* Mνημόσυνο για τον αείμνηστο πανεπιστημιακό καθηγητή
διοργανώνουν οι Δομινικανοί πατέρες Αθηνών
Οι Δομινικανοί πατέρες Αθηνών διοργανώνουν μνημόσυνο αφιερωμένο στον αείμνηστο καθηγητή Σάββα Αγουρίδη, πού θα λάβει χώρα στην αίθουσα του Ινστιτούτου Αερέθα (Οδ. Σκουσέ 3, πίσω από τον Ιερό Ναό Αγίας Ειρήνης επί Οδ. Αιόλου), μεθαύριο, Πέμπτη 21 Οκτωβρίου και ώρα 20.00.
Θα μιλήσει ο γνωστός καινοδιαθηκολόγος καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ΑΠΘ κ. Πέτρος Βασιλειάδης, με θέμα: «Η κληρονομιά του Σάββα Αγουρίδη ως πιστού χριστιανού και δυναμικού ερμηνευτή του Λόγου του Θεού»
- Υπενθυμίζεται ότι, όπως είχε γράψει σχετικώς το “Amen” (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2837 ), και το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ για να τιμήσει τη μνήμη και τη προφορά στη θεολογική επιστήμη του αείμνηστου πανεπιστημιακού δασκάλου, προγραμματίζει ημερίδα που θα λάβει χώρα στην αίθουσα Τελετών του παλαιού κτηρίου της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης, στις 9 Νοεμβρίου. Στην ημερίδα θα μιλήσουν διακεκριμένοι θεολόγοι αναπτύσσοντας θέματα που αναφέρονται στη Βιβλική Θεολογία ή γενικότερα στην Ορθόδοξη Θεολογία.
* Ο αείμνηστος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης (1921-2009), γνωστός ως πρωτοπόρος θεολόγος και ιδιαίτερα ως ερμηνευτής της Καινής Διαθήκης, υπηρέτησε στην Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. κατά τα έτη 1956-1968 και στη Θεολογική Αθηνών κατά τα έτη 1969 – 1985, εγκαινιάζοντας στη διάρκεια της θητείας του μια νέα πορεία στη Βιβλική έρευνα. Πολλοί εκ των σημερινών καθηγητών των Θεολογικών Σχολών, ιδιαίτερα οι εκ των αρχαιοτέρων, υπήρξαν μαθητές του. Πέραν της επιστημονικής Βιβλικής έρευνας διακρίθηκε για την κοινωνική του ευαισθησία τόσο σε θεωρητικό επίπεδο (δια της συγγραφής σχετικών μελετών) όσο και σε πρακτικό (δια της οργανώσεως διαφόρων κοινωνικών δραστηριοτήτων). Με σειρά διαλέξεων από διάφορα βήματα της Ελλάδος αλλά και του εξωτερικού, με ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συνεντεύξεις, με δημιουργία Σεμιναρίων και κύκλων μελέτης Αγίας Γραφής διέδιδε τις Βιβλικές αλήθειες σε ευρύτερα στρώματα του ελληνικού λαού, ενώ συγχρόνως υπήρξε μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής.
Διετέλεσε Πρόεδρος του Ιδρύματος «΄Αρτος Ζωής» επί τρεις δεκαετίες εκδίδοντας το «Δελτίο Βιβλικών Μελετών», το μοναδικό στον Ορθόδοξο χώρο επιστημονικό περιοδικό στο χώρο της Αγία Γραφής, και μεταφράζοντας, είτε ο ίδιος είτε συνεργάτες του, σημαντικά βιβλία ξένων θεολόγων. Στις 15 Φεβρουαρίου 2009 έφυγε από τον κόσμο αφήνοντας πλούσια κληρονομιά στους νεότερους θεολόγους.
Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010
Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010
Είναι αμαρτία η παραλαβή της κάρτας του πολίτη;
Toυ Κώστα Νούση,
Θεολόγου - Φιλολόγου ΑΠΘ
Για μια ακόμα φορά ένα φλέγον εσχατολογικό ζήτημα στο προσκήνιο. Η κάρτα του πολίτη που συνάπτεται άρρηκτα με το δυσώνυμο χάραγμα του αντιχρίστου, το προφητευθέν υπό του Ιωάννου του Θεολόγου και άλλων αγίων της Εκκλησίας μας. Προ ετών είχε προκληθεί παρόμοια τεράστια σύγχυση, σε σημείο μάλιστα μερικοί να χάσουν και τον ύπνο τους ακόμα από την αγωνία τους μη «χαραχτούν» εκουσίως ή και ακουσίως. Θυμάμαι μια αγχωτική ιστορία που κυκλοφορούσε μεταξύ «υπερευλαβών» μοναχών και λαϊκών – την οποία και ανατροφοδοτούσαν οι ίδιοι διανθίζοντάς την με σενάρια τύπου π.χ. περί του αοράτου χαράγματος που ακουσίως υπέστη κάποιος στην Αμερική και μετά ένα αόρατο χέρι τον παρεμπόδισε να εισέλθει σε χριστιανικό ναό και άλλα τέτοια κινούμενα στο ίδιο μήκος κύματος.
Η παρούσα ακροθιγής παρέμβαση επί του θέματος στόχο έχει μάλλον να ανοίξει το θεολογικό διάλογο πάνω στο καυτό αυτό πρόβλημα από δογματικής πλευράς κατ’ εξοχήν, με το κόστος να δυσαρεστήσει πιθανώς τις προσχηματισμένες γνώμες επί του ζητήματος είτε από λανθασμένες ως τώρα προσεγγίσεις είτε από αυτοσχέδιες λαϊκίζουσες ερμηνείες που θάλλουν στο χώρο των ζηλωτικών και σχισματικών κύκλων. Προσημειώνουμε ότι δε μας ενδιαφέρει ποσώς το δοκούν των πολλών αλλά η αληθής δόξα, τουτέστιν αυτή αύτη η ορθοδοξία. Και μια τελευταία διευκρίνιση: απευθυνόμαστε στον πιστό μάλλον χριστιανό που έχει τη συνείδηση της αμαρτίας παρά στον άθεο ή αδιάφορο που ούτως ή άλλως θα λάβει το χάραγμα ή και αν δεν το κάνει, αυτό θα το πράξει για άλλους λόγους και όχι για να μην προδώσει το Χριστό. Παρ’ ότι είναι σαφές ότι το θέμα της κάρτας ή της νέας ταυτότητας είναι προδρομικό σημείο του τελικού χαράγματος και πως το θέμα σήμερα είναι μάλλον πολιτικό παρά θρησκευτικό, αρχίζουμε με κάποια θεμελιώδη ερωτήματα:
Είναι ανεξάλειπτο το χάραγμα του αντιχρίστου και ποια η έννοια αυτής της αδυναμίας απαλοιφής του; Μπορεί να μετανοήσει ο λαβών το χάραγμα; Αν όχι, πώς αυτό τεκμηριώνεται δογματικώς; Είναι η κάρτα του πολίτη το χάραγμα; Θα είναι εφάμαρτη η λήψη της νέας ταυτότητας; Γιατί όσοι φώναζαν κατά του 666 παλιότερα, την ίδια ώρα το δέχονταν και το αγόραζαν πάνω σε καταναλωτικά προϊόντα, θεωρώντας ότι εκεί δε «μολύνονται» παρά μόνο όταν το λάβουν πάνω σε μια μορφή ταυτότητας; Πόσες παρερμηνείες κυκλοφορούν γύρω από το πρόσωπο του αντιχρίστου και άλλα ζητήματα της αποκάλυψης τα οποία θεωρούνται αυτοδίκαια ως η ορθόδοξη ερμηνεία, ενώ είναι απλώς δημοφιλείς ζηλωτικές ερμηνείες ή και εισαγόμενες από το εξωτερικό και μάλιστα από χώρους εκτός ορθοδοξίας;
Δεν είναι στόχος του παρόντος να προβεί σε εκτενή ανάλυση αλλά θα αφήσω μια μικρή γεύση έκπληξης με τη διάσταση των απόψεων ενός σύγχρονου αγίου από τις κυκλοφορούσες προλήψεις επί των εν λόγω διά στόματος του γέροντα Πορφυρίου. Συνήθως το κύρος τέτοιων ανδρών φέρνει σε αμηχανία – όπως άλλωστε έφερε και τον γράφοντα όταν τα πρωτοδιάβασε - τους διαφωνούντες και φρενάρει την ορμητική αφοριστική διάθεση με την οποία θα απαξίωναν ευθύς εξαρχής την οιαδήποτε ετερότητα. Είπε λοιπόν ο στάρετς αυτός σε ανάλογες μέρες προ ετών χαρακτηριστικά: «έχουν αναστατώσει τις ψυχές, δημιούργησαν ένα σωρό προβλήματα, οικογενειακά και ψυχολογικά με το 666, δεν μπορεί ο κόσμος να κοιμηθεί και άρχισαν να παίρνουν ψυχοφάρμακα και υπνωτικά… Γι’ αυτό σήμερα δεν έχουμε το Χριστό μέσα μας και γι’ αυτό ανησυχούμε για τον αντίχριστο… Εάν ερχόταν τώρα ο ίδιος ο αντίχριστος με μια συσκευή με ακτίνες laser και μου έλεγε θέλω να σε σφραγίσω με το 666, εγώ θα καθόμουνα». Αυτά σαν μια μικρή εισαγωγή στο τεράστιο αυτό ερμηνευτικό ζήτημα των εσχάτων τα οποία ο χριστιανός κάθε άλλο παρά με φοβικότητα πρέπει να αντιμετωπίζει. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι με το χάραγμα αρχίζει και το χάραμα της ογδόης ημέρας…
Κ.Ν. Λάρισα 18/10/2010
Θεολόγου - Φιλολόγου ΑΠΘ
Για μια ακόμα φορά ένα φλέγον εσχατολογικό ζήτημα στο προσκήνιο. Η κάρτα του πολίτη που συνάπτεται άρρηκτα με το δυσώνυμο χάραγμα του αντιχρίστου, το προφητευθέν υπό του Ιωάννου του Θεολόγου και άλλων αγίων της Εκκλησίας μας. Προ ετών είχε προκληθεί παρόμοια τεράστια σύγχυση, σε σημείο μάλιστα μερικοί να χάσουν και τον ύπνο τους ακόμα από την αγωνία τους μη «χαραχτούν» εκουσίως ή και ακουσίως. Θυμάμαι μια αγχωτική ιστορία που κυκλοφορούσε μεταξύ «υπερευλαβών» μοναχών και λαϊκών – την οποία και ανατροφοδοτούσαν οι ίδιοι διανθίζοντάς την με σενάρια τύπου π.χ. περί του αοράτου χαράγματος που ακουσίως υπέστη κάποιος στην Αμερική και μετά ένα αόρατο χέρι τον παρεμπόδισε να εισέλθει σε χριστιανικό ναό και άλλα τέτοια κινούμενα στο ίδιο μήκος κύματος.
Η παρούσα ακροθιγής παρέμβαση επί του θέματος στόχο έχει μάλλον να ανοίξει το θεολογικό διάλογο πάνω στο καυτό αυτό πρόβλημα από δογματικής πλευράς κατ’ εξοχήν, με το κόστος να δυσαρεστήσει πιθανώς τις προσχηματισμένες γνώμες επί του ζητήματος είτε από λανθασμένες ως τώρα προσεγγίσεις είτε από αυτοσχέδιες λαϊκίζουσες ερμηνείες που θάλλουν στο χώρο των ζηλωτικών και σχισματικών κύκλων. Προσημειώνουμε ότι δε μας ενδιαφέρει ποσώς το δοκούν των πολλών αλλά η αληθής δόξα, τουτέστιν αυτή αύτη η ορθοδοξία. Και μια τελευταία διευκρίνιση: απευθυνόμαστε στον πιστό μάλλον χριστιανό που έχει τη συνείδηση της αμαρτίας παρά στον άθεο ή αδιάφορο που ούτως ή άλλως θα λάβει το χάραγμα ή και αν δεν το κάνει, αυτό θα το πράξει για άλλους λόγους και όχι για να μην προδώσει το Χριστό. Παρ’ ότι είναι σαφές ότι το θέμα της κάρτας ή της νέας ταυτότητας είναι προδρομικό σημείο του τελικού χαράγματος και πως το θέμα σήμερα είναι μάλλον πολιτικό παρά θρησκευτικό, αρχίζουμε με κάποια θεμελιώδη ερωτήματα:
Είναι ανεξάλειπτο το χάραγμα του αντιχρίστου και ποια η έννοια αυτής της αδυναμίας απαλοιφής του; Μπορεί να μετανοήσει ο λαβών το χάραγμα; Αν όχι, πώς αυτό τεκμηριώνεται δογματικώς; Είναι η κάρτα του πολίτη το χάραγμα; Θα είναι εφάμαρτη η λήψη της νέας ταυτότητας; Γιατί όσοι φώναζαν κατά του 666 παλιότερα, την ίδια ώρα το δέχονταν και το αγόραζαν πάνω σε καταναλωτικά προϊόντα, θεωρώντας ότι εκεί δε «μολύνονται» παρά μόνο όταν το λάβουν πάνω σε μια μορφή ταυτότητας; Πόσες παρερμηνείες κυκλοφορούν γύρω από το πρόσωπο του αντιχρίστου και άλλα ζητήματα της αποκάλυψης τα οποία θεωρούνται αυτοδίκαια ως η ορθόδοξη ερμηνεία, ενώ είναι απλώς δημοφιλείς ζηλωτικές ερμηνείες ή και εισαγόμενες από το εξωτερικό και μάλιστα από χώρους εκτός ορθοδοξίας;
Δεν είναι στόχος του παρόντος να προβεί σε εκτενή ανάλυση αλλά θα αφήσω μια μικρή γεύση έκπληξης με τη διάσταση των απόψεων ενός σύγχρονου αγίου από τις κυκλοφορούσες προλήψεις επί των εν λόγω διά στόματος του γέροντα Πορφυρίου. Συνήθως το κύρος τέτοιων ανδρών φέρνει σε αμηχανία – όπως άλλωστε έφερε και τον γράφοντα όταν τα πρωτοδιάβασε - τους διαφωνούντες και φρενάρει την ορμητική αφοριστική διάθεση με την οποία θα απαξίωναν ευθύς εξαρχής την οιαδήποτε ετερότητα. Είπε λοιπόν ο στάρετς αυτός σε ανάλογες μέρες προ ετών χαρακτηριστικά: «έχουν αναστατώσει τις ψυχές, δημιούργησαν ένα σωρό προβλήματα, οικογενειακά και ψυχολογικά με το 666, δεν μπορεί ο κόσμος να κοιμηθεί και άρχισαν να παίρνουν ψυχοφάρμακα και υπνωτικά… Γι’ αυτό σήμερα δεν έχουμε το Χριστό μέσα μας και γι’ αυτό ανησυχούμε για τον αντίχριστο… Εάν ερχόταν τώρα ο ίδιος ο αντίχριστος με μια συσκευή με ακτίνες laser και μου έλεγε θέλω να σε σφραγίσω με το 666, εγώ θα καθόμουνα». Αυτά σαν μια μικρή εισαγωγή στο τεράστιο αυτό ερμηνευτικό ζήτημα των εσχάτων τα οποία ο χριστιανός κάθε άλλο παρά με φοβικότητα πρέπει να αντιμετωπίζει. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι με το χάραγμα αρχίζει και το χάραμα της ογδόης ημέρας…
Κ.Ν. Λάρισα 18/10/2010
Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010
Εκπαίδευση για τη Θρησκεία και τη Δημοκρατία

Με επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Ομάδας Εργασίας, ύστερα από πρόσκληση του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Διευρωπαϊκής Επιτροπής για την Εκκλησία και Σχολείο (Intereuropean Commission on Church and School), με κύριο θέμα: «Εκπαίδευση για τη Θρησκεία και την Δημοκρατία. Πολιτισμός, Διάλογος και το Συμβούλιο της Ευρώπης». Οι εργασίες διεξήχθησαν στο Συνεδριακό Κέντρο του Ιδρύματος Johann Wolfgang von Goethe Stiftung στην περιοχή Klingenthal του Στρασβούργου, από 04-08 Οκτωβρίου 2010. Στην συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας έλαβαν μέρος ειδικοί επιστήμονες επί του θέματος της θρησκευτικής εκπαίδευσης από διάφορες Χώρες (Ιταλία, Βουλγαρία, Γαλλία, Λεττονία, Ολλανδία, Νορβηγία, Ελβετία, Ουαλία, Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία). Την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησε ο (Λαρισαίος στη καταγωγή) αγαπητός συνάδελφος, καθηγητής θεολόγος και κοινωνιολόγος, Δρ. Κων/νος Β. Ζορμπάς, Σύμβουλος της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η παραπάνω Ομάδα Εργασίας είχε ως βασικό θέμα συζήτησης την παρουσίαση συγκεκριμένων προτάσεων (good practices) επί των δύο σημαντικών Συστάσεων (Recommendation) του Συμβουλίου της Ευρώπης: Η πρώτη (CM/Rec(2008)12) αφορά τις θρησκευτικές και μη θρησκευτικές πεποιθήσεις στην διαπολιτισμική εκπαίδευση και η δεύτερη (CM/Rec(2010)7) τον ρόλο της εκπαίδευσης για δημοκρατικούς πολίτες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ίδια Σύσταση δίδεται ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο του διαπολιτισμικού διαλόγου στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής και στην αντιμετώπιση όλων των διακρίσεων κυρίως της βίας, του φόβου και της παρενόχλησης. Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι μια από τις βασικές προτεραιότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ο διαπολιτισμικός διάλογος, ώστε η διαφορετικότητα να μην γίνεται αρχή συγκρούσεων, αλλά πηγή αμοιβαίου εμπλουτισμού και να ενθαρρύνει την κατανόηση, τη συμφιλίωση και τον αλληλοσεβασμό μέσα στις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες (βλ. το κείμενο της Λευκής Βίβλου για τη θρησκευτική διάσταση της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στην ιστοσελίδα http://www.coe.int/ ) .
Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν ότι η θρησκευτική εκπαίδευση είναι κεντρικής σημασίας για τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να δημιουργήσει συνειδητούς ευρωπαίους πολίτες και να συμβάλλει στην κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη και την κοινωνική συνοχή.
Τέλος, οι συμμετέχοντες έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις προς το Συμβούλιο της Ευρώπης για τη θρησκευτική εκπαίδευση κυρίως ως προς την υποχρεωτικότητα και την ισότητα του μαθήματος των θρησκευτικών με τα άλλα μαθήματα. Κάθε προσπάθεια κατάργησης ή υποβάθμισής του, με τη μετατροπή του σε επιλεγόμενο, μπορεί να οδηγήσει σε αποπροσανατολισμούς. Γι’ αυτό και η συνεχής εκπαίδευση των Θεολόγων Καθηγητών (ΠΕ1), στα πλαίσια του Προγράμματος της δια βίου εκπαίδευσης, κρίνεται αναγκαία με νέα εγχειρίδια προς ενίσχυση του έργου τους.
Την περίοδο αυτή που η συζήτηση για το μέλλον του μαθήματος των θρησκευτικών βρίσκεται για μία ακόμη φορά στο προσκήνιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης έρχεται και πάλι να επιβεβαιώσει, μέσα από τις Συστάσεις προς τα Κράτη μέλη του, οι οποίες ασφαλώς και δεν είναι δεσμευτικές, τη σημασία μιας πολύπλευρης εκπαίδευσης, η οποία δεν θα έχει ως αποκλειστικό στόχο την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων (εργασία, δεξιότητες και ανταγωνισμός), αλλά θα αναπτύξει και τις αξίες εκείνες, οι οποίες απορρέουν από την ανθρωποκεντρική θεώρηση της Παιδείας. Με τον τρόπο αυτόν εκφράζεται το όραμα για μια εκπαίδευση η οποία θα μπορέσει να συμβάλλει στην κοινωνική συνοχή και την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης στην Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο.
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Εχουν δικαίωμα πολιτικών παρεμβάσεων οι Μητροπολίτες;

* Ενα θεολογικό σχόλιο μ’ αφορμή το επίκαιρο άρθρο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Ιερωνύμου για τους «πολιτικολογούντες ιεράρχες»
Tου Χάρη Ανδρεόπουλου*,
«Oι δύσκολες ημέρες που διέρχεται ο τόπος μας καλούν την Εκκλησία να δείξει και πάλι την προφητική διάσταση της διακονίας της, δηλαδή την εν Πνεύματι Αγίω διάγνωση των αιτίων της κρίσεως και την κλήση σε μετάνοια, προς υπέρβαση των συνεπειών του εκτροχιασμού μας από τον σωστό δρόμο…» τονίζει ο Αρχεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος, σε άρθρο του στο "Βήμα" της Κυριακής (10/10/2010), επισημαίνοντας τον κίνδυνο της εκκοσμίκευσης που διατρέχει η Εκκλησία όταν εκπρόσωποί της χρησιμοποιούν τον άμβωνα, όχι για να κηρύξουν το λόγο του Θεού και την εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας, ως κιβωτού της σωτηρίας του κόσμου, αλλά για να πολιτικολογήσουν για τα τρέχοντα.
Σ’ αυτό του το άρθρο ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ.Ιερώνυμος είπε μια μεγάλη αλήθεια: «Στη σύγχυση συμβάλλουμε και εμείς οι Ιεράρχες, όταν πολιτικολογούμε ή καλλιεργούμε εντάσεις και υποθάλπουμε ιδεολογικές αντιπαλότητες. Τούτο εν τέλει διευκολύνει την πόλωση και αυτούς που την επιθυμούν και την εκμεταλλεύονται αλλά υπονομεύει την προσπάθειά μας. Ο λαός περιμένει από εμάς νηφαλιότητα και ειρηνοποιό παρουσία. Αθόρυβη αλλά αποτελεσματική διαχείριση των μειζόνων θεμάτων που μας συνέχουν όλους. Αλλο χύνω το αίμα μου για την πατρίδα όταν χρειαστεί και άλλο ευκαίρως- ακαίρως προβάλλω μία εικόνα της Εκκλησίας ωσάν να είναι θεσμός προσόμοιος του στρατού ή των κομματικών παρατάξεων…». Πρόκειται, κατά τη γνώμη μας, για μια μεγάλη αλήθεια με μεγάλο θεολογικό περιεχόμενο.
* Υπενθυμίζω ότι το θέμα έχει απασχολήσει και κατά το παρελθόν τον δημόσιο διάλογο και συγκεκριμένα προ πενταετίας περίπου όταν μ’ αφορμή επικριτικές δηλώσεις του σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Καλαβρύτων κ. Αμβροσίου σε βάρος του πρώην πρωθυπουργού κ. Κων. Σημίτη, είχαμε ακούσει την τότε υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και νυν ευρωβουλευτή κ. Μαριέττα Γιαννάκου, να λέει ότι, ναι μεν δεν θα ΄θελε να ακούει πολιτικολογίες από στόματα ιερέων και αρχιερέων, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να τους αρνηθεί το δικαίωμα που έχουν, ως «πολίτες», να εκφράζονται ελεύθερα. Προ τριετίας και ο τότε υπουργός Επικρατείας κ. Θεοδ. Ρουσσόπουλος κληθείς να σχολιάσει τις επικριτικές δηλώσεις πολιτικού περιεχομένου που διατυπώθηκαν από χειλέων αρχιερέως, κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος επανέλαβε τα ίδια με την κ. Γιαννάκου: «Ο κάθε Ελληνας πολίτης», είπε, «έχει δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του», κλπ.
Πέρυσι, επίσης, τέτοιο καιρό, ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος σε άρθρο του, εξ αφορμής των προώρων βουλευτικών εκλογών, θέτοντας (ο ίδιος, στο άρθρο του, στο προσωπικό του ιστολόγιο) το ρητορικό ερώτημα για το «αν θα πρέπει να ασχολείται με πολιτικής χροιάς θέματα ένα κληρικός και ευρύτερα η Εκκλησίας;», απαντά (ο ίδιος) «ναι» (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=553 ), άποψη την οποία σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3603 ) επανέλαβε στη διάρκεια της πρόσφατης συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και με την οποία, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, συντάχθηκε και ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος. Με βάση την ως άνω εκφρασθείσα υπό των προαναφερθέντων υπουργών πολιτειακή (= κοσμική) αντίληψη, θα συμφωνήσω με τους σεβασμιωτάτους κ.κ. Αμβρόσιο και Ανθιμο ότι, ασφαλώς και έχουν, ως «πολίτες», το αναφαίρετο δικαίωμα να αναφέρονται σ’ οποιοδήποτε θέμα και να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Θα μου επιτρέψουν, όμως, μ’ όλο το σεβασμό προς το πρόσωπό τους, να διαφωνήσω σχετικώς με το εάν έχουν το «δικαίωμα» να ομιλούν και να πολιτικολογούν ποιμενάρχες όντες, επίσκοποι της του Χριστού Εκκλησίας.
Για τους εκπροσώπους της πολιτείας είναι φυσικό να θεωρούν ακόμη και για έναν αρχιερέα πρώτιστη την ιδιότητα του πολίτη και σύμφωνα με την πολιτειακή – έννομη (=κοσμική) τάξη πράττουν ορθώς, καθώς κατά το Σύνταγμα η πρωτεύουσα ιδιότητα όλων μας είναι αυτή του πολίτου, η οποία κατισχύει πάσης ετέρας. Αυτό, όμως, που ισχύει για την πολιτεία, δεν ισχύει απολύτως για την Εκκλησία. Κατά τη ταπεινή μας γνώμη, η θεολογική θεώρηση των πραγμάτων εν προκειμένω είναι άλλη, διαφορετική, και απέχει παρασάγγας από την ως άνω πολιτειοκρατική προσέγγιση του θέματος.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τους κανόνες (= νόμους) της Εκκλησίας ο κάθε αρχιερέας της Ορθοδόξου Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας θεωρείται πρωτίστως «ποιμένας» και δευτερευόντως «πολίτης». Για την (ποιμαίνουσα) Εκκλησία, τη ζωή και δράση των μελών της - κληρικών τε και λαϊκών - προέχει το Κανονικό της Δίκαιο. Το πολιτειακό δίκαιο έπεται – και, απλώς, για να ρυθμίζει τις νομικές σχέσεις της (διοικούσας) Εκκλησίας με το Κράτος .
Η επιταγή της διάκρισης κράτους – Θεού δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά - κυρίως - χριστιανική. Ο ίδιος ο Χριστός το είπε: «Aπόδοτε ουν τα Kαίσαρος Kαίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22,21). Αυτό σημαίνει ότι μπορεί μεν η κοσμική (= άθρησκη) πολιτεία να επιτρέπει σε κάθε πολίτη να ασχολείται με «τα του Καίσαρος» και «με τα του Θεού», είτε φορά ράσο είτε όχι, όμως, η χριστιανική παράδοση δεν το επιτρέπει. Μπορεί η πολιτεία να παραχωρεί το δικαίωμα στους (ανεξαρτήτως θρησκεύματος) πολίτες της να λένε ότι θέλουν (κι’ όπως θέλουν), στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου, όμως, το δικαίωμα αυτό για τη κατηγορία των πολιτών που είναι αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας προσλαμβάνει άλλο περιεχόμενο (εν Χριστώ) ελευθερίας.
Η χριστιανική παράδοση θέλει τους εν τω κόσμω ποιμένες (επισκόπους) να ασκούν ποιμαντική μέριμνα και να επιτελούν κοινωνικό έργο, όχι, όμως, κατά τον τρόπο που ενεργούν οι κοσμικοί άρχοντες, αλλά όπως ταιριάζει σε ποιμένες, κατά την επιταγή της Αγίας Γραφής, η οποία τους θέλει να μην μπλέκονται σε διαμάχες και έριδες. «..Δούλον δε Κυρίου ου δει μάχεσθαι, αλλ’ ήπιον είναι προς πάντας, διδακτικόν, ανεξίκακον» (:o δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί, αλλά να είναι ήπιος απέναντι σε όλους, πρόθυμος να διδάξει, ανεκτικός), λέει ο Απ. Παύλος στην προς Τιμόθεο (Β’, 2, 24) ποιμαντική επιστολή του και προσθέτει, στο ίδιο χωρίο, για το πώς θα πρέπει να συμπεριφέρεται ο κάθε ποιμένας - επίσκοπος: «..εν πραότητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους, μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας…» (: πρέπει να παιδαγωγεί με πραότητα τους αντιτιθεμένους για να τους δώσει κάποτε ο Θεός μετάνοια να καταλάβουν την αλήθεια). Η χριστιανική παράδοση θέλει τους ποιμένες – επισκόπους ενωτικούς, γιατί «το γαρ της Εκκλησίας ου χωρισμού, αλλά ενώσεως εστί και συμφωνίας όνομα» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Α΄ Κορινθίους, P.G. 61, 63).
Σημαίνουν όλα αυτά ότι η Εκκλησία θα πρέπει να περιορισθεί μόνο στην λεγόμενη πνευματική σφαίρα της ζωής του ανθρώπου και να κρατηθεί μακριά από την υλική – κοσμική; Φυσικά και όχι – πρέπει, όμως, να προσαρμόζει τις όποιες παρεμβάσεις της στο θεολογικό πλαίσιο του μεταμορφωτικού και ανακαινιστικού ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ως κιβωτός σωτηρίας των ανθρώπων. Η αντίληψη που θέλει την Εκκλησία να ασχολείται μόνο με τα θρησκευτικά – πνευματικά ζητήματα, μόνο με το χώρο του ιερού, εκχωρώντας σε άλλους τα λεγόμενα υλικά πράγματα, είναι μανιχαϊκή – και άρα εσφαλμένη από την ορθόδοξη σκοπιά, καθώς σκοπός της Εκκλησίας είναι να μεταμορφώσει και να σώσει τον όλο άνθρωπο (σώμα και ψυχή, πνεύμα και ύλη). Σύμφωνα με την θεολογία μας, ο Χριστός προσέλαβε «ασυγχύτως», «ατρέπτως», «αχωρίστως», «αδιαιρέτως» (όπως, επί λέξει, ορίσθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας), τον όλο άνθρωπο. Συνεπώς και όλη την ανθρώπινη ιστορία - άρα και την πολιτική, κοινωνική και όχι μόνο την πνευματική ή θρησκευτική πλευρά της. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «το γάρ απρόσληπτον, αθεράπευτον. Ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται» (Επιστολή 101, P.G. 37, 181 C)
Υπάρχει, όμως, ριζική διαφορά και διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και πολιτικής, και άρα ποιμένων και πολιτικών, καθώς, όπως προείπαμε, άλλο Θεός, άλλο Καίσαρ (βλ. Mατθ. 22, 21). Η Εκκλησία δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να προδώσει την ουσία και την σωτηριολογική αποστολή της μεταβαλλόμενη σε σχήμα και εξουσία του αιώνος τούτου. Για την Εκκλησία η αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των πολιτικών ζητημάτων (πρέπει να) γίνεται, όχι με την συνήθη αντιπαραθετική πολιτική – κομματική πρακτική, αλλά με την αναγωγή τους στη πνευματική τους βάση. Το ζητούμενο για την Εκκλησία είναι η ανακαίνιση και μεταμόρφωση του κόσμου, η κλήση σε μετάνοια και η αναγγελία του ευαγγελίου της Βασιλείας και όχι η με κάθε μέσο και τρόπο παρουσία της στη δημόσια σφαίρα και ειδικότερα στο χώρο της πολιτικής - κοσμικής εξουσίας, γεγονός που κατά τη γνώμη μας συνιστά εκκλησιολογική εκτροπή. Εξ άλλου η Εκκλησία είναι μάνα όλων (ακόμη και των αριστερών) και η κάθε διάκριση των ανθρώπων με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω θα ήταν ξένη προς την θεολογία της, το ευχαριστιακό της ήθος, προς την ίδια την ταυτότητά της: «Εκκλησία δε καλείσθαι φερωνύμως, δια το πάντας εκκαλείσθαι και ομού συνάγειν», μας υπενθυμίζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (Κατηχήσεις, 18, 24. P.G. 33, 1044 B).
Σκοπός των ποιμένων της Εκκλησίας (πρέπει να) είναι να προσεγγίζουν τον κόσμο όχι προσχωρώντας στις διαιρέσεις του, αλλά προσκαλώντας τον σε ενότητα. Αποστολή τους πρέπει να είναι να ενοποιούν και να ανακαινίζουν. Να δίνουν και αγώνες για τη κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά χωρίς να συσχηματίζονται με τους εκπροσώπους της πολιτικής εξουσίας. Να δίνουν μάχες με όπλα το σταυρό και τη προσευχή. Να διαπνέονται από πνεύμα διακονίας και αυτοθυσίας.
Αυτά λέει το Ευαγγέλιο. Αυτά παρέλαβαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, αυτά μας παρέδωσαν. Αυτή είναι η παράδοσή μας. Έτσι πρέπει να φέρονται οι ποιμένες μας, όπως τους καλεί ο Απόστολος Παύλος, όπως τους προτρέπει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Φρονώ ότι οι σεβασμιώτατοι μητροπολίτες Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος και Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος, δύο όντως δυναμικοί Επίσκοποι με πλούσια και διαχρονική προσφορά στην Εκκλησία μας, οφείλουν να εξωτερικεύουν όλο τον δυναμισμό τους ασχολούμενοι με θέματα κοινωνικά, όχι όμως στο πλαίσιο μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που σε τίποτε δεν διαφέρει από την συνήθη πολιτική (= κοσμική) πρακτική, αλλά στο πλαίσιο της πνευματικής προσέγγισης των κάθε φύσεως προβλημάτων, υπό την ιδιότητα του Ιεράρχη και Ποιμανάρχη, την οποία, θεωρώ ως πρωτεύουσα για το πρόσωπό τους, όπως και για το πρόσωπο του κάθε Ιεράρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ας (παρα-) μείνουν τα καθαρώς και αμιγώς πολιτικά (= κομματικά) ζητήματα στους πολιτικούς μας. Και, επιτέλους, αντί να τους απαξιώνουμε συνεχώς και διαρκώς, ας κάνουμε κάτι πιο εκκλησιαστικό, πιο θεολογικό: ας προσευχηθούμε να τους φωτίζει ο Θεός να αγωνίζονται και να προσφέρουν έργα αγάπης για την αγαπημένη μας πατρίδα. Είμαι βέβαιος ότι οι σεβασμιώτατοι Καλαβρύτων κ. Αμβόσιος και Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος θα συμφωνήσουν μαζί μου, ότι για μας τους χριστιανούς ένα από τα δυνατότερα «όπλα» είναι και η προσευχή και μια από τις χειρότερες αμαρτίες μας η κατάκριση.
Θαρρώ ότι οι συγκρούσεις αρχιερέων με πολιτικούς και κόμματα εισάγουν κλίμα διαίρεσης στη κοινωνία, αποτελώντας ενδεικτικές περιπτώσεις εκκλησιολογικής εκτροπής. Και επειδή εισήλθαμε σε προεκλογική τροχιά (για τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 2010), θα πρέπει αυτά τα φαινόμενα να προβληματίσουν εγκαίρως τον κάθε Ιεράρχη χωριστά, την Ιερά Σύνοδο, ως θεσμικό όργανο της Εκκλησίας μας, τον θεολογικό και ευρύτερα πνευματικό κόσμο, όλους μας, πριν φθάσουμε – μη γένοιτο! - στη έσχατη βαθμίδα εκπτώσεως, με την εισαγωγή των πολιτικών (= κομματικών) διαιρέσεων μέσα στην Εκκλησία (Θεός φυλάξοι!..).
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ), συνεργάτης της εφημερίδας «Ελευθερία» της Λάρισας, της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων «Αmen.gr» και καθηγητής Β’/θμιας Εκπαίδευσης (Γυμνάσιο και Λύκειο Δομενίκου επαρχίας Ελασσόνας, Ν. Λάρισας).
Tου Χάρη Ανδρεόπουλου*,
«Oι δύσκολες ημέρες που διέρχεται ο τόπος μας καλούν την Εκκλησία να δείξει και πάλι την προφητική διάσταση της διακονίας της, δηλαδή την εν Πνεύματι Αγίω διάγνωση των αιτίων της κρίσεως και την κλήση σε μετάνοια, προς υπέρβαση των συνεπειών του εκτροχιασμού μας από τον σωστό δρόμο…» τονίζει ο Αρχεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος, σε άρθρο του στο "Βήμα" της Κυριακής (10/10/2010), επισημαίνοντας τον κίνδυνο της εκκοσμίκευσης που διατρέχει η Εκκλησία όταν εκπρόσωποί της χρησιμοποιούν τον άμβωνα, όχι για να κηρύξουν το λόγο του Θεού και την εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας, ως κιβωτού της σωτηρίας του κόσμου, αλλά για να πολιτικολογήσουν για τα τρέχοντα.
Σ’ αυτό του το άρθρο ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος κ.Ιερώνυμος είπε μια μεγάλη αλήθεια: «Στη σύγχυση συμβάλλουμε και εμείς οι Ιεράρχες, όταν πολιτικολογούμε ή καλλιεργούμε εντάσεις και υποθάλπουμε ιδεολογικές αντιπαλότητες. Τούτο εν τέλει διευκολύνει την πόλωση και αυτούς που την επιθυμούν και την εκμεταλλεύονται αλλά υπονομεύει την προσπάθειά μας. Ο λαός περιμένει από εμάς νηφαλιότητα και ειρηνοποιό παρουσία. Αθόρυβη αλλά αποτελεσματική διαχείριση των μειζόνων θεμάτων που μας συνέχουν όλους. Αλλο χύνω το αίμα μου για την πατρίδα όταν χρειαστεί και άλλο ευκαίρως- ακαίρως προβάλλω μία εικόνα της Εκκλησίας ωσάν να είναι θεσμός προσόμοιος του στρατού ή των κομματικών παρατάξεων…». Πρόκειται, κατά τη γνώμη μας, για μια μεγάλη αλήθεια με μεγάλο θεολογικό περιεχόμενο.
* Υπενθυμίζω ότι το θέμα έχει απασχολήσει και κατά το παρελθόν τον δημόσιο διάλογο και συγκεκριμένα προ πενταετίας περίπου όταν μ’ αφορμή επικριτικές δηλώσεις του σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Καλαβρύτων κ. Αμβροσίου σε βάρος του πρώην πρωθυπουργού κ. Κων. Σημίτη, είχαμε ακούσει την τότε υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και νυν ευρωβουλευτή κ. Μαριέττα Γιαννάκου, να λέει ότι, ναι μεν δεν θα ΄θελε να ακούει πολιτικολογίες από στόματα ιερέων και αρχιερέων, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να τους αρνηθεί το δικαίωμα που έχουν, ως «πολίτες», να εκφράζονται ελεύθερα. Προ τριετίας και ο τότε υπουργός Επικρατείας κ. Θεοδ. Ρουσσόπουλος κληθείς να σχολιάσει τις επικριτικές δηλώσεις πολιτικού περιεχομένου που διατυπώθηκαν από χειλέων αρχιερέως, κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος επανέλαβε τα ίδια με την κ. Γιαννάκου: «Ο κάθε Ελληνας πολίτης», είπε, «έχει δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του», κλπ.
Πέρυσι, επίσης, τέτοιο καιρό, ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος σε άρθρο του, εξ αφορμής των προώρων βουλευτικών εκλογών, θέτοντας (ο ίδιος, στο άρθρο του, στο προσωπικό του ιστολόγιο) το ρητορικό ερώτημα για το «αν θα πρέπει να ασχολείται με πολιτικής χροιάς θέματα ένα κληρικός και ευρύτερα η Εκκλησίας;», απαντά (ο ίδιος) «ναι» (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=553 ), άποψη την οποία σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3603 ) επανέλαβε στη διάρκεια της πρόσφατης συνεδρίασης της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και με την οποία, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, συντάχθηκε και ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος. Με βάση την ως άνω εκφρασθείσα υπό των προαναφερθέντων υπουργών πολιτειακή (= κοσμική) αντίληψη, θα συμφωνήσω με τους σεβασμιωτάτους κ.κ. Αμβρόσιο και Ανθιμο ότι, ασφαλώς και έχουν, ως «πολίτες», το αναφαίρετο δικαίωμα να αναφέρονται σ’ οποιοδήποτε θέμα και να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους. Θα μου επιτρέψουν, όμως, μ’ όλο το σεβασμό προς το πρόσωπό τους, να διαφωνήσω σχετικώς με το εάν έχουν το «δικαίωμα» να ομιλούν και να πολιτικολογούν ποιμενάρχες όντες, επίσκοποι της του Χριστού Εκκλησίας.
Για τους εκπροσώπους της πολιτείας είναι φυσικό να θεωρούν ακόμη και για έναν αρχιερέα πρώτιστη την ιδιότητα του πολίτη και σύμφωνα με την πολιτειακή – έννομη (=κοσμική) τάξη πράττουν ορθώς, καθώς κατά το Σύνταγμα η πρωτεύουσα ιδιότητα όλων μας είναι αυτή του πολίτου, η οποία κατισχύει πάσης ετέρας. Αυτό, όμως, που ισχύει για την πολιτεία, δεν ισχύει απολύτως για την Εκκλησία. Κατά τη ταπεινή μας γνώμη, η θεολογική θεώρηση των πραγμάτων εν προκειμένω είναι άλλη, διαφορετική, και απέχει παρασάγγας από την ως άνω πολιτειοκρατική προσέγγιση του θέματος.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τους κανόνες (= νόμους) της Εκκλησίας ο κάθε αρχιερέας της Ορθοδόξου Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας θεωρείται πρωτίστως «ποιμένας» και δευτερευόντως «πολίτης». Για την (ποιμαίνουσα) Εκκλησία, τη ζωή και δράση των μελών της - κληρικών τε και λαϊκών - προέχει το Κανονικό της Δίκαιο. Το πολιτειακό δίκαιο έπεται – και, απλώς, για να ρυθμίζει τις νομικές σχέσεις της (διοικούσας) Εκκλησίας με το Κράτος .
Η επιταγή της διάκρισης κράτους – Θεού δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά - κυρίως - χριστιανική. Ο ίδιος ο Χριστός το είπε: «Aπόδοτε ουν τα Kαίσαρος Kαίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. 22,21). Αυτό σημαίνει ότι μπορεί μεν η κοσμική (= άθρησκη) πολιτεία να επιτρέπει σε κάθε πολίτη να ασχολείται με «τα του Καίσαρος» και «με τα του Θεού», είτε φορά ράσο είτε όχι, όμως, η χριστιανική παράδοση δεν το επιτρέπει. Μπορεί η πολιτεία να παραχωρεί το δικαίωμα στους (ανεξαρτήτως θρησκεύματος) πολίτες της να λένε ότι θέλουν (κι’ όπως θέλουν), στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου, όμως, το δικαίωμα αυτό για τη κατηγορία των πολιτών που είναι αρχιερείς, ιερείς και μοναχοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας προσλαμβάνει άλλο περιεχόμενο (εν Χριστώ) ελευθερίας.
Η χριστιανική παράδοση θέλει τους εν τω κόσμω ποιμένες (επισκόπους) να ασκούν ποιμαντική μέριμνα και να επιτελούν κοινωνικό έργο, όχι, όμως, κατά τον τρόπο που ενεργούν οι κοσμικοί άρχοντες, αλλά όπως ταιριάζει σε ποιμένες, κατά την επιταγή της Αγίας Γραφής, η οποία τους θέλει να μην μπλέκονται σε διαμάχες και έριδες. «..Δούλον δε Κυρίου ου δει μάχεσθαι, αλλ’ ήπιον είναι προς πάντας, διδακτικόν, ανεξίκακον» (:o δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί, αλλά να είναι ήπιος απέναντι σε όλους, πρόθυμος να διδάξει, ανεκτικός), λέει ο Απ. Παύλος στην προς Τιμόθεο (Β’, 2, 24) ποιμαντική επιστολή του και προσθέτει, στο ίδιο χωρίο, για το πώς θα πρέπει να συμπεριφέρεται ο κάθε ποιμένας - επίσκοπος: «..εν πραότητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους, μήποτε δω αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας…» (: πρέπει να παιδαγωγεί με πραότητα τους αντιτιθεμένους για να τους δώσει κάποτε ο Θεός μετάνοια να καταλάβουν την αλήθεια). Η χριστιανική παράδοση θέλει τους ποιμένες – επισκόπους ενωτικούς, γιατί «το γαρ της Εκκλησίας ου χωρισμού, αλλά ενώσεως εστί και συμφωνίας όνομα» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Α΄ Κορινθίους, P.G. 61, 63).
Σημαίνουν όλα αυτά ότι η Εκκλησία θα πρέπει να περιορισθεί μόνο στην λεγόμενη πνευματική σφαίρα της ζωής του ανθρώπου και να κρατηθεί μακριά από την υλική – κοσμική; Φυσικά και όχι – πρέπει, όμως, να προσαρμόζει τις όποιες παρεμβάσεις της στο θεολογικό πλαίσιο του μεταμορφωτικού και ανακαινιστικού ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ως κιβωτός σωτηρίας των ανθρώπων. Η αντίληψη που θέλει την Εκκλησία να ασχολείται μόνο με τα θρησκευτικά – πνευματικά ζητήματα, μόνο με το χώρο του ιερού, εκχωρώντας σε άλλους τα λεγόμενα υλικά πράγματα, είναι μανιχαϊκή – και άρα εσφαλμένη από την ορθόδοξη σκοπιά, καθώς σκοπός της Εκκλησίας είναι να μεταμορφώσει και να σώσει τον όλο άνθρωπο (σώμα και ψυχή, πνεύμα και ύλη). Σύμφωνα με την θεολογία μας, ο Χριστός προσέλαβε «ασυγχύτως», «ατρέπτως», «αχωρίστως», «αδιαιρέτως» (όπως, επί λέξει, ορίσθηκε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας), τον όλο άνθρωπο. Συνεπώς και όλη την ανθρώπινη ιστορία - άρα και την πολιτική, κοινωνική και όχι μόνο την πνευματική ή θρησκευτική πλευρά της. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «το γάρ απρόσληπτον, αθεράπευτον. Ο δε ήνωται τω Θεώ, τούτο και σώζεται» (Επιστολή 101, P.G. 37, 181 C)
Υπάρχει, όμως, ριζική διαφορά και διάκριση μεταξύ Εκκλησίας και πολιτικής, και άρα ποιμένων και πολιτικών, καθώς, όπως προείπαμε, άλλο Θεός, άλλο Καίσαρ (βλ. Mατθ. 22, 21). Η Εκκλησία δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να προδώσει την ουσία και την σωτηριολογική αποστολή της μεταβαλλόμενη σε σχήμα και εξουσία του αιώνος τούτου. Για την Εκκλησία η αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των πολιτικών ζητημάτων (πρέπει να) γίνεται, όχι με την συνήθη αντιπαραθετική πολιτική – κομματική πρακτική, αλλά με την αναγωγή τους στη πνευματική τους βάση. Το ζητούμενο για την Εκκλησία είναι η ανακαίνιση και μεταμόρφωση του κόσμου, η κλήση σε μετάνοια και η αναγγελία του ευαγγελίου της Βασιλείας και όχι η με κάθε μέσο και τρόπο παρουσία της στη δημόσια σφαίρα και ειδικότερα στο χώρο της πολιτικής - κοσμικής εξουσίας, γεγονός που κατά τη γνώμη μας συνιστά εκκλησιολογική εκτροπή. Εξ άλλου η Εκκλησία είναι μάνα όλων (ακόμη και των αριστερών) και η κάθε διάκριση των ανθρώπων με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω θα ήταν ξένη προς την θεολογία της, το ευχαριστιακό της ήθος, προς την ίδια την ταυτότητά της: «Εκκλησία δε καλείσθαι φερωνύμως, δια το πάντας εκκαλείσθαι και ομού συνάγειν», μας υπενθυμίζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (Κατηχήσεις, 18, 24. P.G. 33, 1044 B).
Σκοπός των ποιμένων της Εκκλησίας (πρέπει να) είναι να προσεγγίζουν τον κόσμο όχι προσχωρώντας στις διαιρέσεις του, αλλά προσκαλώντας τον σε ενότητα. Αποστολή τους πρέπει να είναι να ενοποιούν και να ανακαινίζουν. Να δίνουν και αγώνες για τη κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά χωρίς να συσχηματίζονται με τους εκπροσώπους της πολιτικής εξουσίας. Να δίνουν μάχες με όπλα το σταυρό και τη προσευχή. Να διαπνέονται από πνεύμα διακονίας και αυτοθυσίας.
Αυτά λέει το Ευαγγέλιο. Αυτά παρέλαβαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, αυτά μας παρέδωσαν. Αυτή είναι η παράδοσή μας. Έτσι πρέπει να φέρονται οι ποιμένες μας, όπως τους καλεί ο Απόστολος Παύλος, όπως τους προτρέπει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Φρονώ ότι οι σεβασμιώτατοι μητροπολίτες Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος και Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος, δύο όντως δυναμικοί Επίσκοποι με πλούσια και διαχρονική προσφορά στην Εκκλησία μας, οφείλουν να εξωτερικεύουν όλο τον δυναμισμό τους ασχολούμενοι με θέματα κοινωνικά, όχι όμως στο πλαίσιο μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που σε τίποτε δεν διαφέρει από την συνήθη πολιτική (= κοσμική) πρακτική, αλλά στο πλαίσιο της πνευματικής προσέγγισης των κάθε φύσεως προβλημάτων, υπό την ιδιότητα του Ιεράρχη και Ποιμανάρχη, την οποία, θεωρώ ως πρωτεύουσα για το πρόσωπό τους, όπως και για το πρόσωπο του κάθε Ιεράρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ας (παρα-) μείνουν τα καθαρώς και αμιγώς πολιτικά (= κομματικά) ζητήματα στους πολιτικούς μας. Και, επιτέλους, αντί να τους απαξιώνουμε συνεχώς και διαρκώς, ας κάνουμε κάτι πιο εκκλησιαστικό, πιο θεολογικό: ας προσευχηθούμε να τους φωτίζει ο Θεός να αγωνίζονται και να προσφέρουν έργα αγάπης για την αγαπημένη μας πατρίδα. Είμαι βέβαιος ότι οι σεβασμιώτατοι Καλαβρύτων κ. Αμβόσιος και Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος θα συμφωνήσουν μαζί μου, ότι για μας τους χριστιανούς ένα από τα δυνατότερα «όπλα» είναι και η προσευχή και μια από τις χειρότερες αμαρτίες μας η κατάκριση.
Θαρρώ ότι οι συγκρούσεις αρχιερέων με πολιτικούς και κόμματα εισάγουν κλίμα διαίρεσης στη κοινωνία, αποτελώντας ενδεικτικές περιπτώσεις εκκλησιολογικής εκτροπής. Και επειδή εισήλθαμε σε προεκλογική τροχιά (για τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 2010), θα πρέπει αυτά τα φαινόμενα να προβληματίσουν εγκαίρως τον κάθε Ιεράρχη χωριστά, την Ιερά Σύνοδο, ως θεσμικό όργανο της Εκκλησίας μας, τον θεολογικό και ευρύτερα πνευματικό κόσμο, όλους μας, πριν φθάσουμε – μη γένοιτο! - στη έσχατη βαθμίδα εκπτώσεως, με την εισαγωγή των πολιτικών (= κομματικών) διαιρέσεων μέσα στην Εκκλησία (Θεός φυλάξοι!..).
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ (xaan@theo.auth.gr ), συνεργάτης της εφημερίδας «Ελευθερία» της Λάρισας, της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων «Αmen.gr» και καθηγητής Β’/θμιας Εκπαίδευσης (Γυμνάσιο και Λύκειο Δομενίκου επαρχίας Ελασσόνας, Ν. Λάρισας).
Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010
Διεθνές οικουμενικό συνέδριο στη Μονή Bose της Ιταλίας


* Από 8 έως 11 Σεπτεμβρίου στο Τορίνο, με θέμα «Κοινωνία και ερημία» κατά τη χριστιανική παράδοση και με τη συμμετοχή ρωμαιοκαθολικών και ορθοδόξων θεολόγων
Oι πνευματικές διαστάσεις από απορρέουν από τις έννοιες της κοινωνίας και της ερημίας («Communion and Solitude») θα τεθούν στο επίκεντρο του φετεινού, 18ου Διεθνούς Οικουμενικού Συμποσίου για την Ορθόδοξη πνευματικότητα, που διοργανώνει σε συνεργασία με Ορθόδοξες Εκκλησίες η Ρωμαιοκαθολική Μονή του Μπόζε (Bose) στη βόρεια Ιταλία (κοντά στο Τορίνο), το τετραήμερο από τις 8 έως τις 11 του ερχομένου Σεπτεμβρίου.
Στο συνέδριο θα μιλήσουν διακεκριμένοι ρωμαιοκαθολικοί και ορθόδοξοι θεολόγοι, αναπτύσσοντας ενδιαφέρουσες εισηγήσεις αναφορικά με τις σχετικές διδασκαλίες της Αγίας Γραφής, ενώ τη διάσκεψη θα απασχολήσει και το θέμα του πνευματικού αγώνα των χριστιανών με σκοπό την ενότητα της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του Συνεδρίου θα παρουσιασθούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες εισηγήσεις:
* «Κοινωνία και ερημία: αγιογραφικά στοιχεία», με εισηγητή τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, κ. Πέτρο Βασιλειάδη
* «Κοινωνία και ερημία στο σύγχρονο κόσμο», Επίσκοπος Διοκλείας και καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, θεοφιλέστατος κ. Κάλλιστος Γουέαρ
Oι πνευματικές διαστάσεις από απορρέουν από τις έννοιες της κοινωνίας και της ερημίας («Communion and Solitude») θα τεθούν στο επίκεντρο του φετεινού, 18ου Διεθνούς Οικουμενικού Συμποσίου για την Ορθόδοξη πνευματικότητα, που διοργανώνει σε συνεργασία με Ορθόδοξες Εκκλησίες η Ρωμαιοκαθολική Μονή του Μπόζε (Bose) στη βόρεια Ιταλία (κοντά στο Τορίνο), το τετραήμερο από τις 8 έως τις 11 του ερχομένου Σεπτεμβρίου.
Στο συνέδριο θα μιλήσουν διακεκριμένοι ρωμαιοκαθολικοί και ορθόδοξοι θεολόγοι, αναπτύσσοντας ενδιαφέρουσες εισηγήσεις αναφορικά με τις σχετικές διδασκαλίες της Αγίας Γραφής, ενώ τη διάσκεψη θα απασχολήσει και το θέμα του πνευματικού αγώνα των χριστιανών με σκοπό την ενότητα της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Σύμφωνα με το πρόγραμμα του Συνεδρίου θα παρουσιασθούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες εισηγήσεις:
* «Κοινωνία και ερημία: αγιογραφικά στοιχεία», με εισηγητή τον καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, κ. Πέτρο Βασιλειάδη
* «Κοινωνία και ερημία στο σύγχρονο κόσμο», Επίσκοπος Διοκλείας και καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, θεοφιλέστατος κ. Κάλλιστος Γουέαρ
* «Εκκλησία και μοναχική εμπειρία», Μητροπολίτης Μπάτσκας (της Σερβικής Εκκλησίας) κ. Ειρηναίος (Μπούλοβιτς)
* «Κοινόβιο και έρημος στη βυζαντινή μοναχική παράδοση», Κρίτων Χρυσοχοϊδης, διευθυντής του Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών
* «Κοινωνία και ερημία στη σύγχρονη ελληνική ορθόδοξη θεολογία», Κωνσταντίνος Αγόρας, καθηγητής Ελεύθερου Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ)
* «Ενας ησυχαστής του Αγίου Ορους στο κέντρο της πόλης: π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (1906 – 1991)», Αθανάσιος Παπαθανασίου, Δρ. Θεολογίας, καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών
* «Βίος εν κοινωνία, βίος εν ερημία», αρχιμ. κ. Δαμασκηνός Γαβαλάς, ηγούμενος της Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Σαντορίνης.
- Εισηγήσεις θα αναπτύξουν και πολλοί άλλοι ανώτεροι κληρικοί και επιστήμονες, ρωμαιοκαθολικοί και ορθόδοξοι. Σημειώνεται ότι με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου στο συνέδριο θα εκπροσωπηθεί και η Εκκλησία της Ελλάδος
Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
H κοινότητα του Bose (Μπόζε, Biella, Βόρεια Ιταλία): Πρόκειται περί μιας, μεικτής και διομολογιακής μοναστικής κοινότητας, ενός τόπου μελέτης, συνάντησης και φιλοξενίας, που είναι ανοιχτός σε όλους και στον οποίο προωθείται ένας δυναμικός διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές χριστιανικές Εκκλησίες με στόχο την αναζήτηση της κοινής πνευματικής κληρονομιάς.
Για το σκοπό αυτό η κοινότητα διοργανώνει κάθε χρόνο Διεθνή Οικουμενικά Συνέδρια για την Ορθόδοξη πνευματικότητα, προσφέροντας έτσι την ευκαιρία τόσο σε Ορθόδοξους μελετητές όσο και σε συναδέλφους τους άλλων χριστιανικών ομολογιών να συναντηθούν για να αναπτύξουν την κοινωνία ανάμεσα στις Εκκλησίες μέσω της αμοιβαίας γνωριμίας και της εμβάθυνσης στους πνευματικούς θησαυρούς που πηγάζουν από την ιδιαίτερη παράδοση του καθένα.
Στα Συνέδρια αυτά συμμετέχουν, όχι μόνο πολυπληθείς αντιπροσωπείες από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά και μοναχοί από Ορθόδοξα Μοναστήρια, όπως της Μονής Πετράκη, της Μονής Προφήτου Ηλιού Πρεβέζης, της Μονής Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου, της Μονής Πάτμου, της Μονής Αγ. Αικατερίνης του Σινά, από Μονές του Αγ. Ορους, κ.α.
Πέρα από τα συνέδρια πολλές είναι οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της κοινότητας, από τις πιο απλές, όπως η φροντίδα του λαχανόκηπου ή η παρασκευή μαρμελάδων, μέχρι τις πιο σύνθετες που απαιτούν μεγαλύτερη φροντίδα και προετοιμασία, όπως η παραγωγή εικόνων, η έρευνα στους τομείς της Βιβλικής Ερμηνευτικής, Πατρολογίας και Λειτουργικής, οι μεταφράσεις από αρχαίες και σύγχρονες γλώσσες.
Η κοινότητα, η οποία ιδρύθηκε το 1965, αποτελείται σήμερα από περίπου ογδόντα μέλη, μοναχούς και μοναχές που προέρχονται από επτά διαφορετικές εθνικότητες και είναι παρούσα, εκτός από το Bose, στα Ιεροσόλυμα και στο Ostuni (Brindisi). Ιδρυτής και ηγούμενος της μοναστικής κοινότητας είναι ο πατήρ Enzo Bianchi, ο οποίος γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1943 στο Castel Boglione in Monferrato (Asti). Αφού σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, το 1965 έφτασε στο Bose, σε μια εγκαταλελειμμένη κοινότητα του Δήμου Magnano (στην οροσειρά Serra της Ivrea) με σκοπό να ιδρύσει μια μοναστική κοινότητα. Το 1968, αφού κατέφθασαν οι πρώτοι μοναχοί και μοναχές, συνέταξε τον κανονισμό του κοινόβιου. Είναι μέχρι και σήμερα ηγούμενος της κοινότητας, η οποία περιλαμβάνει γύρω στα ογδόντα μέλη, μοναχούς και μοναχές, από επτά διαφορετικές εθνικότητες και είναι παρούσα εκτός από το Bose, στα Ιεροσόλυμα και στο Ostuni (Brindisi). Το 2000 το Πανεπιστήμιο του Τορίνο του απένειμε τιμητικά πτυχίο στην Εκκλησιαστική Ιστορία. Περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το Συνέδριο και την Μονή του Bose οι ενδιαφέρομενοι μπορούν να βρούν στην ιστοσελίδα: http://www.monasterodibose.it/ .
Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010
Ενα βιβλίο - θησαυρός για τον Αγ. Δημήτριο Στομίου

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΚΕ Ο ΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΣΤΟΜΙΟΥ 
Eνα βιβλίο πνευματικός θησαυρός!
Του Βαγγ. Ρηγόπουλου*
Πνευματικό θησαυρό και καύχημα χαρακτήρισε τον τόμο «Άγιος Δημήτριος Στομίου. Ιστορία – Τέχνη – Ιστορική γεωγραφία του μοναστηριού και της περιοχής των εκβολών του Πηνειού» ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνάτιος, χθες βράδυ (24/6/2010) στην παρουσίαση του βιβλίου στο ξενοδοχείο «Διβάνη». Ο τόμος εκδόθηκε από τη Ν. Α. Λάρισας σε συνεργασία με τα Γενικά Αρχεία Λάρισας και την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με επιμέλεια των κ. κ. Στ. Γουλούλη και Σταυρούλας Σδρόλια.
Η αίθουσα αποδείχτηκε μικρή για να χωρέσει τόσο κόσμο, μέρος του οποίου ήταν όρθιος, αλλά άκουσε με μεγάλο ενδιαφέρον τα όσα σημαντικά ακούστηκαν για την ιστορία της μονής και της περιοχής. Ο κ. Ιγνάτιος χαιρέτισε πρώτος την παρουσίαση και σημείωσε:
«Κι αυτό το αποδεικνύει το ενδιαφέρον το οποίο περικλείει αυτή η έκδοσή του, αλλά και τα κείμενα τα οποία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια συνέγραψαν οι αρχαιολόγοι της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της περιοχής μας, προς τους οποίους αισθάνομαι πάντοτε υπόχρεος, διότι μας αντιμετωπίζουν με ένα συγκινητικό σεβασμό και ανυπόκριτη αγάπη. Και η προϊσταμένη κυρία Ασπασία Ντίνα και οι συνεργάται της αλλά και βέβαια η ευγνωμοσύνη μου επεκτείνεται και εις όλους τους συγγράψαντας τα κείμενα στο σύνθετο αυτό έργο και εξαντλείται έως και του τελευταίου, ο όποιος παντοιοτρόπως συνέβαλε στην έκδοσή του. Η υπομνημάτισις εξάλλου και η λεπτομερής βιβλιογραφία αναβιβάζουν εις ύψος τα κείμενά τους τα οποία επιβεβαιώνουν το κύρος των…»
Ακολούθως η προϊσταμένη της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Ασπασία Ντίνα τόνισε ότι το μοναστήρι είναι το μεγαλύτερο της ανατολικής Θεσσαλίας και από τα μεγαλύτερα της χώρας και οι πρόσφατες ανασκαφές απέδειξαν ότι πράγματι είναι της Κομνήνειας περιόδου. Επίσης αναφέρθηκε και στη δουλειά του αρχιτέκτονα της υπηρεσίας που ασχολείται με στερεωτικές εργασίες στη μονή.
Χαιρετισμό απηύθυνε στη συνέχεια ο ηγούμενος της μονής π. Πολύκαρπος, που ανέφερε ότι τα μνημεία παίρνουν διαστάσεις αιωνιότητας, όταν είναι «εν Θεώ ηργασμένα».
Στη συνέχεια μίλησε ο νομάρχης Λάρισας κ. Λουκάς Κατσαρός, που επισήμανε:
«Για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας είναι πάγια πολιτική η ανάδειξη της μεγάλης θρησκευτικής παράδοσης του νομού, την οποία επιθυμούμε να καταστήσουμε κτήμα όλων, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων. Το κάναμε με την ανακατασκευή των δρόμων που δίνουν πρόσβαση στις Ιερές Μονές. Στηρίζουμε και συνεργαζόμαστε σε προσπάθειες που κάνουν οι Μητροπόλεις του Νομού σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων για την αναστύλωσή τους. Δίνουμε έμφαση στο θρησκευτικό τουρισμό, ώστε όλος αυτός ο μνημειακός πλούτος να γίνεται πόλος έλξης επισκεπτών που επιζητούν την πνευματική ανάταση που μας χαρίζει το μοναστικό περιβάλλον αλλά και ερευνητών, διανοητών και επιστημόνων από όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό προβήκαμε σε εκδόσεις με τα θρησκευτικά μονοπάτια του νομού μας.
Ο ελληνικός λαός συνδέθηκε με την ορθοδοξία και αντλεί ζωή χιλιετίες τώρα από τα νάματα του χριστιανισμού. Τα μοναστήρια αποτελούν τη ζωντανή απόδειξη της συμπόρευσης ορθοδοξίας και ελληνισμού στο διάβα της ιστορίας. Η ιστορική, αρχαιολογική, και επιστημονική αξία των μοναστηριών είναι τεράστια. Τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα κειμήλια, τα χειρόγραφα, οι βιβλιοθήκες τους, με σπάνια και ανέκδοτα βιβλία, αποτελούν πόλο έλξης. Η πολιτισμική τους συμβολή, η ξεχωριστή αρχιτεκτονική τους, οι μοναδικές αγιογραφίες, τα αριστουργηματικά τέμπλα, οι ιστορικές εικόνες αποτυπώνουν τη μεγάλη συνεισφορά της Εκκλησίας στην τέχνη και συνάμα αποκαλύπτουν τη δυναμική του βυζαντινού πολιτισμού».
Η παρουσίαση του τόμου έγινε από τους τέσσερις βασικούς ομιλητές κ. Σταυρούλα Σδρόλια, αρχαιολόγο της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Ιωάννη Βλαχοστέργιο, αρχιτέκτονα της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Σταύρο Γουλούλη, προϊστάμενο Γενικών Αρχείων Λάρισας, Ιωάννη Βαραλή, λέκτορα Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Στο βιβλίο: Ιστορικό υλικό παρέχεται ή επαναδιαπραγματεύεται από τις μελέτες για την ιστορία της μονής Στομίου (Αικ. Κλαδίσιου, Σταύρος Γουλούλης), το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου (Χαρ. Βάγιας), τους τοπικούς αγίους (Θ. Ξυνογαλάς), τη μοναστική κοινότητα των Κελλίων (Στ. Γουλούλης), και το Τυπικό του όρους των Κελλίων (Μαρία Τατάγια). Επίσης για τον οικισμό του Οικονομείου και της Τραμουντάνας Στομίου (Ν. Κουκάρας), το βυζαντινό Λυκοστόμιο (Βασ. Νεράτζη-Βαρμάζη), τις μεσαιωνικές ονομασίες του Πηνειού (Γ. Ξυνογαλά, Στ. Γουλούλης), το εικονογραφικό θέμα της συνάντησης του Αγίου Αχιλλίου και του Αγίου Δημητρίου στα Τέμπη (Ιω. Παπάγγελος). Αναλύεται ακόμη το θέμα της περιφερειακής οργάνωσης της περιοχής (Δημ. Δρακούλης), η νέα τοποθέτηση των οικισμών της Αρχαιότητας (Β. Ηβΐΐν), οι αρχαίες λατρείες στην περιοχή (Σοφία Κραβαρίτου) και η «κλίμακα» του Αλεξάνδρου στα Τέμπη (81.
Τα καινούργια αρχαιολογικά στοιχεία είναι: εντοπίσθηκε το αρχικό καθολικό του 11ου- 12ου αιώνα (Στ. Σδρόλια, Στ. Μαμαλούκος), ξανακτίσθηκε μάλλον ημιτελώς τον 14ο αι. (Βασ. Μεσσής), και ολοκληρώθηκε τον 16ο αι. (Χαρ. Μπούρας). Οι τοιχογραφίες είναι του 18ου αι. (Στ. Σδρόλια) και τα γλυπτά χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα και εξής (Βασ. Συθιακάκη), ενώ οι ελάχιστες εικόνες που σώθηκαν χρονολογούνται τον 16ο αιώνα κ.ε. (Αγγ. Στρατή). Μεταβυζαντινός είναι και ο κοιμητηριακός ναός της μονής (Π. Ανδρούδης). Άλλα αρχαιολογικά δεδομένα από την περιοχή αφορούν σε μοναστηριακά κατάλοιπα της Ανατολικής Όσσας (Όρους των Κελλίων) (Στ. Σδρόλια, Στ. Μαμαλούκος), το Καστρί Λουτρό στα Μεσάγγαλα (Ευ. Παπαθανασίου), μεταβυζαντινές εκκλησίες της Καρίτσας (Στ. Σδρόλια), το τέμπλο του Αγίου Νικολάου Στομίου (Αθηνά Τσιγκαροπούλου).
Στην παρουσίαση παρέστησαν επίσης η έπαρχος Ελασσόνας κ. Μαρία Μαμάρα, η επικεφαλής της «Συμφωνίας Ευθύνης» στο νομαρχιακό συμβούλιο Λάρισας κ. Λίτσα Λιακούλη, ο αντιδήμαρχος Λάρισας κ. Χρήστος Κέλλας, δήμαρχοι του ν. Λάρισας, εκπρόσωπος της 1ης Στρατιάς, αντιπροσωπεία μοναχών της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου, η εκδότης - διευθυντής της «Ε» κ. Δανάη Δημητρακοπούλου και πλήθος ακροατών. Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος – θεολόγος, κ. Χάρης Ανδρεόπουλος.
* Ρεπορτάζ στην "Ελευθερία" (25/06/2010, σελ. 13)
Eνα βιβλίο πνευματικός θησαυρός!
Του Βαγγ. Ρηγόπουλου*
Πνευματικό θησαυρό και καύχημα χαρακτήρισε τον τόμο «Άγιος Δημήτριος Στομίου. Ιστορία – Τέχνη – Ιστορική γεωγραφία του μοναστηριού και της περιοχής των εκβολών του Πηνειού» ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιγνάτιος, χθες βράδυ (24/6/2010) στην παρουσίαση του βιβλίου στο ξενοδοχείο «Διβάνη». Ο τόμος εκδόθηκε από τη Ν. Α. Λάρισας σε συνεργασία με τα Γενικά Αρχεία Λάρισας και την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με επιμέλεια των κ. κ. Στ. Γουλούλη και Σταυρούλας Σδρόλια.
Η αίθουσα αποδείχτηκε μικρή για να χωρέσει τόσο κόσμο, μέρος του οποίου ήταν όρθιος, αλλά άκουσε με μεγάλο ενδιαφέρον τα όσα σημαντικά ακούστηκαν για την ιστορία της μονής και της περιοχής. Ο κ. Ιγνάτιος χαιρέτισε πρώτος την παρουσίαση και σημείωσε:
«Κι αυτό το αποδεικνύει το ενδιαφέρον το οποίο περικλείει αυτή η έκδοσή του, αλλά και τα κείμενα τα οποία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια συνέγραψαν οι αρχαιολόγοι της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της περιοχής μας, προς τους οποίους αισθάνομαι πάντοτε υπόχρεος, διότι μας αντιμετωπίζουν με ένα συγκινητικό σεβασμό και ανυπόκριτη αγάπη. Και η προϊσταμένη κυρία Ασπασία Ντίνα και οι συνεργάται της αλλά και βέβαια η ευγνωμοσύνη μου επεκτείνεται και εις όλους τους συγγράψαντας τα κείμενα στο σύνθετο αυτό έργο και εξαντλείται έως και του τελευταίου, ο όποιος παντοιοτρόπως συνέβαλε στην έκδοσή του. Η υπομνημάτισις εξάλλου και η λεπτομερής βιβλιογραφία αναβιβάζουν εις ύψος τα κείμενά τους τα οποία επιβεβαιώνουν το κύρος των…»
Ακολούθως η προϊσταμένη της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Ασπασία Ντίνα τόνισε ότι το μοναστήρι είναι το μεγαλύτερο της ανατολικής Θεσσαλίας και από τα μεγαλύτερα της χώρας και οι πρόσφατες ανασκαφές απέδειξαν ότι πράγματι είναι της Κομνήνειας περιόδου. Επίσης αναφέρθηκε και στη δουλειά του αρχιτέκτονα της υπηρεσίας που ασχολείται με στερεωτικές εργασίες στη μονή.
Χαιρετισμό απηύθυνε στη συνέχεια ο ηγούμενος της μονής π. Πολύκαρπος, που ανέφερε ότι τα μνημεία παίρνουν διαστάσεις αιωνιότητας, όταν είναι «εν Θεώ ηργασμένα».
Στη συνέχεια μίλησε ο νομάρχης Λάρισας κ. Λουκάς Κατσαρός, που επισήμανε:
«Για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας είναι πάγια πολιτική η ανάδειξη της μεγάλης θρησκευτικής παράδοσης του νομού, την οποία επιθυμούμε να καταστήσουμε κτήμα όλων, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων. Το κάναμε με την ανακατασκευή των δρόμων που δίνουν πρόσβαση στις Ιερές Μονές. Στηρίζουμε και συνεργαζόμαστε σε προσπάθειες που κάνουν οι Μητροπόλεις του Νομού σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων για την αναστύλωσή τους. Δίνουμε έμφαση στο θρησκευτικό τουρισμό, ώστε όλος αυτός ο μνημειακός πλούτος να γίνεται πόλος έλξης επισκεπτών που επιζητούν την πνευματική ανάταση που μας χαρίζει το μοναστικό περιβάλλον αλλά και ερευνητών, διανοητών και επιστημόνων από όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό προβήκαμε σε εκδόσεις με τα θρησκευτικά μονοπάτια του νομού μας.
Ο ελληνικός λαός συνδέθηκε με την ορθοδοξία και αντλεί ζωή χιλιετίες τώρα από τα νάματα του χριστιανισμού. Τα μοναστήρια αποτελούν τη ζωντανή απόδειξη της συμπόρευσης ορθοδοξίας και ελληνισμού στο διάβα της ιστορίας. Η ιστορική, αρχαιολογική, και επιστημονική αξία των μοναστηριών είναι τεράστια. Τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα κειμήλια, τα χειρόγραφα, οι βιβλιοθήκες τους, με σπάνια και ανέκδοτα βιβλία, αποτελούν πόλο έλξης. Η πολιτισμική τους συμβολή, η ξεχωριστή αρχιτεκτονική τους, οι μοναδικές αγιογραφίες, τα αριστουργηματικά τέμπλα, οι ιστορικές εικόνες αποτυπώνουν τη μεγάλη συνεισφορά της Εκκλησίας στην τέχνη και συνάμα αποκαλύπτουν τη δυναμική του βυζαντινού πολιτισμού».
Η παρουσίαση του τόμου έγινε από τους τέσσερις βασικούς ομιλητές κ. Σταυρούλα Σδρόλια, αρχαιολόγο της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Ιωάννη Βλαχοστέργιο, αρχιτέκτονα της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Σταύρο Γουλούλη, προϊστάμενο Γενικών Αρχείων Λάρισας, Ιωάννη Βαραλή, λέκτορα Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Στο βιβλίο: Ιστορικό υλικό παρέχεται ή επαναδιαπραγματεύεται από τις μελέτες για την ιστορία της μονής Στομίου (Αικ. Κλαδίσιου, Σταύρος Γουλούλης), το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου (Χαρ. Βάγιας), τους τοπικούς αγίους (Θ. Ξυνογαλάς), τη μοναστική κοινότητα των Κελλίων (Στ. Γουλούλης), και το Τυπικό του όρους των Κελλίων (Μαρία Τατάγια). Επίσης για τον οικισμό του Οικονομείου και της Τραμουντάνας Στομίου (Ν. Κουκάρας), το βυζαντινό Λυκοστόμιο (Βασ. Νεράτζη-Βαρμάζη), τις μεσαιωνικές ονομασίες του Πηνειού (Γ. Ξυνογαλά, Στ. Γουλούλης), το εικονογραφικό θέμα της συνάντησης του Αγίου Αχιλλίου και του Αγίου Δημητρίου στα Τέμπη (Ιω. Παπάγγελος). Αναλύεται ακόμη το θέμα της περιφερειακής οργάνωσης της περιοχής (Δημ. Δρακούλης), η νέα τοποθέτηση των οικισμών της Αρχαιότητας (Β. Ηβΐΐν), οι αρχαίες λατρείες στην περιοχή (Σοφία Κραβαρίτου) και η «κλίμακα» του Αλεξάνδρου στα Τέμπη (81.
Τα καινούργια αρχαιολογικά στοιχεία είναι: εντοπίσθηκε το αρχικό καθολικό του 11ου- 12ου αιώνα (Στ. Σδρόλια, Στ. Μαμαλούκος), ξανακτίσθηκε μάλλον ημιτελώς τον 14ο αι. (Βασ. Μεσσής), και ολοκληρώθηκε τον 16ο αι. (Χαρ. Μπούρας). Οι τοιχογραφίες είναι του 18ου αι. (Στ. Σδρόλια) και τα γλυπτά χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα και εξής (Βασ. Συθιακάκη), ενώ οι ελάχιστες εικόνες που σώθηκαν χρονολογούνται τον 16ο αιώνα κ.ε. (Αγγ. Στρατή). Μεταβυζαντινός είναι και ο κοιμητηριακός ναός της μονής (Π. Ανδρούδης). Άλλα αρχαιολογικά δεδομένα από την περιοχή αφορούν σε μοναστηριακά κατάλοιπα της Ανατολικής Όσσας (Όρους των Κελλίων) (Στ. Σδρόλια, Στ. Μαμαλούκος), το Καστρί Λουτρό στα Μεσάγγαλα (Ευ. Παπαθανασίου), μεταβυζαντινές εκκλησίες της Καρίτσας (Στ. Σδρόλια), το τέμπλο του Αγίου Νικολάου Στομίου (Αθηνά Τσιγκαροπούλου).
Στην παρουσίαση παρέστησαν επίσης η έπαρχος Ελασσόνας κ. Μαρία Μαμάρα, η επικεφαλής της «Συμφωνίας Ευθύνης» στο νομαρχιακό συμβούλιο Λάρισας κ. Λίτσα Λιακούλη, ο αντιδήμαρχος Λάρισας κ. Χρήστος Κέλλας, δήμαρχοι του ν. Λάρισας, εκπρόσωπος της 1ης Στρατιάς, αντιπροσωπεία μοναχών της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου, η εκδότης - διευθυντής της «Ε» κ. Δανάη Δημητρακοπούλου και πλήθος ακροατών. Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος – θεολόγος, κ. Χάρης Ανδρεόπουλος.
* Ρεπορτάζ στην "Ελευθερία" (25/06/2010, σελ. 13)
Σάββατο 3 Απριλίου 2010
"Ανάστασις! Ανάστασις!.."

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
Ξημέρωσε Πασχαλιά! Άλλη μέρα βρε παιδί μου! Αμ’ αυτή η Μεγάλη Παρασκευή, το βράδυ, με την πένθιμη μουσική της στρατιωτικής μπάντας να συνοδεύει τον Επιτάφιο, σου πιάνεται η καρδιά… Η λέξη «πένθιμη» που μήνες ψάχνει υπόσταση βρίσκει κάθε χρονιά την δικαίωση της στην Μεγάλη Παρασκευή. Κι’ αυτό το πένθιμο τροπάρι: «Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν...», …κόμπος στο λαιμό. Ομορφη και γλυκιά, προχθές, Μεγαλοπαρασκευή το βράδυ, η νύχτα στη Λάρισα, αλλά οι ψυχές συννεφιασμένες. «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;». Χαρμολύπη.
Χθες, Μεγαλοσάββατο, βράδυ, πάντως, ξαναβρήκαμε τη χαρά μας, το χαμόγελό μας, ήρθε η Ανάσταση! Τι χαρμόσυνος παιάνας! «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατω πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος…». Και δώστου τσούγκρισμα κόκκινων αυγών (που τά’ χαμε φυλαγμένα στη τσέπη) και δώστου αγκαλιές, και δώστου φιλιά – το έθιμον βλέπεις κι’ η παράδοση: «Χριστός Ανέστη!», «Αληθώς Ανέστη!». Ολο το εκκλησίασμα μια οικογένεια, μια μεγάλη οικογένεια, ένα «σώμα», το «σώμα του Χριστού» » που λέει κι΄ ο Απόστολος Παύλος, αυτό το «σώμα» που συγκροτεί στη γλώσσα της χριστιανικής θεολογίας την Εκκλησία μας (A’ Koρ. 12, 27). Πανηγύρι πραγματικό, με χιλιάδες χαμόγελα, μέσα κι’ έξω απ’ το ναό, αναστάσιμα χαμόγελα, χαμόγελα λουσμένα στο αναστάσιμο φως από τις χιλιάδες λαμπάδες που λαμπυρίζουν φως πασχαλινό, σε μια έκταση χαράς και αγάπης. «Λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει, και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς. Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει…», κατά πως μας προστάζει κι’ η υμνωδία.
Απαράμιλλο θεωρούσε το πανηγύρι αυτό της Ανάστασης κι’ ο Κωστής Παλαμάς, περιγράφοντας, στα μέσα του περασμένου αιώνα, πασχαλινή του ανάμνηση. Γράφει ο μέγας ποιητής και πεζογράφος: «Ποτέ δεν είχα παρασταθεί σε τέτοιο πανηγύρι, σαν την λειτουργία της Λαμπρής. Τίποτα από τα συνηθισμένα τυπικά. Ο κόσμος πυκνότατος, αστράφτοντας μέσα στα γιορτερά του, η ώρα, με τα πρώτα της αυγής θαμποχαράματα, το φέγγος από τις λαμπάδες, το φως, το ανέσπερο, που η λάμψη του δεν μοιάζει με κανέν’ από τα φώτα των άλλων ημερών και γιορτών, καθώς τα κόκκινα αυγά, που ξεχωρίζει ως και η ουσία τους από τα άλλα τα πεζά της καθημερινής ζωής τ’ αυγά, οι δέησες, οι ψαλμοί, από τα τροπάρια των παπάδων ίσα με τα παγκάρια των επιτρόπων, όλα λαμπριάτικα εκεί μέσα λαμπριάτικα φορούσανε και της ψυχής μου, καθώς ήτανε και το κορμί μου λαμπροφορεμένο.
Όμως ο,τι ξεχωριστά με χαροποιούσεν ήταν η μεγαλόστομη πανηγυρική από το στόμα του λειτουργού, μέσ’ από την Ωραία Πύλη του ιερού ευχή· λυρικό συγχωροχάρτι, επί δικαίους και αμαρτωλούς, για την χάρη και την χαρά της Ανάστασης: «Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν». Καλοί, κακοί, ευλογημένοι. «Βάλτε να φάτε, φέρτε να πιούμε. Μακαρισμένοι και κολασμένοι, αδέρφια όλοι εμπάτ’ ελεύθεροι στην χαρά του Κυρίου, και μ’ εκείνην ευφρανθείτε». Έτσι τα εξηγούσα τα λόγια του παπά, τα εξαγγελμένα από τα ύψη της Ωραίας Πύλης. Χριστός ανέστη. Φιληθείτε. Μέσα στα βάθη της καρδιάς μου η δίψα ενός φιλιού, μαζί και αχώριστα μυστηριακού και σαρκικού, κρατιόνταν, αχόρταστη, άσβεστη...».
Σε κάτι τέτοιες στιγμές μέσα στη πανηγυρική ατμόσφαιρα της γιορτής του Πάσχα, πάντα μου έρχεται στο νού κι’ ο επίκαιρος λόγος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ως ιδιαίτερος τρόπος ευχαριστίας, μια άλλη έκφραση δοξολογίας και ύμνου προς τον «αίτιον» της πανηγύρεως। Μου αρέσει το ύφος του κυρ - Αλέξανδρου γιατί ολόκληρο το έργο του χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ελπίδα και παρηγοριά, η οποία εμφανίζεται ως μήνυμα αναστάσιμο στα πασχαλινά του διηγήματα. Στα περισσότερα από αυτά η νύχτα της Αναστάσεως αντανακλά ένα ιλαρό ασυνήθιστο φως και μια άφατη χαρά. Η εκκλησιαστική εμπειρία εκφράζεται, εσχατολογικά, ως πρόγευση της αιώνιας ευφροσύνης και ως ανταύγεια του άχρονου φωτός, που εκ τάφου σωματικώς επέλαμψε, όπως, π॥χ στο διήγημα «Ο Λαμπριάτικος ψάλτης»: «…Αι δύο γυναίκες ήρχισαν να αναζωπυρώσι τα φυτίλια, να ρίπτωσιν έλαιον εις τας κανδήλας και να κάμνωσιν εγκαρδίους σταυρούς. Ησθάνοντο ανέκφραστον χαράν και γλύκαν εις τα σωθικά των. Ήτον Ανάστασις. Ανάστασις! Το πρόσωπον του Δεσπότου Χριστού έλαμπε με άγιον φως, δεξιά της Ιεράς Πύλης. Η μορφή της Δεσποίνης Θεοτόκου ήστραπτεν εξ αφάτου χαράς αριστερόθεν, κρατούσης το θείον βρέφος της. Η όψις του τιμίου Προδρόμου, με έναν βόστρυχον της κόμης φρίττοντα προς τα άνω, εσελαγίζετο εκ μυστικής ευφροσύνης παραπλεύρως εκείνου ού την φρικτήν κεφαλήν ηξιώθη να χειροθετήση. Και ο ηγαπημένος μαθητής ήτο ακόμη εκεί και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει…».
Ξημέρωσε Πασχαλιά! Άλλη μέρα βρε παιδί μου! Αμ’ αυτή η Μεγάλη Παρασκευή, το βράδυ, με την πένθιμη μουσική της στρατιωτικής μπάντας να συνοδεύει τον Επιτάφιο, σου πιάνεται η καρδιά… Η λέξη «πένθιμη» που μήνες ψάχνει υπόσταση βρίσκει κάθε χρονιά την δικαίωση της στην Μεγάλη Παρασκευή. Κι’ αυτό το πένθιμο τροπάρι: «Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σήν...», …κόμπος στο λαιμό. Ομορφη και γλυκιά, προχθές, Μεγαλοπαρασκευή το βράδυ, η νύχτα στη Λάρισα, αλλά οι ψυχές συννεφιασμένες. «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;». Χαρμολύπη.
Χθες, Μεγαλοσάββατο, βράδυ, πάντως, ξαναβρήκαμε τη χαρά μας, το χαμόγελό μας, ήρθε η Ανάσταση! Τι χαρμόσυνος παιάνας! «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατω πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος…». Και δώστου τσούγκρισμα κόκκινων αυγών (που τά’ χαμε φυλαγμένα στη τσέπη) και δώστου αγκαλιές, και δώστου φιλιά – το έθιμον βλέπεις κι’ η παράδοση: «Χριστός Ανέστη!», «Αληθώς Ανέστη!». Ολο το εκκλησίασμα μια οικογένεια, μια μεγάλη οικογένεια, ένα «σώμα», το «σώμα του Χριστού» » που λέει κι΄ ο Απόστολος Παύλος, αυτό το «σώμα» που συγκροτεί στη γλώσσα της χριστιανικής θεολογίας την Εκκλησία μας (A’ Koρ. 12, 27). Πανηγύρι πραγματικό, με χιλιάδες χαμόγελα, μέσα κι’ έξω απ’ το ναό, αναστάσιμα χαμόγελα, χαμόγελα λουσμένα στο αναστάσιμο φως από τις χιλιάδες λαμπάδες που λαμπυρίζουν φως πασχαλινό, σε μια έκταση χαράς και αγάπης. «Λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει, και αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς. Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει…», κατά πως μας προστάζει κι’ η υμνωδία.
Απαράμιλλο θεωρούσε το πανηγύρι αυτό της Ανάστασης κι’ ο Κωστής Παλαμάς, περιγράφοντας, στα μέσα του περασμένου αιώνα, πασχαλινή του ανάμνηση. Γράφει ο μέγας ποιητής και πεζογράφος: «Ποτέ δεν είχα παρασταθεί σε τέτοιο πανηγύρι, σαν την λειτουργία της Λαμπρής. Τίποτα από τα συνηθισμένα τυπικά. Ο κόσμος πυκνότατος, αστράφτοντας μέσα στα γιορτερά του, η ώρα, με τα πρώτα της αυγής θαμποχαράματα, το φέγγος από τις λαμπάδες, το φως, το ανέσπερο, που η λάμψη του δεν μοιάζει με κανέν’ από τα φώτα των άλλων ημερών και γιορτών, καθώς τα κόκκινα αυγά, που ξεχωρίζει ως και η ουσία τους από τα άλλα τα πεζά της καθημερινής ζωής τ’ αυγά, οι δέησες, οι ψαλμοί, από τα τροπάρια των παπάδων ίσα με τα παγκάρια των επιτρόπων, όλα λαμπριάτικα εκεί μέσα λαμπριάτικα φορούσανε και της ψυχής μου, καθώς ήτανε και το κορμί μου λαμπροφορεμένο.
Όμως ο,τι ξεχωριστά με χαροποιούσεν ήταν η μεγαλόστομη πανηγυρική από το στόμα του λειτουργού, μέσ’ από την Ωραία Πύλη του ιερού ευχή· λυρικό συγχωροχάρτι, επί δικαίους και αμαρτωλούς, για την χάρη και την χαρά της Ανάστασης: «Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν». Καλοί, κακοί, ευλογημένοι. «Βάλτε να φάτε, φέρτε να πιούμε. Μακαρισμένοι και κολασμένοι, αδέρφια όλοι εμπάτ’ ελεύθεροι στην χαρά του Κυρίου, και μ’ εκείνην ευφρανθείτε». Έτσι τα εξηγούσα τα λόγια του παπά, τα εξαγγελμένα από τα ύψη της Ωραίας Πύλης. Χριστός ανέστη. Φιληθείτε. Μέσα στα βάθη της καρδιάς μου η δίψα ενός φιλιού, μαζί και αχώριστα μυστηριακού και σαρκικού, κρατιόνταν, αχόρταστη, άσβεστη...».
Σε κάτι τέτοιες στιγμές μέσα στη πανηγυρική ατμόσφαιρα της γιορτής του Πάσχα, πάντα μου έρχεται στο νού κι’ ο επίκαιρος λόγος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ως ιδιαίτερος τρόπος ευχαριστίας, μια άλλη έκφραση δοξολογίας και ύμνου προς τον «αίτιον» της πανηγύρεως। Μου αρέσει το ύφος του κυρ - Αλέξανδρου γιατί ολόκληρο το έργο του χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ελπίδα και παρηγοριά, η οποία εμφανίζεται ως μήνυμα αναστάσιμο στα πασχαλινά του διηγήματα. Στα περισσότερα από αυτά η νύχτα της Αναστάσεως αντανακλά ένα ιλαρό ασυνήθιστο φως και μια άφατη χαρά. Η εκκλησιαστική εμπειρία εκφράζεται, εσχατολογικά, ως πρόγευση της αιώνιας ευφροσύνης και ως ανταύγεια του άχρονου φωτός, που εκ τάφου σωματικώς επέλαμψε, όπως, π॥χ στο διήγημα «Ο Λαμπριάτικος ψάλτης»: «…Αι δύο γυναίκες ήρχισαν να αναζωπυρώσι τα φυτίλια, να ρίπτωσιν έλαιον εις τας κανδήλας και να κάμνωσιν εγκαρδίους σταυρούς. Ησθάνοντο ανέκφραστον χαράν και γλύκαν εις τα σωθικά των. Ήτον Ανάστασις. Ανάστασις! Το πρόσωπον του Δεσπότου Χριστού έλαμπε με άγιον φως, δεξιά της Ιεράς Πύλης. Η μορφή της Δεσποίνης Θεοτόκου ήστραπτεν εξ αφάτου χαράς αριστερόθεν, κρατούσης το θείον βρέφος της. Η όψις του τιμίου Προδρόμου, με έναν βόστρυχον της κόμης φρίττοντα προς τα άνω, εσελαγίζετο εκ μυστικής ευφροσύνης παραπλεύρως εκείνου ού την φρικτήν κεφαλήν ηξιώθη να χειροθετήση. Και ο ηγαπημένος μαθητής ήτο ακόμη εκεί και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει…».
Μέρα «λαμπρή», λοιπόν, η σημερινή, μέρα αγάπης, όπως μας την περιέγραψαν ο Παλαμάς κι’ ο Παπαδιαμάντης, αλλά και μέρα ελπίδας, όπως μας τονίζει και ένας από τους μεγαλυτέρους χριστιανούς θεολόγους και στοχαστές του 5ου αιώνα, ο Αγ. Αυγουστίνος, επίσκοπος Ιππώνος, λέγοντάς μας: «Resurrectio Domini, spes nοstra», δηλαδή «Η Ανάσταση του Κυρίου είναι η ελπίδα μας». Για να το καταλάβουμε, να το νιώσουμε αρκεί να αφήσουμε να μπεί λίγο φως Χριστού στη καρδιά μας. Χριστός Ανέστη! Χρόνια Πολλά!
* O Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος - θεολόγος (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης του «Amen.gr» και καθηγητής Β/θμιας εκπ/σης (Γυμνάσιο Αρμενίου Ν. Λάρισας). To άρθρο δημοσιεύεται στην κυριακάτικη «Ελευθερία» της Λάρισας (Κυριακή του Πάσχα, 4/4/2010, σελ. 15, http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=17843&pid=19&CategoryID=19) και στο "Amen.gr": http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2070
* O Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος - θεολόγος (xaan@theo.auth.gr), συνεργάτης του «Amen.gr» και καθηγητής Β/θμιας εκπ/σης (Γυμνάσιο Αρμενίου Ν. Λάρισας). To άρθρο δημοσιεύεται στην κυριακάτικη «Ελευθερία» της Λάρισας (Κυριακή του Πάσχα, 4/4/2010, σελ. 15, http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=17843&pid=19&CategoryID=19) και στο "Amen.gr": http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=2070
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)