Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Περιβαλλοντική Ηθική και Παιδεία


Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ, ΩΣ ΝΕΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ, ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΣΤΗΝ «Ε» Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΧΡ. ΖΕΡΕΦΟΣ

Αγάπη για το περιβάλλον;

Eίναι θέμα παιδείας και ήθους!*


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr


«Τα πιο πιεστικά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζει το φυσικό μας περιβάλλον είναι σύνθετα και συχνά απαιτούν συνδυασμένη έρευνα από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Το Κέντρο για το Περιβάλλον συνδέοντας επιστήμονες και επαγγελματίες από διαφορετικές ειδικότητες στοχεύει στην άνοδο της ποιότητας της περιβαλλοντικής έρευνας στο Harvard και πέρα από αυτό».

Με αυτή τη διαπίστωση υποδέχεται το Κέντρο για το Περιβάλλον ( Center for the Environment) του πανεπιστημίου του Harvard του επισκέπτες των ιστοσελίδων του (
http://environment.harvard.edu) έχοντας προηγουμένως απαριθμήσει μεταξύ των ειδικοτήτων που μετέχουν στο διεπιστημονικό πρόγραμμα τη χημεία, τις εφαρμοσμένες επιστήμες, τη βιολογία, το εμπόριο, την οικονομία, τη θρησκεία και τη νομική. Το παραπάνω Κέντρο φιλοξενεί και τις ιστοσελίδες του Forum on Religion and Ecology (Ανοικτός διάλογος για τη Θρησκεία και την Οικολογία), του μεγαλυτέρου διεθνούς θρησκευτικού προγράμματος αυτού του είδους, όπου εισαγωγικά διατυπώνεται η παραδοχή πως οι θρησκείες οφείλουν να βρίσκονται σε διάλογο με τις άλλες επιστήμες στην προσπάθεια αναζήτησης λύσεων ευρείας εφαρμογής για τα παγκόσμια όπως και τα τοπικά περιβαλλοντικά προβλήματα.

Μέσα ακριβώς από αυτή την αντίληψη – της διεπιστημονικής προσέγγισης των ζητημάτων για το περιβάλλον σε συνδυασμό με τις θρησκευτικές και πολιτισμικές αξίες - γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια ο νέος επιστημονικός κλάδος της Περιβαλλοντικής Ηθικής, περί της σπουδαιότητας της οποίας αναφέρθηκε στην λίαν ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στην «Ελευθερία» της περασμένης Κυριακής (22/06/08, σελ. 1 και 6) και στη δημοσιογράφο κ. Μαρίνα Αποστολοπούλου, ο ακαδημαϊκός και πρόεδρος του Εθνικού Αστεροσκοπείου, καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χρήστος Ζερεφός.

Η ηθική του περιβάλλοντος είναι ένας καινούργιος χώρος πνευματικής δραστηριότητας που αφορά όχι μόνο τις θετικές αλλά και τις ανθρωπιστικές επιστήμες καθώς η συνεισφορά υπεύθυνης γνώμης πάνω στα μεγάλα οικολογικά προβλήματα προϋποθέτει και τη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης άποψης περιβαλλοντικής ηθικής για το οικολογικό πρόβλημα. Φυσικά, η διαμόρφωση μιας τέτοιας άποψης συνυφαίνεται με την αγωγή που πρέπει να προσφέρει στο σχολείο, μέσα απ’ τα προγράμματα της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Αυτό είναι και το μήνυμα που στέλνει μέσω της «Ε» ο καθηγητής: «Πρέπει ο καθένας να βελτιώσει τη περιβαλλοντική του παιδεία και τη περιβαλλοντική του ηθική. Να τα μάθει και να τα εμπεδώσει». Περιβαλλοντική παιδεία και περιβαλλοντική ηθική, λοιπόν! Η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης είναι θέμα παιδείας και ήθους! Αυτή είναι η μεγάλη και αναντίρρητη αλήθεια που βρίσκεται - όπως και ο ίδιος υπ. Παιδείας κ. Ευρ. Στυλιανίδης τόνισε προσφάτως (4/6/08), στο μήνυμά του για τη παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος - στον πυρήνα και του σύγχρονου οικολογικού προβλήματoς: η παιδεία, νοούμενη ως ολοκληρωμένη και σφαιρική καλλιέργεια του ατόμου, και δη των νέων ανθρώπων, με ανθρωπιστικό προσανατολισμό και κοινωνική ευαισθητοποίηση, εξασφαλίζει όλες εκείνες τις αξίες, τις δεξιότητες και τις στάσεις, που συγκροτούν μια εδραιωμένη περιβαλλοντική συνείδηση.

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η οποία προσφέρεται κυρίως και κατά βάσιν από τον επίσημο κρατικό φορέα (υπ. Παιδείας), αποτελεί παράγοντα πολύ μεγάλης σημασίας για τη διαμόρφωση υγιούς περιβαλλοντικής συνείδησης στο άτομο. Αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με την ηλικία των 6 – 18 ετών που παρέχεται η περιβαλλοντική εκπαίδευση, κατά τη διάρκεια της Α/βάθμιας (νηπιαγωγείο - δημοτικό) και Β/βάθμιας (γυμνάσιο - λύκειο) εκπαίδευσης, ηλικία κατά την οποία το άτομο διαμορφώνει τη προσωπικότητά του και αρχίζει να αποκτά συνείδηση των ευθυνών και των δικαιωμάτων του. Ο δεύτερος λόγος αφορά στο εύρος του περιεχομένου της εκπαίδευσης. Με δεδομένο το γεγονός ότι η παροχή της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης εξελίσσεται ομαλά, κατά τη διάρκεια όλης της Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης, υπάρχει η δυνατότητα για κατανόηση από τη πλευρά του ατόμου – μαθητή, όλου του φάσματος του περιβαλλοντικού προβλήματος.
Η περιβαλλοντική εκπαίδευση είναι ουσιαστικά αγωγή του πολίτη, που έχει στόχο και την κατανόηση των οργανωτικών δομών της κοινωνίας αλλά και την αμφισβήτηση και την προσπάθεια ανατροπής των κακώς κειμένων. Είναι μια διαφορετική μορφή εκπαίδευσης που προσπαθεί να ανατρέψει το «μαθαίνω και δέχομαι» και να το αντικαταστήσει με το «κατανοώ για να δράσω». Μέσα από τους δύο αυτούς βασικούς στόχους η περιβαλλοντική εκπαίδευση πετυχαίνει να δώσει το χαρακτήρα του περιβαλλοντικά υπεύθυνου πολίτη.

* Στη διάρκεια της περυσινής χρονιάς (2007 – 2008) και υπό την αιγίδα της Δ/νσης Β/βάθμιας εκπαίδευσης ν. Λάρισας υλοποιήθηκαν πάνω 50 προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στα σχολεία του νομού μας (Γυμνάσια, Γενικά Λύκεια και Επαγγελματικά Λύκεια ), με τη συμμετοχή δεκάδων καθηγητών και εκατοντάδων μαθητών. Εμείς στο Γυμνάσιο Αρμενίου για δεύτερη χρονιά συνεχίσαμε την υλοποίηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων στο θεματικό τομέα της Ηθικής, με φετεινό θέμα «Φυσικό περιβάλλον και ορθόδοξη παράδοση» («Θεολογία και οικολογία»). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος οι μαθητές μας ερευνώντας τις πηγές και αναλύοντας διεξοδικά τις θέσεις της ορθόδοξης θεολογίας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η οικολογική κρίση είναι πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική και γι΄ αυτό ο άνθρωπος έχει ανάγκη οντολογικής αλλαγής, ώστε να μπορέσει να συμφιλιωθεί με το περιβάλλον. Εντόπισαν ακόμη τη ξεκάθαρη θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η λύση στο οικολογικό πρόβλημα θα πρέπει να αναζητηθεί στ λειτουργικό, το ευχαριστιακό και ασκητικό ήθος της ορθόδοξης παράδοσης, με ενδεικτικότερο το παράδειγμα της οικολογικής μαρτυρίας αγάπης και σεβασμού που τρέφει και προσφέρει στο περιβάλλον ο ορθόδοξος μοναχισμός (σ.σ: H εργασία των μαθητών δημοσιεύεται στο ιστολόγιο του Γραφείου Περιβαλλοντικής Εκπ/σης της ΔΔΕ ν. Λάρισας,
http://grperblar.blogspot.com, το οποίο δημιούργησε ο δραστήριος υπεύθυνος του Γραφείου, συνάδελφος θεολόγος και φιλόλογος κ. Λεων. Τέλιος).


Η συνάντηση της Θεολογίας (του μαθήματος των Θρησκευτικών), που διδάσκει ότι είμαστε οι διαχειριστές και οι οικονόμοι της κτίσης που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός, και της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, που ευαισθητοποιεί και ενεργοποιεί τους μαθητές σε θέματα οικολογικά, αποτέλεσε ένα πολύ πετυχημένο εγχείρημα διαθεματικής προσέγγισης των σχέσεων του ανθρώπου με το περιβάλλον. Ενα εγχείρημα που πρώτοι το χάρηκαν και το απόλαυσαν οι ίδιοι οι μαθητές (βλ. ρεπορτάζ στην «Ε», 15/05/2008, σελ. 17).

Ασφαλώς κατά τη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε έγιναν αρκετά. Είναι στο χέρι μας, όμως, στη διάρκεια της νέας σχολικής χρονιάς (2008 – 2009) να γίνουν περισσότερα. Πιο πολλά προγράμματα περιβαλλοντικά, περισσότερη δράση, περισσότερη φροντίδα, περισσότερη, εν κατακλείδι, στοργή κι’ αγάπη για το περιβάλλον, το μεγάλο μας «σπίτι». Καλό καλοκαίρι!

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρμενίου, Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων Λάρισας και μέλος της Ενωσης Καθηγητών Περιβαλλοντικής Εκπ/σης (ΠΕΕΚΠΕ) κεντροδυτικής Θεσσαλίας.

* Aρθρο στην "Ελευθερία" της Κυριακής (29/06/2008, σελ. 12)


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Εκκλησία και ραδιόφωνο



Η 10ΧΡΟΝΗ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΛΑΡΙΣΑ


Eκκλησία και ραδιόφωνο *


* Ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει και ο λόγος
που οφείλει να εκφράσει η Θεολογία μέσω των FM





Του Χάρη Ανδρεόπουλου*,
xaan@theo.auth.gr



Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει ο βιβλικός λόγος «Κύριος έδωκεν επιστήμην ανθρώποις ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού» (Σοφίας Σειράχ, 38, 1 – 6). Συνεπώς, όσον αφορά το ευαγγελικό και παιδαγωγικό έργο της η Εκκλησία μπορεί να επωφελείται πάντοτε των νεωτέρων ευρημάτων της τεχνολογίας και να τα αξιοποιεί. Αυτή την τακτική ακολούθησε η Εκκλησία και στην ιστορική πορεία της. Ετσι αξιοποίησε την εφεύρεση της τυπογραφίας και έκανε το μεγάλο βήμα για την εκτύπωση και διάδοση του βιβλίου των βιβλίων, της Βίβλου. Στην αυγή του νέου αιώνα του οπτικοακουστικού πολιτισμού και της πληροφορίας η Εκκλησία και ο λόγος της βρέθηκαν μπροστά σε μια νέα πρόκληση που λέγεται «ηλεκτρονικός Τύπος», και ο οποίος εδώ και χρόνια έχει εισβάλει το προσκήνιο της ιστορίας, δημιουργώντας νέα επι- κοινωνιακά δεδομένα.

Βασικός σκοπός της θεολογίας ήταν και είναι να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στο λόγο και τη πράξη, στο μήνυμα του Ευαγγελίου και τους ανθρώπους και αυτή η αποστολή της βρίσκεται στην εποχή μας απέναντι σε νέες προκλήσεις. Από την εποχή του παπύρου και της τυπογραφίας που χρησιμοποίησε η Εκκλησία (αλλά και τα κατά μόνας ενεργήσαντα πεφωτισμένα μέλη της: άγιοι πατέρες, ιεραπόστολοι, θεολόγοι, πνευματικοί άνθρωποι, κ.λ.π.), ως μέσον, για να περάσει το θεολογικό μήνυμά της στους ανθρώπους, φθάσαμε σήμερα στη άμεση οικουμενική επικοινωνία, μέσω της δορυφορικής τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και του διαδικτύου (internet), με αποτέλεσμα ο γαλαξίας μας να έχει μεταβληθεί θεωρητικά σε μια μεγάλη γειτονιά, όπου οι άνθρωποι, μέσω της χρήσης των νέων τεχνολογικά αναβαθμισμένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ), να μπορούν να ενημερωθούν επί παντός του επιστητού, αλλά επιπροσθέτως να μιλήσουν, να διαλεχθούν, να (επι-) κοινωνήσουν.

Η Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο δεν έμεινε απαθής απέναντι στις εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά επί αρχιεπισκοπείας του μακαριστού Σεραφείμ και μετά την κατάλυση του κρατικού μονοπωλίου στη ραδιοτηλεόραση έστησε έναν άρτιο Ραδιοφωνικό Σταθμό (Ρ/Σ), με αντιπρόεδρο του Δ.Σ. τον τότε Θηβών και Λεβαδείας και σημερινό αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, ο οποίος ήταν ουσιαστικά και εκείνος που έβαλε τις πλάτες για να λάβει σάρκα και οστά το δύσκολο εγχείρημα (βλ. σχετ. «Οι θέσεις και οι γνώσεις του νέου Αρχιεπισκόπου για τα ΜΜΕ», «Ελευθερία», 10/2/08, σελ. 7). Στη συνέχεια (το 1998), με ενέργειες του τότε αρχιεπισκόπου, μακαριστού κυρού Χριστοδούλου, ο Ρ/Σ αναβαθμίσθηκε τεχνολογικά και βελτιώθηκε ποιοτικά, για να ξαναπεράσει (το 2008) στα χέρια του νεοεκλεγέντος αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου με σταθερό σκοπό και στόχο να προβάλλει η Εκκλησία το μήνυμά της μέσα από ένα νέο επικοινωνιακό εργαλείο, το οποίο λειτουργεί ως προέκταση του άμβωνα για τη διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος, αλλά και για παρεμβάσεις θεολογικού προβληματισμού σε ευρύτερη της ενορίας κλίμακα.

Αλλά και στη τοπική μας Εκκλησία η πρόκληση αυτή αξιοποιήθηκε και με το παραπάνω, όπως δείχνουν και τα στοιχεία της έρευνας της Γενικής Γραμματείας και Ενημέρωσης του υπ. Τύπου (αναλυτικά η έρευνα στην ιστοσελίδα του υπουργείου

www.minpress.gr) που έφερε στην δημοσιότητα πέρυσι τον Ιούλιο η «Ελευθερία», στοιχεία (υψηλή ακροαματικότητα, με υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά) που δείχνουν ότι η δουλειά στο εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της πόλης μας πιάνει τόπο.

Εδώ και δέκα χρόνια, με πρωτοβουλία του οικείου ιεράρχη, σεβασμιοτάτου κ.κ. Ιγνατίου, ένας νέος «άμβωνας» προστέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου. Πρόκειται για τον άμβωνα της Εκκλησιαστικής Ραδιοφωνίας, ο οποίος, επί 24ωρου βάσεως, εκπέμπει μέσω των ερτζιανών και από την συχνότητα των 96,3 μεγακύκλων των FM, τόσο το σωτηριώδες μήνυμα του Ευαγγελίου, όσο και τις θέσεις της Εκκλησίας για σημαντικά προβλήματα της κοινωνίας – πάντα μέσω της θεολογικής τους θέασης και προσέγγισης, μέσα από το πρίσμα και το ήθος της ορθόδοξης θεολογίας. Από την προαναφερθείσα έρευνα που δημοσιοποίησε η «Ε» και από την ψήφο εμπιστοσύνης που δίνει η δημοσκόπηση στο τοπικό εκκλησιαστικό ραδιόφωνο, κατατάσσοντάς το ανάμεσα στα πρώτα σε σειρά κατάταξης τοπικά ραδιόφωνα, προκύπτει ότι η Εκκλησιαστική Ραδιοφωνία της Ι. Μητρόπολης Λαρίσης έχει πετύχει έναν άθλο, ένα επίτευγμα, όπως παρατηρεί και ο έγκριτος δημοσιογράφος και σχολιογράφος Δ.Χ. στην «Ελευθερία της Δευτέρας» (23/7/07, σελ. 3):

«Πολύ καλή η ακροαματικότητα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μητρόπολης Λάρισας, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του υπουργείου. Ειδικά αν σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για «ειδικής φύσεως σταθμό», πρόκειται για επίτευγμα. Ακόμη καλύτερο; Οι λίαν ενδιαφέρουσες εκπομπές λόγου που μας χαρίζει. Ας συνεχίσουν...»

* Ακούγεται, λοιπόν, πολύ το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της Λάρισας: με γενικό ποσοστό ακροαματικότητας κοντά στο 6% βρίσκεται - μαζί με τον Ρ/Σ της Ι. Μ. Δημητριάδος, που επίσης συγκεντρώνει παρόμοιο υψηλό ποσοστό - στην κορυφή σ’ επίπεδο Θεσσαλίας κι’ ευρύτερα Κεντρικής Ελλάδος μεταξύ των Ρ/Σ των αντίστοιχων Ι. Μητροπόλεων, ενώ το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο του κεντρικού (Αθήνα) Ρ/Σ της Εκκλησίας της Ελλάδος, που κυμαίνεται στο 2,5% περίπου.

Η υψηλή αυτή ακροαματικότητα ανεβάζει και τον πήχυ της ευθύνης του Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης και, παράλληλα, μεγαλώνει το χρέος της Θεολογίας - ως σωτηριολογικού περιεχομένου του Ευαγγελίου, και της Βίβλου ευρύτερα, αλλά και ως ανθρωπιστικής επιστήμης που μπορεί να επιτελέσει κοινωνικό ρόλο – να δώσει στους Λαρισαίους πνευματική τροφή. Να εκφράσει λόγο για τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, προβλήματα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, ειδικά (οικολογία - περιβάλλον, γενετική, ευθανασία, κ.λ.π.) και υπαρξιακά. Για όλα αυτά τα προβλήματα η θεολογία έχει να πει το λόγο της. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφήσει τον εαυτό της να περιοριστεί σε ένα αισθητικό περίβλημα, συγκινητικό βεβαίως αλλά και συνάμα περιοριστικό, ούτε σε μια ξεπερασμένη, όταν δεν είναι περιθωριοποιημένη, εικόνα, χωρίς να λάβει υπόψη της τη βαθιά ζωή που διαπνέει την Εκκλησία.

Η θεολογία, ειδικά στις μέρες μας καλείται να επωφεληθεί των περιστάσεων προκειμένου να διαδραματίσει ρόλο πρωταγωνιστικό στο σχηματοποιούμενο νέο – μετανεωτερικό - κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσω των δυνατοτήτων που της δίδονται οφείλει η θεολογία να «εισβάλει» στη ανοικτή κοινωνία και να ασχοληθεί με δραστηριότητες και πράγματα που δεν περιορίζονται στα στενά εκκλησιαστικά δεδομένα, αλλά προκαλούν ένα ευρύτερο ανθρώπινο ενδιαφέρον. Ο Χριστός δεν είναι μόνο στο Ευαγγέλιο, αλλά και μέσα στην πραγματικότητα! Η θεολογία, γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής (Θεολογίας, ΑΠΘ) και μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου (Κρήτης) κ.κ. Ανδρέας Νανάκης, δεν υπάρχει για να αναπαράγει αντιγραφικώς μόνο ή για να μιμείται τα σπουδαία επιτεύγματα του παρελθόντος, αλλά κυρίως για να αναδεικνύει την δυναμική του νοήματός τους. Γι’ αυτό καλείται να αναζητεί διαρκώς το νέο, ως συνάρτηση της δυναμικής της αλλά και των εκάστοτε νέων αιτημάτων της ζωής («Δόγμα και ζωή του ορθοδόξου χριστιανού», περ. «Ορθοδοξία», εκδ. Οικουμενικού Πατριαρχείου, τ. 2002, Γ’, σελ. 531).

Μέσα από το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της Λάρισας η θεολογία ως φωνή της Εκκλησίας και μήνυμα του Ευαγγελίου, ως ιστορικοφιλολογική επιστήμη, αλλά και ως φορέας πολιτισμικών αξιών, προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό και δυναμικό το λόγο της, διαλεγόμενη με τη τοπική κοινωνία. Το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο λειτουργώντας ως η όντως άλλη, η πράγματι διαφορετική φωνή των ερτζιανών, με διαρκή, έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση, εκπομπές θεολογικού προβληματισμού, πολιτιστικές και φιλολογικές παρεμβάσεις, βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική, μας προσκαλεί καθημερινώς και επί 24ώρου βάσεως στο ταξίδι του, στη ραδιοφωνική συχνότητα μιας άλλης ποιότητας, στους 96,3 μεγακύκλους των FM. Οσοι πιστοί…

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρμενίου και παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM, http://theology-xaris.blogspot.com).

* Αρθρο που δημοσιεύθηκε στην ¨Ελευθερία" (06/06/2008, σελ. 8)

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Οικουμενικό Πατριαρχείο και διαχριστιανικός διάλογος



Οι θεολογικές προϋποθέσεις που ορίζει


ως βάσεις διαλόγου η Ορθόδοξη Εκκλησία *




Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr



H συμμετοχή της Ορθοδοξίας στον οικουμενικό διάλογο δεν αποτελεί ιστορική ή άλλης φύσεως αναγκαιότητα, αλλά, συνέπεια των βασικών πτυχών της χριστιανικής θεολογίας. Η οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας, τονίζει μετ’ εμφάσεως ο γνωστός καινοδιαθηκολόγος καθηγητής του ΑΠΘ Πέτρος Βασιλειάδης («Ορθόδοξη θεολογία και οικουμενικός διάλογος», εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 2005, σελ. 196), απορρέει από τη ρητή εντολή και απαράβατη επιταγή «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιωαν. 17:21) καθώς και από την ακράδαντη πεποίθησή της ότι υπέρτατος στόχος της Θείας Οικονομίας είναι η ενότητα των πάντων (κατά το παύλειο «ίνα ή ο Θεός τα πάντα εν πάσι», Α’ Κορ. 15:28) και η εν Χριστώ ανακεφαλαίωση σύνολης της κτιστής δημιουργίας. Για το όραμα αυτό, άλλωστε, «της των πάντων ενώσεως» αιώνες τώρα ακατάπαυστα δέεται εν συνάξει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Και ενώ συνεχίζει να προσεύχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία για το σκοπό αυτό, ταυτόχρονα επιχειρεί τη προσέγγιση και συζήτηση με τους ετεροδόξους στα πλαίσια των ποικίλων και πολυμερών διαλόγων, όχι μόνο επειδή αυτό είναι το επιτακτικό της καθήκον κατά το θέλημα του Κυρίου, αλλά διότι σήμερα το επιβάλλουν, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ο σύγχρονος κόσμος, όπως επισημαίνεται και στην διδακτική ενότητα (Δ.Ε.) 35 του νέου βιβλίου Θρησκευτικών της Γ’ Γυμνασίου (ΟΕΔΒ, 2006) και στο υπό τον τίτλο «Το όραμα και οι προσπάθειες για την ενότητα των χριστιανών» σχετικό κεφάλαιο (σελ. 141 – 144).

Με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (Ρ/Κ) ο επίσημος θεολογικός διάλογος, μετά από πολυετή διακοπή, ξαναξεκίνησε πέρυσι (2007), με θέμα συζήτησης το «Πρωτείο εν τη Εκκλησία», αλλά, δυστυχώς, όχι μόνο δεν σημειώθηκε «πρόοδος μεταξύ Φαναρίου και Βατικανού», όπως αναφέρονταν σε σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου (Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 2007), μ’ αφορμή τη συνάντηση αντιπροσωπειών της Ρ/Κ και της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ραβέννα, αλλά οπισθοδρόμηση! Αυτό που πρέπει να ξεκαθαρισθεί περί της αναφερομένης σε δημοσιεύματα τινά «συμφωνίας» είναι ότι ουσιαστικά πρόκειται για απλή επαναβεβαίωση απόψεων, η οποία, βεβαίως, αφορά, όχι στο πρωτείο εξουσίας που διεκδικεί δι’ εαυτήν η Ρ/Κ Εκκλησία, αλλά στο πρωτείο τιμής, που όντως αναγνωρίσθηκε στον επίσκοπο Ρώμης από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, εξ αιτίας της πολιτικής σημασίας της πόλεως, αλλά δεν παρείχε καμμιά διοικητική ή άλλη εξουσία.

To «πρωτείο» προβάλλεται από τον Πάπα ως υπέρτατη διοικητική εξουσία σ’
ολόκληρη την χριστιανική Εκκλησία. Την εξουσία αυτή προσπάθησε να θεμελιώσει η Ρ/Κ Εκκλησία πάνω σε μια πλαστή θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο Απόστολος Πέτρος ήταν η κεφαλή των Αποστόλων και, βάσει της θεωρίας αυτής, το προνόμιο αυτό μετέδωσε στον επίσκοπο της Ρώμης, στην οποία υπήρξε πρώτος επίσκοπος. Ετσι, λένε οι Ρωμαιοκαθολικοί, η Εκκλησία πρέπει να αναγνωρίζει τον Πάπα ως κεφαλή της και τοποτηρητή του Χριστού στη γή.

Οι απόψεις αυτές των Ρωμαιοκαθολικών είναι βιβλικά και ιστορικά αστήρικτες. Στο χωρίο Εφεσ. 5, 23 σημειώνεται απερίφραστα ότι «ο Χριστός έστι η κεφαλή της εκκλησίας», στην οποία παραμένει αυτός κατά τη διαβεβαίωσή του «έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20). Αλλά και από την Καινή Διαθήκη δεν προκύπτει ότι ο Απόστολος Πέτρος ήταν κεφαλή των Αποστόλων με την έννοια της διοικητικής εξουσίας. Βέβαια οι Ρωμαιοκαθολικοί προσπαθούν να θεμελιώσουν την εξουσία αυτή στο Ματθ. 16, 18 («Σύ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν»), το οποίο ερμηνεύουν έτσι ώστε χωρίς τον Πάπα, διάδοχο του Απ. Πέτρου, να μην μπορεί να νοηθεί η ύπαρξη της Εκκλησίας.

Εδώ όμως οι Λατίνοι παραβλέπουν σκόπιμα τη σωστή ερμηνεία των χωρίου από τους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι στηρίζουν τη σωστή αυτή ερμηνεία στο χωρίο Α’ Κορ. 3, 11 – 12: «Θεμέλιον άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος έστι Ιησούς Χριστός». Κατά την Καινή Διαθήκη όλοι οι Απόστολοι είχαν τα ίδια προνόμια απ’ το Χριστό, ο οποίος απέκρουσε κάθε φιλόδοξη επιθυμία για υπεροχή ορισμένων μόνο Αποστόλων (των παιδιών του Ζεβεδαίου Ιακώβου και Ιωάννη. Βλ. σχετ. Ματθ. 20, 25 – 26 και 23, 8 – 11, Μαρκ. 10, 35 – 45). Στέλνοντας ο Χριστός τους μαθητές για κήρυγμα δεν όρισε κανένα για αρχηγό τους και μετά την ανάσταση έδωσε σε όλους ίδια δικαιώματα. Οπως μαρτυρούν οι Πράξεις των Αποστόλων και οι άλλες Επιστολές, ο Πέτρος δεν είχε λάβει από τον Κύριο καμμιά υπεροχή έναντι των άλλων Αποστόλων. Αλλά και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ουδέποτε το προνόμιο αυτό θα μεταβιβαζόταν στον επίσκοπό Ρώμης ως διάδοχου του Πέτρου, απλούστατα γιατί ο Πέτρος μαρτύρησε μεν στη Ρώμη, ποτέ όμως δεν χρημάτισε πρώτος επίσκοπός της, καθώς οι Απόστολοι ήταν καθολικοί επίσκοποι της Εκκλησίας και όχι μιας επιμέρους τοπικής Εκκλησίας (βλ. Θεοδώρου Ανδ., «Απαντήσεις σε ερωτήματα ιστορικοδογματικά», εκδ. Αποστολικής Διακονίας,1999). Και βέβαια είχε πρεσβεία ο Ρώμης στην αρχαία Εκκλησία, αυτά, όμως, δεν ήταν πρεσβεία εξουσίας και εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας, αλλά απλά πρεσβεία τιμής, επειδή ήταν επίσκοπος της Ρώμης, της λαμπρής και δοξασμένης πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της μητέρας των αγίων και των μαρτύρων. Εννοείται ότι μετά το σχίσμα του 1054 έπαυσε να ισχύει αυτή η αναγνώριση του πρωτείου τιμής στον επίσκοπο (της μέχρι τότε αδιαιρέτου, αρχαίας Εκκλησίας) της Ρώμης και ως έχων τα πρεσβεία τιμής θεωρείται έκτοτε ο επίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης της Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας.


* Δυστυχώς, η Ρ/Κ Εκκλησία μέχρι σήμερα επιμένει στις πλάνες της περί «πρωτείου» θέλοντας να επιβάλλει τις φίλαρχες αξιώσεις της στην Ανατολική, τη δική μας Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην «Οδηγία» που εξέδωσε το «Συμβούλιο για το Δόγμα της Πίστεως» της Ρ/Κ Εκκλησίας τον περασμένο Ιούλιο καταγράφεται ο ισχυρισμός ότι μόνον η Ρ/Κ Εκκλησία εξασφαλίζει σωτηρία των πιστών, διότι είναι εκείνη που ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός. Η «κοινωνία των επισκόπων μετά του διαδόχου του Πέτρου» (που κατ’ αυτούς είναι ο Πάπας) καθορίζεται ως η ουσιαστική προϋπόθεση με την οποία οριοθετούνται και όλες οι εκκλησιαστικές δομές και περιγράφονται οι εσωτερικές αρχές και οι όροι, δι’ έκαστην «ιδιαιτέραν» Εκκλησία, αλλά δι’ αυτήν την «καθολική Εκκλησία». Η μη επίτευξη της κοινωνίας αυτής αποτελεί, κατά την ως άνω «Οδηγία», το εμπόδιο για την μη φανέρωση μέσα στην ιστορία εκάστης «Εκκλησίας» ως Εκκλησίας. Και η «Οδηγία» καταλήγει στη διαπίστωση ότι «η μόνη αληθινή Εκκλησία, η οποία διατηρεί τα γνήσια στοιχεία, τα οποία καθώρισεν ο Χριστός δια την Εκκλησίαν, είναι η «Καθολική Εκκλησία», αυτή είναι η πραγματική και ορατή Εκκλησία εντός της ιστορίας, η οποία ιδρύθηκε υπό του Χριστού επί της γης». Σύμφωνα με την ίδια «Οδηγία»: Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μεν «αυθεντική Εκκλησία», διατηρεί χάρη στην Αποστολική διαδοχή πραγματικά μυστήρια και επομένως δικαιούται να λέγεται ιδιόρρυθμη και τοπική, είναι «αδελφή Εκκλησία» με την Καθολική, αλλά παρουσιάζει ένα «μειονέκτημα», μία σημαντική «ατέλεια» και η «ατέλεια» αυτή, συνίσταται εις το ότι η Ορθόδοξη δεν αναγνωρίζει το «πρωτείο της Ρώμης», δηλαδή δε αναγνωρίζει τον Πάπα ως «ορατή κεφαλή» της Εκκλησίας, ως «τοποτηρητή του Χριστού στη Γη» («Καθολική», τ. 3078/24-7-07, σελ.3).


Ιδιαίτερα δυσάρεστη εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι η Ρ/Κ Εκκλησία επανέλαβε (Ιούλιος 2007) τις παραπάνω αιρετικές δοξασίες της, δύο μήνες πριν την προγραμματισμένη (για τον Οκτώβριο του 2007) συνεδρίαση στη Ραβέννα της Ιταλίας της μικτής Επιτροπής εκπροσώπων της Ρ/Κ και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που είχε σαν θέμα το επίμαχο πρωτείο. Δηλαδή η Ρ/Κ Εκκλησία έσπευσε να προκαταλάβει τα συμπεράσματα της επιτροπής, υπονομεύοντας σοβαρά τον ίδιο τον διάλογο. Ετσι στη συνεδρίαση της Ραβέννας, όχι μόνο δεν υπήρξε συμφωνία για το πρωτείο του Πάπα (πως θα μπορούσε άλλωστε, τη στιγμή που η περί πρωτείου αντίληψη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ορθόδοξη εκκλησιολογία;), αλλά διαπιστώθηκε ότι ούτως εχόντων των πραγμάτων ο δρόμος για την ενότητα είναι ακόμη μακρύς. Πολύ μακρύς.

* Αξίζει να επισημανθεί ότι στο πλαίσιο του διαχριστιανικού διαλόγου η Ορθόδοξη Εκκλησία, δια του συντονιστικού αυτής κέντρου, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξαίροντας το οικουμενικό κύρος του Συμβόλου της Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως, έχει δηλώσει ευθύς εξ αρχής και χωρίς περιστροφές ότι «πάσα ένωσις δέον να στηρίζηται επί της κοινής πίστεως και ομολογίας της αρχαίας αδιαιρέτου Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των οκτώ πρώτων αιώνων». (Σταυρίδη Βασ. «Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως», Θεσ/νίκη, 1984, σελ. 349) και μόνο επί αυτής της βάσεως συζητά και προσεύχεται για την ενότητα της διαιρεμένης χριστιανοσύνης. Που σημαίνει ότι δεν νοούνται ορθόδοξες υποχωρήσεις στ’ όνομα του διαλόγου, αλλά αγώνας και μόνο για την επάνοδο των πεπλανημένων ετερόδοξων αδελφών μας στο χώρο της μιάς και μοναδικής, εν Χριστώ, αληθείας, όπως την εξέφρασαν με τα δόγματα και τους κανόνες οι Οικουμενικές Σύνοδοι της αδιαίρετης αρχαίας μας Εκκλησίας. Αν συμφωνήσουμε σ’ αυτή την αρχή και το πλαίσιο διαλόγου, η επίλυση όλων των επιμέρους διαφορών θά’ ναι απλώς θέμα χρόνου.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ και καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο – Λύκειο Αρμενίου και Γυμνάσιο Καλαμακίου). Εκτεταμένη θεολογική ανάλυση του θέματος δημοσιεύεται στο περιοδικό των καθηγητών «Εκπαιδευτική Κιβωτός», τ. 3 (Μαϊος, 2008), σελ. 78 – 80.


* ΑΡΘΡΟ δημοσιευθέν στην "Ελευθερία" (17 Μαϊου 2008, σελ. 18).

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

Η "Κιβωτός" των καθηγητών





Κυκλοφόρησε η νέα "Εκπαιδευτική Κιβωτός" (έκδοση της Δ/νσης Β/βάθμιας Εκπ/σης ν. Λάρισας) με ενδιαφέροντα, επίκαιρα άρθρα και επιστημονικά μελετήματα.

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Χριστός Ανέστη, Χρόνια Πολλά!



"Εκείνη τη στιγμή, μπήκε μέσα κι ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στο μνήμα, τα είδε αυτά και πίστεψε» (Ιωαν. 20,8)
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!

Δευτέρα 21 Απριλίου 2008

Στη Λάρισα ο Πατριάρχης κι' ο Αρχιεπίσκοπος!



ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΧΙΛΛΙΟΥ - ΜΕΓΑΛΗ ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΛΗ



Στη Λάρισα θα βρεθούν για τον εορτασμό του Πολιούχου της πόλης Αγίου Αχιλλίου τόσο η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης, ο Οικουμενικούς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος όσο και η Αυτού Μακαριότης, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμος.

Το πρόγραμμα της επίσκεψης των δύο ανδρών στην πόλη, το οποίο ανακοινώθηκε επισήμως σήμερα (21/4/2008) έχει ως εξής:

* Τετάρτη 14 Μαΐου: 18.30 Άφιξη στον προ του Ιερού Ναού χώρο, προσφώνησης από το δήμαρχο Λάρισας κ. Κων/νο Τζανακούλη, αντιφώνηση ΑΠΘ. 19.00 Δοξολογία επί τη αφίξει της Α.Θ.Π - προσφώνηση -αντιφώνηση. 19.15 Εσπερινός, χοροστατούντος του Πατριάρχου. Ομιλία της Α.Θ.Π 21.00 Πέρας εσπερινού.

* Πέμπτη 15 Μαΐου: 07.15 Όρθρος, χοροστασία. 08.00 Πατριαρχική Θεία Λειτουργία. 09.45 Προσφωνήσεις. 10.30 Λιτανεία, συμμετεχόντων της Α.Θ.Π. κκ. Βαρθολομαίου και της ΑΜ κκ. Ιερωνύμου και Αρχιερέων στην κεντρική πλατεία. 11.00 Αρτοκλασία, σύντομη ομιλία. 11.15. Αναχώρηση της Α.Θ.Π. και της Α.Μ. από την κεντρική πλατεία.