blogspot.com) και συνεργάτης του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος.

* Δημοσιεύθηκαν - αμφότερα τα άρθρα - στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" της Κυριακής (27/07/2008, σελ. 12)


Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Περιβαλλοντική Ηθική και Παιδεία


Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ, ΩΣ ΝΕΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ, ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΣΤΗΝ «Ε» Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΧΡ. ΖΕΡΕΦΟΣ

Αγάπη για το περιβάλλον;

Eίναι θέμα παιδείας και ήθους!*


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr


«Τα πιο πιεστικά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζει το φυσικό μας περιβάλλον είναι σύνθετα και συχνά απαιτούν συνδυασμένη έρευνα από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Το Κέντρο για το Περιβάλλον συνδέοντας επιστήμονες και επαγγελματίες από διαφορετικές ειδικότητες στοχεύει στην άνοδο της ποιότητας της περιβαλλοντικής έρευνας στο Harvard και πέρα από αυτό».

Με αυτή τη διαπίστωση υποδέχεται το Κέντρο για το Περιβάλλον ( Center for the Environment) του πανεπιστημίου του Harvard του επισκέπτες των ιστοσελίδων του (
http://environment.harvard.edu) έχοντας προηγουμένως απαριθμήσει μεταξύ των ειδικοτήτων που μετέχουν στο διεπιστημονικό πρόγραμμα τη χημεία, τις εφαρμοσμένες επιστήμες, τη βιολογία, το εμπόριο, την οικονομία, τη θρησκεία και τη νομική. Το παραπάνω Κέντρο φιλοξενεί και τις ιστοσελίδες του Forum on Religion and Ecology (Ανοικτός διάλογος για τη Θρησκεία και την Οικολογία), του μεγαλυτέρου διεθνούς θρησκευτικού προγράμματος αυτού του είδους, όπου εισαγωγικά διατυπώνεται η παραδοχή πως οι θρησκείες οφείλουν να βρίσκονται σε διάλογο με τις άλλες επιστήμες στην προσπάθεια αναζήτησης λύσεων ευρείας εφαρμογής για τα παγκόσμια όπως και τα τοπικά περιβαλλοντικά προβλήματα.

Μέσα ακριβώς από αυτή την αντίληψη – της διεπιστημονικής προσέγγισης των ζητημάτων για το περιβάλλον σε συνδυασμό με τις θρησκευτικές και πολιτισμικές αξίες - γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια ο νέος επιστημονικός κλάδος της Περιβαλλοντικής Ηθικής, περί της σπουδαιότητας της οποίας αναφέρθηκε στην λίαν ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στην «Ελευθερία» της περασμένης Κυριακής (22/06/08, σελ. 1 και 6) και στη δημοσιογράφο κ. Μαρίνα Αποστολοπούλου, ο ακαδημαϊκός και πρόεδρος του Εθνικού Αστεροσκοπείου, καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χρήστος Ζερεφός.

Η ηθική του περιβάλλοντος είναι ένας καινούργιος χώρος πνευματικής δραστηριότητας που αφορά όχι μόνο τις θετικές αλλά και τις ανθρωπιστικές επιστήμες καθώς η συνεισφορά υπεύθυνης γνώμης πάνω στα μεγάλα οικολογικά προβλήματα προϋποθέτει και τη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης άποψης περιβαλλοντικής ηθικής για το οικολογικό πρόβλημα. Φυσικά, η διαμόρφωση μιας τέτοιας άποψης συνυφαίνεται με την αγωγή που πρέπει να προσφέρει στο σχολείο, μέσα απ’ τα προγράμματα της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Αυτό είναι και το μήνυμα που στέλνει μέσω της «Ε» ο καθηγητής: «Πρέπει ο καθένας να βελτιώσει τη περιβαλλοντική του παιδεία και τη περιβαλλοντική του ηθική. Να τα μάθει και να τα εμπεδώσει». Περιβαλλοντική παιδεία και περιβαλλοντική ηθική, λοιπόν! Η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης είναι θέμα παιδείας και ήθους! Αυτή είναι η μεγάλη και αναντίρρητη αλήθεια που βρίσκεται - όπως και ο ίδιος υπ. Παιδείας κ. Ευρ. Στυλιανίδης τόνισε προσφάτως (4/6/08), στο μήνυμά του για τη παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος - στον πυρήνα και του σύγχρονου οικολογικού προβλήματoς: η παιδεία, νοούμενη ως ολοκληρωμένη και σφαιρική καλλιέργεια του ατόμου, και δη των νέων ανθρώπων, με ανθρωπιστικό προσανατολισμό και κοινωνική ευαισθητοποίηση, εξασφαλίζει όλες εκείνες τις αξίες, τις δεξιότητες και τις στάσεις, που συγκροτούν μια εδραιωμένη περιβαλλοντική συνείδηση.

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η οποία προσφέρεται κυρίως και κατά βάσιν από τον επίσημο κρατικό φορέα (υπ. Παιδείας), αποτελεί παράγοντα πολύ μεγάλης σημασίας για τη διαμόρφωση υγιούς περιβαλλοντικής συνείδησης στο άτομο. Αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με την ηλικία των 6 – 18 ετών που παρέχεται η περιβαλλοντική εκπαίδευση, κατά τη διάρκεια της Α/βάθμιας (νηπιαγωγείο - δημοτικό) και Β/βάθμιας (γυμνάσιο - λύκειο) εκπαίδευσης, ηλικία κατά την οποία το άτομο διαμορφώνει τη προσωπικότητά του και αρχίζει να αποκτά συνείδηση των ευθυνών και των δικαιωμάτων του. Ο δεύτερος λόγος αφορά στο εύρος του περιεχομένου της εκπαίδευσης. Με δεδομένο το γεγονός ότι η παροχή της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης εξελίσσεται ομαλά, κατά τη διάρκεια όλης της Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης, υπάρχει η δυνατότητα για κατανόηση από τη πλευρά του ατόμου – μαθητή, όλου του φάσματος του περιβαλλοντικού προβλήματος.
Η περιβαλλοντική εκπαίδευση είναι ουσιαστικά αγωγή του πολίτη, που έχει στόχο και την κατανόηση των οργανωτικών δομών της κοινωνίας αλλά και την αμφισβήτηση και την προσπάθεια ανατροπής των κακώς κειμένων. Είναι μια διαφορετική μορφή εκπαίδευσης που προσπαθεί να ανατρέψει το «μαθαίνω και δέχομαι» και να το αντικαταστήσει με το «κατανοώ για να δράσω». Μέσα από τους δύο αυτούς βασικούς στόχους η περιβαλλοντική εκπαίδευση πετυχαίνει να δώσει το χαρακτήρα του περιβαλλοντικά υπεύθυνου πολίτη.

* Στη διάρκεια της περυσινής χρονιάς (2007 – 2008) και υπό την αιγίδα της Δ/νσης Β/βάθμιας εκπαίδευσης ν. Λάρισας υλοποιήθηκαν πάνω 50 προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στα σχολεία του νομού μας (Γυμνάσια, Γενικά Λύκεια και Επαγγελματικά Λύκεια ), με τη συμμετοχή δεκάδων καθηγητών και εκατοντάδων μαθητών. Εμείς στο Γυμνάσιο Αρμενίου για δεύτερη χρονιά συνεχίσαμε την υλοποίηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων στο θεματικό τομέα της Ηθικής, με φετεινό θέμα «Φυσικό περιβάλλον και ορθόδοξη παράδοση» («Θεολογία και οικολογία»). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος οι μαθητές μας ερευνώντας τις πηγές και αναλύοντας διεξοδικά τις θέσεις της ορθόδοξης θεολογίας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η οικολογική κρίση είναι πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική και γι΄ αυτό ο άνθρωπος έχει ανάγκη οντολογικής αλλαγής, ώστε να μπορέσει να συμφιλιωθεί με το περιβάλλον. Εντόπισαν ακόμη τη ξεκάθαρη θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η λύση στο οικολογικό πρόβλημα θα πρέπει να αναζητηθεί στ λειτουργικό, το ευχαριστιακό και ασκητικό ήθος της ορθόδοξης παράδοσης, με ενδεικτικότερο το παράδειγμα της οικολογικής μαρτυρίας αγάπης και σεβασμού που τρέφει και προσφέρει στο περιβάλλον ο ορθόδοξος μοναχισμός (σ.σ: H εργασία των μαθητών δημοσιεύεται στο ιστολόγιο του Γραφείου Περιβαλλοντικής Εκπ/σης της ΔΔΕ ν. Λάρισας,
http://grperblar.blogspot.com, το οποίο δημιούργησε ο δραστήριος υπεύθυνος του Γραφείου, συνάδελφος θεολόγος και φιλόλογος κ. Λεων. Τέλιος).


Η συνάντηση της Θεολογίας (του μαθήματος των Θρησκευτικών), που διδάσκει ότι είμαστε οι διαχειριστές και οι οικονόμοι της κτίσης που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός, και της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, που ευαισθητοποιεί και ενεργοποιεί τους μαθητές σε θέματα οικολογικά, αποτέλεσε ένα πολύ πετυχημένο εγχείρημα διαθεματικής προσέγγισης των σχέσεων του ανθρώπου με το περιβάλλον. Ενα εγχείρημα που πρώτοι το χάρηκαν και το απόλαυσαν οι ίδιοι οι μαθητές (βλ. ρεπορτάζ στην «Ε», 15/05/2008, σελ. 17).

Ασφαλώς κατά τη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε έγιναν αρκετά. Είναι στο χέρι μας, όμως, στη διάρκεια της νέας σχολικής χρονιάς (2008 – 2009) να γίνουν περισσότερα. Πιο πολλά προγράμματα περιβαλλοντικά, περισσότερη δράση, περισσότερη φροντίδα, περισσότερη, εν κατακλείδι, στοργή κι’ αγάπη για το περιβάλλον, το μεγάλο μας «σπίτι». Καλό καλοκαίρι!

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρμενίου, Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων Λάρισας και μέλος της Ενωσης Καθηγητών Περιβαλλοντικής Εκπ/σης (ΠΕΕΚΠΕ) κεντροδυτικής Θεσσαλίας.

* Aρθρο στην "Ελευθερία" της Κυριακής (29/06/2008, σελ. 12)


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Εκκλησία και ραδιόφωνο



Η 10ΧΡΟΝΗ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΛΑΡΙΣΑ


Eκκλησία και ραδιόφωνο *


* Ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει και ο λόγος
που οφείλει να εκφράσει η Θεολογία μέσω των FM





Του Χάρη Ανδρεόπουλου*,
xaan@theo.auth.gr



Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει ο βιβλικός λόγος «Κύριος έδωκεν επιστήμην ανθρώποις ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού» (Σοφίας Σειράχ, 38, 1 – 6). Συνεπώς, όσον αφορά το ευαγγελικό και παιδαγωγικό έργο της η Εκκλησία μπορεί να επωφελείται πάντοτε των νεωτέρων ευρημάτων της τεχνολογίας και να τα αξιοποιεί. Αυτή την τακτική ακολούθησε η Εκκλησία και στην ιστορική πορεία της. Ετσι αξιοποίησε την εφεύρεση της τυπογραφίας και έκανε το μεγάλο βήμα για την εκτύπωση και διάδοση του βιβλίου των βιβλίων, της Βίβλου. Στην αυγή του νέου αιώνα του οπτικοακουστικού πολιτισμού και της πληροφορίας η Εκκλησία και ο λόγος της βρέθηκαν μπροστά σε μια νέα πρόκληση που λέγεται «ηλεκτρονικός Τύπος», και ο οποίος εδώ και χρόνια έχει εισβάλει το προσκήνιο της ιστορίας, δημιουργώντας νέα επι- κοινωνιακά δεδομένα.

Βασικός σκοπός της θεολογίας ήταν και είναι να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στο λόγο και τη πράξη, στο μήνυμα του Ευαγγελίου και τους ανθρώπους και αυτή η αποστολή της βρίσκεται στην εποχή μας απέναντι σε νέες προκλήσεις. Από την εποχή του παπύρου και της τυπογραφίας που χρησιμοποίησε η Εκκλησία (αλλά και τα κατά μόνας ενεργήσαντα πεφωτισμένα μέλη της: άγιοι πατέρες, ιεραπόστολοι, θεολόγοι, πνευματικοί άνθρωποι, κ.λ.π.), ως μέσον, για να περάσει το θεολογικό μήνυμά της στους ανθρώπους, φθάσαμε σήμερα στη άμεση οικουμενική επικοινωνία, μέσω της δορυφορικής τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και του διαδικτύου (internet), με αποτέλεσμα ο γαλαξίας μας να έχει μεταβληθεί θεωρητικά σε μια μεγάλη γειτονιά, όπου οι άνθρωποι, μέσω της χρήσης των νέων τεχνολογικά αναβαθμισμένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ), να μπορούν να ενημερωθούν επί παντός του επιστητού, αλλά επιπροσθέτως να μιλήσουν, να διαλεχθούν, να (επι-) κοινωνήσουν.

Η Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο δεν έμεινε απαθής απέναντι στις εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά επί αρχιεπισκοπείας του μακαριστού Σεραφείμ και μετά την κατάλυση του κρατικού μονοπωλίου στη ραδιοτηλεόραση έστησε έναν άρτιο Ραδιοφωνικό Σταθμό (Ρ/Σ), με αντιπρόεδρο του Δ.Σ. τον τότε Θηβών και Λεβαδείας και σημερινό αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, ο οποίος ήταν ουσιαστικά και εκείνος που έβαλε τις πλάτες για να λάβει σάρκα και οστά το δύσκολο εγχείρημα (βλ. σχετ. «Οι θέσεις και οι γνώσεις του νέου Αρχιεπισκόπου για τα ΜΜΕ», «Ελευθερία», 10/2/08, σελ. 7). Στη συνέχεια (το 1998), με ενέργειες του τότε αρχιεπισκόπου, μακαριστού κυρού Χριστοδούλου, ο Ρ/Σ αναβαθμίσθηκε τεχνολογικά και βελτιώθηκε ποιοτικά, για να ξαναπεράσει (το 2008) στα χέρια του νεοεκλεγέντος αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου με σταθερό σκοπό και στόχο να προβάλλει η Εκκλησία το μήνυμά της μέσα από ένα νέο επικοινωνιακό εργαλείο, το οποίο λειτουργεί ως προέκταση του άμβωνα για τη διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος, αλλά και για παρεμβάσεις θεολογικού προβληματισμού σε ευρύτερη της ενορίας κλίμακα.

Αλλά και στη τοπική μας Εκκλησία η πρόκληση αυτή αξιοποιήθηκε και με το παραπάνω, όπως δείχνουν και τα στοιχεία της έρευνας της Γενικής Γραμματείας και Ενημέρωσης του υπ. Τύπου (αναλυτικά η έρευνα στην ιστοσελίδα του υπουργείου

www.minpress.gr) που έφερε στην δημοσιότητα πέρυσι τον Ιούλιο η «Ελευθερία», στοιχεία (υψηλή ακροαματικότητα, με υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά) που δείχνουν ότι η δουλειά στο εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της πόλης μας πιάνει τόπο.

Εδώ και δέκα χρόνια, με πρωτοβουλία του οικείου ιεράρχη, σεβασμιοτάτου κ.κ. Ιγνατίου, ένας νέος «άμβωνας» προστέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου. Πρόκειται για τον άμβωνα της Εκκλησιαστικής Ραδιοφωνίας, ο οποίος, επί 24ωρου βάσεως, εκπέμπει μέσω των ερτζιανών και από την συχνότητα των 96,3 μεγακύκλων των FM, τόσο το σωτηριώδες μήνυμα του Ευαγγελίου, όσο και τις θέσεις της Εκκλησίας για σημαντικά προβλήματα της κοινωνίας – πάντα μέσω της θεολογικής τους θέασης και προσέγγισης, μέσα από το πρίσμα και το ήθος της ορθόδοξης θεολογίας. Από την προαναφερθείσα έρευνα που δημοσιοποίησε η «Ε» και από την ψήφο εμπιστοσύνης που δίνει η δημοσκόπηση στο τοπικό εκκλησιαστικό ραδιόφωνο, κατατάσσοντάς το ανάμεσα στα πρώτα σε σειρά κατάταξης τοπικά ραδιόφωνα, προκύπτει ότι η Εκκλησιαστική Ραδιοφωνία της Ι. Μητρόπολης Λαρίσης έχει πετύχει έναν άθλο, ένα επίτευγμα, όπως παρατηρεί και ο έγκριτος δημοσιογράφος και σχολιογράφος Δ.Χ. στην «Ελευθερία της Δευτέρας» (23/7/07, σελ. 3):

«Πολύ καλή η ακροαματικότητα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μητρόπολης Λάρισας, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του υπουργείου. Ειδικά αν σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για «ειδικής φύσεως σταθμό», πρόκειται για επίτευγμα. Ακόμη καλύτερο; Οι λίαν ενδιαφέρουσες εκπομπές λόγου που μας χαρίζει. Ας συνεχίσουν...»

* Ακούγεται, λοιπόν, πολύ το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της Λάρισας: με γενικό ποσοστό ακροαματικότητας κοντά στο 6% βρίσκεται - μαζί με τον Ρ/Σ της Ι. Μ. Δημητριάδος, που επίσης συγκεντρώνει παρόμοιο υψηλό ποσοστό - στην κορυφή σ’ επίπεδο Θεσσαλίας κι’ ευρύτερα Κεντρικής Ελλάδος μεταξύ των Ρ/Σ των αντίστοιχων Ι. Μητροπόλεων, ενώ το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο του κεντρικού (Αθήνα) Ρ/Σ της Εκκλησίας της Ελλάδος, που κυμαίνεται στο 2,5% περίπου.

Η υψηλή αυτή ακροαματικότητα ανεβάζει και τον πήχυ της ευθύνης του Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης και, παράλληλα, μεγαλώνει το χρέος της Θεολογίας - ως σωτηριολογικού περιεχομένου του Ευαγγελίου, και της Βίβλου ευρύτερα, αλλά και ως ανθρωπιστικής επιστήμης που μπορεί να επιτελέσει κοινωνικό ρόλο – να δώσει στους Λαρισαίους πνευματική τροφή. Να εκφράσει λόγο για τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, προβλήματα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, ειδικά (οικολογία - περιβάλλον, γενετική, ευθανασία, κ.λ.π.) και υπαρξιακά. Για όλα αυτά τα προβλήματα η θεολογία έχει να πει το λόγο της. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφήσει τον εαυτό της να περιοριστεί σε ένα αισθητικό περίβλημα, συγκινητικό βεβαίως αλλά και συνάμα περιοριστικό, ούτε σε μια ξεπερασμένη, όταν δεν είναι περιθωριοποιημένη, εικόνα, χωρίς να λάβει υπόψη της τη βαθιά ζωή που διαπνέει την Εκκλησία.

Η θεολογία, ειδικά στις μέρες μας καλείται να επωφεληθεί των περιστάσεων προκειμένου να διαδραματίσει ρόλο πρωταγωνιστικό στο σχηματοποιούμενο νέο – μετανεωτερικό - κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσω των δυνατοτήτων που της δίδονται οφείλει η θεολογία να «εισβάλει» στη ανοικτή κοινωνία και να ασχοληθεί με δραστηριότητες και πράγματα που δεν περιορίζονται στα στενά εκκλησιαστικά δεδομένα, αλλά προκαλούν ένα ευρύτερο ανθρώπινο ενδιαφέρον. Ο Χριστός δεν είναι μόνο στο Ευαγγέλιο, αλλά και μέσα στην πραγματικότητα! Η θεολογία, γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής (Θεολογίας, ΑΠΘ) και μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου (Κρήτης) κ.κ. Ανδρέας Νανάκης, δεν υπάρχει για να αναπαράγει αντιγραφικώς μόνο ή για να μιμείται τα σπουδαία επιτεύγματα του παρελθόντος, αλλά κυρίως για να αναδεικνύει την δυναμική του νοήματός τους. Γι’ αυτό καλείται να αναζητεί διαρκώς το νέο, ως συνάρτηση της δυναμικής της αλλά και των εκάστοτε νέων αιτημάτων της ζωής («Δόγμα και ζωή του ορθοδόξου χριστιανού», περ. «Ορθοδοξία», εκδ. Οικουμενικού Πατριαρχείου, τ. 2002, Γ’, σελ. 531).

Μέσα από το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της Λάρισας η θεολογία ως φωνή της Εκκλησίας και μήνυμα του Ευαγγελίου, ως ιστορικοφιλολογική επιστήμη, αλλά και ως φορέας πολιτισμικών αξιών, προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό και δυναμικό το λόγο της, διαλεγόμενη με τη τοπική κοινωνία. Το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο λειτουργώντας ως η όντως άλλη, η πράγματι διαφορετική φωνή των ερτζιανών, με διαρκή, έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση, εκπομπές θεολογικού προβληματισμού, πολιτιστικές και φιλολογικές παρεμβάσεις, βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική, μας προσκαλεί καθημερινώς και επί 24ώρου βάσεως στο ταξίδι του, στη ραδιοφωνική συχνότητα μιας άλλης ποιότητας, στους 96,3 μεγακύκλους των FM. Οσοι πιστοί…

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρμενίου και παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM, http://theology-xaris.blogspot.com).

* Αρθρο που δημοσιεύθηκε στην ¨Ελευθερία" (06/06/2008, σελ. 8)

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Οικουμενικό Πατριαρχείο και διαχριστιανικός διάλογος



Οι θεολογικές προϋποθέσεις που ορίζει


ως βάσεις διαλόγου η Ορθόδοξη Εκκλησία *




Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr



H συμμετοχή της Ορθοδοξίας στον οικουμενικό διάλογο δεν αποτελεί ιστορική ή άλλης φύσεως αναγκαιότητα, αλλά, συνέπεια των βασικών πτυχών της χριστιανικής θεολογίας. Η οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας, τονίζει μετ’ εμφάσεως ο γνωστός καινοδιαθηκολόγος καθηγητής του ΑΠΘ Πέτρος Βασιλειάδης («Ορθόδοξη θεολογία και οικουμενικός διάλογος», εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 2005, σελ. 196), απορρέει από τη ρητή εντολή και απαράβατη επιταγή «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιωαν. 17:21) καθώς και από την ακράδαντη πεποίθησή της ότι υπέρτατος στόχος της Θείας Οικονομίας είναι η ενότητα των πάντων (κατά το παύλειο «ίνα ή ο Θεός τα πάντα εν πάσι», Α’ Κορ. 15:28) και η εν Χριστώ ανακεφαλαίωση σύνολης της κτιστής δημιουργίας. Για το όραμα αυτό, άλλωστε, «της των πάντων ενώσεως» αιώνες τώρα ακατάπαυστα δέεται εν συνάξει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Και ενώ συνεχίζει να προσεύχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία για το σκοπό αυτό, ταυτόχρονα επιχειρεί τη προσέγγιση και συζήτηση με τους ετεροδόξους στα πλαίσια των ποικίλων και πολυμερών διαλόγων, όχι μόνο επειδή αυτό είναι το επιτακτικό της καθήκον κατά το θέλημα του Κυρίου, αλλά διότι σήμερα το επιβάλλουν, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ο σύγχρονος κόσμος, όπως επισημαίνεται και στην διδακτική ενότητα (Δ.Ε.) 35 του νέου βιβλίου Θρησκευτικών της Γ’ Γυμνασίου (ΟΕΔΒ, 2006) και στο υπό τον τίτλο «Το όραμα και οι προσπάθειες για την ενότητα των χριστιανών» σχετικό κεφάλαιο (σελ. 141 – 144).

Με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (Ρ/Κ) ο επίσημος θεολογικός διάλογος, μετά από πολυετή διακοπή, ξαναξεκίνησε πέρυσι (2007), με θέμα συζήτησης το «Πρωτείο εν τη Εκκλησία», αλλά, δυστυχώς, όχι μόνο δεν σημειώθηκε «πρόοδος μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού», όπως αναφέρονταν σε σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου (Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 2007), μ’ αφορμή τη συνάντηση αντιπροσωπειών της Ρ/Κ και της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ραβέννα, αλλά οπισθοδρόμηση! Αυτό που πρέπει να ξεκαθαρισθεί περί της αναφερομένης σε δημοσιεύματα τινά «συμφωνίας» είναι ότι ουσιαστικά πρόκειται για απλή επαναβεβαίωση απόψεων, η οποία, βεβαίως, αφορά, όχι στο πρωτείο εξουσίας που διεκδικεί δι’ εαυτήν η Ρ/Κ Εκκλησία, αλλά στο πρωτείο τιμής, που όντως αναγνωρίσθηκε στον επίσκοπο Ρώμης από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, εξ αιτίας της πολιτικής σημασίας της πόλεως, αλλά δεν παρείχε καμμιά διοικητική ή άλλη εξουσία.

To «πρωτείο» προβάλλεται από τον Πάπα ως υπέρτατη διοικητική εξουσία σ’
ολόκληρη την χριστιανική Εκκλησία. Την εξουσία αυτή προσπάθησε να θεμελιώσει η Ρ/Κ Εκκλησία πάνω σε μια πλαστή θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο Απόστολος Πέτρος ήταν η κεφαλή των Αποστόλων και, βάσει της θεωρίας αυτής, το προνόμιο αυτό μετέδωσε στον επίσκοπο της Ρώμης, στην οποία υπήρξε πρώτος επίσκοπος. Ετσι, λένε οι Ρωμαιοκαθολικοί, η Εκκλησία πρέπει να αναγνωρίζει τον Πάπα ως κεφαλή της και τοποτηρητή του Χριστού στη γή.

Οι απόψεις αυτές των Ρωμαιοκαθολικών είναι βιβλικά και ιστορικά αστήρικτες. Στο χωρίο Εφεσ. 5, 23 σημειώνεται απερίφραστα ότι «ο Χριστός έστι η κεφαλή της εκκλησίας», στην οποία παραμένει αυτός κατά τη διαβεβαίωσή του «έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20). Αλλά και από την Καινή Διαθήκη δεν προκύπτει ότι ο Απόστολος Πέτρος ήταν κεφαλή των Αποστόλων με την έννοια της διοικητικής εξουσίας. Βέβαια οι Ρωμαιοκαθολικοί προσπαθούν να θεμελιώσουν την εξουσία αυτή στο Ματθ. 16, 18 («Σύ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν»), το οποίο ερμηνεύουν έτσι ώστε χωρίς τον Πάπα, διάδοχο του Απ. Πέτρου, να μην μπορεί να νοηθεί η ύπαρξη της Εκκλησίας.

Εδώ όμως οι Λατίνοι παραβλέπουν σκόπιμα τη σωστή ερμηνεία των χωρίου από τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι στηρίζουν τη σωστή αυτή ερμηνεία στο χωρίο Α’ Κορ. 3, 11 – 12: «Θεμέλιον άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος έστι Ιησούς Χριστός». Κατά την Καινή Διαθήκη όλοι οι Απόστολοι είχαν τα ίδια προνόμια απ’ το Χριστό, ο οποίος απέκρουσε κάθε φιλόδοξη επιθυμία για υπεροχή ορισμένων μόνο Αποστόλων (των παιδιών του Ζεβεδαίου Ιακώβου και Ιωάννη. Βλ. σχετ. Ματθ. 20, 25 – 26 και 23, 8 – 11, Μαρκ. 10, 35 – 45). Στέλνοντας ο Χριστός τους μαθητές για κήρυγμα δεν όρισε κανένα για αρχηγό τους και μετά την ανάσταση έδωσε σε όλους ίδια δικαιώματα. Οπως μαρτυρούν οι Πράξεις των Αποστόλων και οι άλλες Επιστολές, ο Πέτρος δεν είχε λάβει από τον Κύριο καμμιά υπεροχή έναντι των άλλων Αποστόλων. Αλλά και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ουδέποτε το προνόμιο αυτό θα μεταβιβαζόταν στον επίσκοπό Ρώμης ως διάδοχου του Πέτρου, απλούστατα γιατί ο Πέτρος μαρτύρησε μεν στη Ρώμη, ποτέ όμως δεν χρημάτισε πρώτος επίσκοπός της, καθώς οι Απόστολοι ήταν καθολικοί επίσκοποι της Εκκλησίας και όχι μιας επιμέρους τοπικής Εκκλησίας (βλ. Θεοδώρου Ανδ., «Απαντήσεις σε ερωτήματα ιστορικοδογματικά», εκδ. Αποστολικής Διακονίας,1999). Και βέβαια είχε πρεσβεία ο Ρώμης στην αρχαία Εκκλησία, αυτά, όμως, δεν ήταν πρεσβεία εξουσίας και εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, αλλά απλά πρεσβεία τιμής, επειδή ήταν επίσκοπος της Ρώμης, της λαμπρής και δοξασμένης πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της μητέρας των αγίων και των μαρτύρων. Εννοείται ότι μετά το σχίσμα του 1054 έπαυσε να ισχύει αυτή η αναγνώριση του πρωτείου τιμής στον επίσκοπο (της μέχρι τότε αδιαιρέτου, αρχαίας Εκκλησίας) της Ρώμης και ως έχων τα πρεσβεία τιμής θεωρείται έκτοτε ο επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης της Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας.


* Δυστυχώς, η Ρ/Κ Εκκλησία μέχρι σήμερα επιμένει στις πλάνες της περί «πρωτείου» θέλοντας να επιβάλλει τις φίλαρχες αξιώσεις της στην Ανατολική, τη δική μας Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην «Οδηγία» που εξέδωσε το «Συμβούλιο για το Δόγμα της Πίστεως» της Ρ/Κ Εκκλησίας τον περασμένο Ιούλιο καταγράφεται ο ισχυρισμός ότι μόνον η Ρ/Κ Εκκλησία εξασφαλίζει σωτηρία των πιστών, διότι είναι εκείνη που ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός. Η «κοινωνία των επισκόπων μετά του διαδόχου του Πέτρου» (που κατ’ αυτούς είναι ο Πάπας) καθορίζεται ως η ουσιαστική προϋπόθεση με την οποία οριοθετούνται και όλες οι εκκλησιαστικές δομές και περιγράφονται οι εσωτερικές αρχές και οι όροι, δι’ έκαστην «ιδιαιτέραν» Εκκλησία, αλλά δι’ αυτήν την «καθολική Εκκλησία». Η μη επίτευξη της κοινωνίας αυτής αποτελεί, κατά την ως άνω «Οδηγία», το εμπόδιο για την μη φανέρωση μέσα στην ιστορία εκάστης «Εκκλησίας» ως Εκκλησίας. Και η «Οδηγία» καταλήγει στη διαπίστωση ότι «η μόνη αληθινή Εκκλησία, η οποία διατηρεί τα γνήσια στοιχεία, τα οποία καθώρισεν ο Χριστός δια την Εκκλησίαν, είναι η «Καθολική Εκκλησία», αυτή είναι η πραγματική και ορατή Εκκλησία εντός της ιστορίας, η οποία ιδρύθηκε υπό του Χριστού επί της γης». Σύμφωνα με την ίδια «Οδηγία»: Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μεν «αυθεντική Εκκλησία», διατηρεί χάρη στην Αποστολική διαδοχή πραγματικά μυστήρια και επομένως δικαιούται να λέγεται ιδιόρρυθμη και τοπική, είναι «αδελφή Εκκλησία» με την Καθολική, αλλά παρουσιάζει ένα «μειονέκτημα», μία σημαντική «ατέλεια» και η «ατέλεια» αυτή, συνίσταται εις το ότι η Ορθόδοξη δεν αναγνωρίζει το «πρωτείο της Ρώμης», δηλαδή δε αναγνωρίζει τον Πάπα ως «ορατή κεφαλή» της Εκκλησίας, ως «τοποτηρητή του Χριστού στη Γη» («Καθολική», τ. 3078/24-7-07, σελ.3).


Ιδιαίτερα δυσάρεστη εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι η Ρ/Κ Εκκλησία επανέλαβε (Ιούλιος 2007) τις παραπάνω αιρετικές δοξασίες της, δύο μήνες πριν την προγραμματισμένη (για τον Οκτώβριο του 2007) συνεδρίαση στη Ραβέννα της Ιταλίας της μικτής Επιτροπής εκπροσώπων της Ρ/Κ και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που είχε σαν θέμα το επίμαχο πρωτείο. Δηλαδή η Ρ/Κ Εκκλησία έσπευσε να προκαταλάβει τα συμπεράσματα της επιτροπής, υπονομεύοντας σοβαρά τον ίδιο τον διάλογο. Ετσι στη συνεδρίαση της Ραβέννας, όχι μόνο δεν υπήρξε συμφωνία για το πρωτείο του Πάπα (πως θα μπορούσε άλλωστε, τη στιγμή που η περί πρωτείου αντίληψη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ορθόδοξη εκκλησιολογία;), αλλά διαπιστώθηκε ότι ούτως εχόντων των πραγμάτων ο δρόμος για την ενότητα είναι ακόμη μακρύς. Πολύ μακρύς.

* Αξίζει να επισημανθεί ότι στο πλαίσιο του διαχριστιανικού διαλόγου η Ορθόδοξη Εκκλησία, δια του συντονιστικού αυτής κέντρου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξαίροντας το οικουμενικό κύρος του Συμβόλου της Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, έχει δηλώσει ευθύς εξ αρχής και χωρίς περιστροφές ότι «πάσα ένωσις δέον να στηρίζηται επί της κοινής πίστεως και ομολογίας της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των οκτώ πρώτων αιώνων». (Σταυρίδη Βασ. «Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως», Θεσ/νίκη, 1984, σελ. 349) και μόνο επί αυτής της βάσεως συζητά και προσεύχεται για την ενότητα της διαιρεμένης χριστιανοσύνης. Που σημαίνει ότι δεν νοούνται ορθόδοξες υποχωρήσεις στ’ όνομα του διαλόγου, αλλά αγώνας και μόνο για την επάνοδο των πεπλανημένων ετερόδοξων αδελφών μας στο χώρο της μιάς και μοναδικής, εν Χριστώ, αληθείας, όπως την εξέφρασαν με τα δόγματα και τους κανόνες οι Οικουμενικές Σύνοδοι της αδιαίρετης αρχαίας μας Εκκλησίας. Αν συμφωνήσουμε σ’ αυτή την αρχή και το πλαίσιο διαλόγου, η επίλυση όλων των επιμέρους διαφορών θά’ ναι απλώς θέμα χρόνου.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ και καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο – Λύκειο Αρμενίου και Γυμνάσιο Καλαμακίου). Εκτεταμένη θεολογική ανάλυση του θέματος δημοσιεύεται στο περιοδικό των καθηγητών «Εκπαιδευτική Κιβωτός», τ. 3 (Μαϊος, 2008), σελ. 78 – 80.


* ΑΡΘΡΟ δημοσιευθέν στην "Ελευθερία" (17 Μαϊου 2008, σελ. 18).

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Η "Κιβωτός" των καθηγητών





Κυκλοφόρησε η νέα "Εκπαιδευτική Κιβωτός" (έκδοση της Δ/νσης Β/βάθμιας Εκπ/σης ν. Λάρισας) με ενδιαφέροντα, επίκαιρα άρθρα και επιστημονικά μελετήματα.