Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Η αγωνία του θεολόγου...

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΛΑΔΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΜΑΖΙΚΩΝ ΑΠΑΛΛΑΓΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΑΠ’ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ, Μ’ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΠΙΜΑΧΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΤΟΥ ΥΠΕΠΘ…


Η αγωνία του θεολόγου...*



* Η παιδαγωγική αντιμετώπιση του προβλήματος, μέσω της θέσπισης εναλλακτικών μαθημάτων για τους μαθητές που θα ζητήσουν απαλλαγή * Οι προτάσεις ειδικών επιστημόνων για την φυσιογνωμία και το περιεχόμενο του θρησκευτικού μαθήματος



Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr



Μ’ αφορμή την εγκύκλιο του υπ. Παιδείας περί της απαλλαγής απ’ το θρησκευτικό μάθημα με μια απλή δήλωση (χωρίς να απαιτείται καμμιά εξήγηση, κλπ), τις τελευταίες ημέρες έχει ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος για τα θέματα της διδασκαλίας των Θρησκευτικών και του χαρακτήρα, της φυσιογνωμίας του μαθήματος στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συμβολή σ’ αυτόν τον διάλογο – και σε συνέχεια του από 3ης/8/2008 άρθρου μας στην «Ελευθερία» (
http://www.eleftheria.gr/viewarticle.asp?aid=1058&pid=19&CategoryID=19) - επιθυμούν ν’ αποτελέσουν και οι παρακάτω σκέψεις και απόψεις, οι οποίες, φυσικά, δεν διεκδικούν το ...αλάθητο, αλλά, αντιθέτως, επιδιώκουν τον αντίλογο και την – κατά τον αείμνηστο δάσκαλο όσων αποφοιτήσαμε απ’ το Θεολογικό τμήμα του ΑΠΘ, Νίκο Ματσούκα - «δημιουργική αντιπαράθεση», σύμφωνα με την ορθή, εννοιολογικά, σημασία της λέξεως, δηλαδή, «όχι με την έννοια της σύγκρουσης, αλλά της σύγκρισης απόψεων», όπως εξηγούσε και ερμήνευε αυθεντικά την «αντιπαράθεση» ο αείμνηστος δάσκαλος.

- Κατά την άποψή μας το μάθημα έχει εν μέρει τη βιωματική του διάσταση, καθώς έχει ως επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση της χώρας - η οποία υποστασιάζεται στην ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία – αλλά, κατά βάση και κυρίαρχα έχει γνωσιολογικό χαρακτήρα, με ευρύτερη παιδευτική αξία, αφού και για τις λοιπές χριστιανικές ομολογίες και τ’ άλλα θρησκεύματα ενημερώνει (σε Γυμνάσιο – Λύκειο, αλλά από πέρυσι και στην ΣΤ’ Δημοτικού!) και αποβλέπει γενικότερα στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο και ειδικότερα στη κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επιμέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και για τις επιδράσεις του θρησκευτικού πιστεύω στα μνημεία του πολιτισμού.

Ναι, λοιπόν, έχει μια ομολογιακή «κλίση» το μάθημα (αντίστοιχη με την ελληνοκεντρική «κλίση» του μαθήματος της Ιστορίας), αλλά, δεν είναι μονοδιάστατο ομολογιακό, και, φυσικά, σε καμμιά περίπτωση «μονολιθικό», «μονοφωνικό», ή «κατηχητικό», όπως ορισμένοι το θεωρούν. Και τα νέα βιβλία Θρησκευτικών του Γυμνασίου αξιολογήθηκαν θετικά από τη συντριπτική πλειοψηφία του επιστημονικού κόσμου. Ενδεικτικώς αναφέρουμε τη θετική κρίση που έχει εκφράσει με σχετική ανακοίνωσή του το τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ (
http://web.auth.gr/theo/Letter%20_21_12_06.pdf.), το οποίο κάθε άλλο παρά για ομολογιακή «κλίση» μπορεί κατηγορηθεί, ή «συντηρητικό» να χαρακτηρισθεί. «Τα νέα βιβλία Θρησκευτικών, στη μορφή και το περιεχόμενό τους, είναι τα επιτυχέστερα όλων όσων μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει…», τονίζει το τμήμα Θεολογίας στο (από 21ης/12/2006 και υπογραφόμενο από τον τότε πρόεδρο, καθηγητή κ. Μιλτ. Κωνσταντίνου), υπόμνημά του προς την τότε υπουργό Παιδείας κ. Μαρ. Γιαννάκου.


ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αξίζει πάντως ν’ αναφερθεί ότι για το θέμα του χαρακτήρα του θρησκευτικού μαθήματος εδώ και χρόνια διεξάγεται ένας επιστημονικός διάλογος στο πλαίσιο του οποίου έχουν κατατεθεί πολλές και ενδιαφέρουσες απόψεις. Όπως, παραδείγματος χάριν, η (κατατεθείσα το 1981, σε συνέδριο της Ενωσης Θεολόγων) πρόταση του αείμνηστου καθηγητή Νικ. Ματσούκα να αποκτήσει το μάθημα «πολιτιστικό» χαρακτήρα έχοντας σαφέστατο γνωστικό και όχι βιωματικό ή κατηχητικό χαρακτήρα και ως περιεχόμενο τα μνημεία του πολιτισμού της ελληνορθόδοξης παράδοσης και της συνολικής Ορθοδοξίας. Πρόκειται για μια πρόταση την οποία τα τελευταία χρόνια εξειδίκευσε περαιτέρω και θεωρητικοποίησε ο πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και επιστημονικός υπεύθυνος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος Παν. Καλαϊτζίδης. Τη διδασκαλία του μαθήματος μέσα από ένα πνεύμα που θα το διαπερνά μια «θεολογία της πολυπολιτισμικότητας», η οποία δεν θα έχει τίποτε κοινό με το πνεύμα του συγκρητισμού, προτείνει ο σύμβουλος Θεολόγων στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Σταύρος Γιαγκάζογλου, τονίζοντας ότι στοιχεία μιας τέτοιας θεολογίας, όπως ο αλληλοσεβασμός, η αποδοχή και ειρηνική συνύπαρξη με τη θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα στη Βίβλο και τα πατερικά κείμενα.

Υπάρχουν επίσης οι προτάσεις του καθηγητή του τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Ιωαν. Πέτρου, βάσει της οποίας το θρησκευτικό μάθημα θα πρέπει να έχει καθαρά «γνωσιολογικό» περιεχόμενο με βάση το κριτήριο του πολιτισμού, του διευθυντή του περιοδικού «Νέα Εστία», Στ. Ζουμπουλάκη, ο οποίος αμφισβητώντας καίρια τον ομολογιακό χαρακτήρα, προτείνει το «βιβλικό» μάθημα ως περιεχόμενο των Θρησκευτικών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αρχής του ουδετερόθρησκου (όπως το εισηγείται ο γάλλος διανοητής Ρεζίς Ντεμπρέ) σχολείου. Ακόμη έχει διατυπωθεί η κριτική πρόταση του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Γεωγ. Σωτηρέλη, ο οποίος τάσσεται υπέρ του «θρησκειολογικού» χαρακτήρα του μαθήματος για να συνεχίσει νά’ ναι υποχρεωτικό, ειδ’ άλλως, λέει, να γίνει προαιρετικό και να αντικατασταθεί με ένα εναλλακτικό - επιλεγόμενο μάθημα που θα έχει ως περιεχόμενο βασικές γνώσεις θρησκειολογίας και ηθικής (όπως ισχύει σε χώρες της Ε.Ε., και το αναλύουμε παρακάτω).


ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΛΥΣΗ!


Πολλές και ενδιαφέρουσες, λοιπόν, οι απόψεις για το δέον γενέσθαι με το μάθημα των Θρησκευτικών. Θα πρέπει το υπουργείο Παιδείας, ως συντονιστικό κέντρο και φορέας που έχει και την ευθύνη για τη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, ν’ αναλάβει τη θεσμική πρωτοβουλία για τη συγκρότηση μιας ad hoc Επιστημονικής Επιτροπής, στην οποία θα συμμετάσχουν εκπρόσωποι των πανεπιστημιακών μας σχολών (από τα τμήματα Θεολογίας, Νομικής, Παιδαγωγικό, κ.α.), επιστημονικών φορέων (Ενωση Θεολόγων, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ), ειδικοί επιστήμονες από τους κλάδους της Διδακτικής των Θρησκευτικών, του Συνταγματικού Δικαίου, και όποιοι άλλοι κρίνονται απαραίτητοι για τη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης και κοινά αποδεκτής εκπαιδευτικής πρότασης για τη φυσιογνωμία και το περιεχόμενο του μαθήματος, μιας πρότασης που θα βγάλει το μάθημα από τη πορεία του …«Γολγοθά» στην οποία πορεύεται τα τελευταία χρόνια. Φυσικά, στην εν λόγω Επιτροπή θα μπορούσαν – και πρέπει, κατά τη γνώμη μας - να συμμετάσχουν εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά (γιατί όχι;) και εκπρόσωποι των άλλων χριστιανικών ομολογιών (δηλ. του Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού) και θρησκειών (του Ιουδαϊσμού και Μουσουλμανισμού).

Βεβαίως, μέχρι να συμβεί αυτό, θα πρέπει να υπάρξει πρόνοια για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που είναι πιθανό να δημιουργήσει σε πρακτικό επίπεδο η εγκύκλιος για την απαλλαγή από το μάθημα. Αυτή τη στιγμή, εν όψει της νέας σχολικής χρονιάς, ο κλάδος των 4.000 υπηρετούντων Θεολόγων ευρίσκεται σε αναστάτωση και αγωνία καθώς η δυνατότητα της απαλλαγής απειλεί να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα στην (ήδη προβληματική!) συμπλήρωση ωραρίου για τον κλάδο (ΠΕ 01).

ΡΥΘΜΙΣΗ

Το υπουργείο οφείλει να λάβει υπ’ όψιν του τη σχολική πραγματικότητα και την ψυχολογία «αποφόρτισης» που αναπτύσσεται σε παρόμοιες περιπτώσεις σε μαθητές και γονείς, τη στιγμή μάλιστα που σε ένα εξετασιοκεντρικό σύστημα, όπως το δικό μας, στις λυκειακές ειδικά τάξεις το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα, με αποτέλεσμα τα λοιπά μαθήματα να μπαίνουν τρόπον τινά στο περιθώριο. Ετσι είναι πιθανό πολλοί μαθητές, ειδικά στο Λύκειο, αφ’ ης στιγμής το θρησκευτικό μάθημα γίνεται επι της ουσίας προαιρετικό, να θελήσουν να έχουν δύο ώρες λιγότερες μάθημα την εβδομάδα.

Το υπ. Παιδείας έχει άραγε φροντίσει να αντιμετωπίσει μια πιθανή τέτοια εξέλιξη με παιδαγωγικούς όρους; Εχει, δηλαδή, μεριμνήσει για τις περιπτώσεις των ενδεχομένων μαζικών απαλλαγών να υπάρχει η ανάλογη αντικατάσταση του 2ώρου με ένα άλλο ανθρωπιστικής φύσης μάθημα, όπως π.χ. συμβαίνει σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης;

Σε χώρες όπως στη Γερμανία, Φινλανδία, Βέλγιο, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο, κ.α., έχει θεσπιθεί στη θέση του θρησκευτικού μαθήματος ένα εναλλακτικό μάθημα, όπως π.χ. Ηθική, Φιλοσοφία, κλπ., το οποίο είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν οι μαθητές που ζητούν απαλλαγή από τα Θρησκευτικά. Παρόμοια ρύθμιση, για λόγους εναρμόνισης με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, οφείλει, κατά τη γνώμη μας, να προωθήσει και το δικό μας υπ. Παιδείας, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα αιτήσεων απαλλαγής χάριν ευκολίας, από μαθητές, δηλαδή, που ενώ ουδένα «πρόβλημα συνείδησης» έχουν, απλώς θα θελήσουν μείωση των ωρών φοίτησής τους στο σχολείο για να «αποφορτισθούν» από μέρος των υποχρεώσεών τους. Ανάλογη ρύθμιση θα πρέπει, φυσικά, να υπάρξει και στα Δημοτικά σχολεία και για το θέμα της απασχόλησης των μαθητών, για τους οποίους οι γονείς θα ζητήσουν απαλλαγή, αλλά και για τη αντιμετώπιση του διδακτικού ωραρίου των δασκάλων.

Τέλος, οι ίδιοι οι θεολόγοι θα πρέπει να αντιληφθούν (-με) ότι για να συνεχίσει να έχει μέλλον ο κλάδος στην εκπαίδευση, θα πρέπει μαζί με τη μαρτυρία αγάπης τους για το μάθημα να εκδηλώσουν και τη διαμαρτυρία τους για τις αρνητικές εξελίξεις, οι οποίες ούτε πρωτοφανείς είναι, ούτε για τελευταίες μοιάζουν…

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΠΑΛ

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι τα τελευταία δύο χρόνια, από τη μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε στη Β/θμια τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση με τον ν. 3475/2006, στα προγράμματα διδασκαλίας των νεοϊδρυθέντων Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ), υπήρξαν μαθήματα γενικής παιδείας που βγήκαν κερδισμένα και μαθήματα που βγήκαν χαμένα. Ανάμεσα στα τελευταία συγκαταλέγεται (είχε κανείς αμφιβολία;..) και το θρησκευτικό μάθημα - και ιδού γιατί:

- Σην Α’ τάξη των ΕΠΑΛ. ενώ οι ώρες για τα μαθήματα της Ιστορίας (2 ώρες / βδομάδα), της Φυσικής (3), της Αλγεβρας (3) παραμένουν οι ίδιες με το Γενικό Λύκειο (ΓΕΛ) και στη Νεοελληνική Γλώσσα αυξάνονται (4 στο ΓΕΛ, 5 στο ΕΠΑΛ!), στα Θρησκευτικά μειώνονται (2 στο ΓΕΛ, 1 στο ΕΠΑΛ)…

- Στη Β’ τάξη των ΕΠΑΛ, τα Μαθηματικά έχουν περισσότερες ώρες (5) στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα απ’ ότι στα ΓΕΛ (4), όπως και η Φυσική (3 στο ΕΠΑΛ, 2 στα ΓΕΛ ), η Νεοελληνική Γλώσσα έχει τις ίδιες ώρες (2 στο ΓΕΛ, 2 στο ΕΠΑΛ), ενώ μειωμένες στο ΕΠΑΛ είναι οι ώρες διδασκαλίες στην Ιστορία (2 στο ΓΕΛ, 1 στο ΕΠΑΛ) και στα Θρησκευτικά (2 στα ΓΕΛ, 1 στο ΕΠΑΛ).

- Στη Γ’ τάξη των ΕΠΑΛ, τα Μαθηματικά και η Φυσική …ζούν και βασιλεύουν (με 5ωρο και 3ωρο, αντίστοιχα), η Νεοελληνική Γλώσσα συνεχίζει να υπάρχει (2ωρο), όπως και το μάθημα της Ιστορίας – έστω ως επιλεγόμενο (2ωρο). Τα Θρησκευτικά; Eξαφανίζονται!...

Φυσικά, η παραπάνω σύγκριση ουδεμία αντιπαράθεση επιδιώκει με τα άλλα μαθήματα και δη με τα μαθήματα θεωρητικής κατεύθυνσης (Ιστορία, Νεοελληνική Γλώσσα, κλπ.), στη συνάφεια των οποίων, εξ άλλου, ευρίσκεται και το μάθημα των Θρησκευτικών. Απλώς επιχειρεί να καταδείξει, με τη συγκριτική παράθεση αντικειμενικών δεδομένων, την συρρίκνωση που επιχειρείται στο θρησκευτικό μάθημα, στο επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

- Και για να’ χουμε συνολική εικόνα για το «ψαλίδισμα» που γίνεται στο ωρολόγιο πρόγραμμα για το θρησκευτικό μάθημα στο (ισότιμο με το ΓΕΛ, σ’ όλα τα’ άλλα πλην Θρησκευτικών…) ΕΠΑΛ, να πούμε ότι τα Θρησκευτικά στο ΓΕΛ έχουν σύνολο ωρών διδασκαλίας 5, ενώ στο ΕΠΑΛ μόλις 2 (ούτε τις μισές ώρες, δηλαδή. Με πρόχειρους υπολογισμούς προκύπτει ότι αν τα Θρησκευτικά είχαν 5 ώρες στο ΕΠΑΛ – όσες στο ΓΕΛ – θα υπήρχαν ακόμη 150 – 200 θέσεις για πλήρες ωράριο θεολόγων). Μετά απ’ όλα αυτά δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιες ειδικότητες καθηγητών μαθημάτων γενικής παιδείας (ξανα-) βγήκαν κερδισμένες και ποιες (ξανα-) βγήκαν χαμένες απ’ αυτήν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στο χώρο της Β/βάθμιας εκπαίδευσης…

* Είπαμε ότι οι δυσμενείς αυτές εξελίξεις ούτε πρωτοφανείς είναι ούτε για το τέλος ενός εφιάλτη μοιάζουν, κι’ αυτό γιατί μόλις προχθές ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ) καθηγητής κ. Θ. Βερέμης, μιλώντας στη «Καθημερινή» (7/8/08, σελ. 3) για την «αναγκαιότητα αναβάθμισης του Λυκείου στη προοπτική αποσύνδεσής του από τις εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ» (τις οποίες προτείνει να αναλάβουν τα ίδια τα πανεπιστήμια), έκανε λόγο για «μείωση των μαθημάτων στο Λύκειο». Και…δεν ξέρω γιατί, αλλά εμένα - στην αναφορά του κ. καθηγητού, περί μειώσεως των μαθημάτων - το μυαλό μου πήγε στα Θρησκευτικά…



* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM), καθηγητής Β/βάθμιας εκπ/σης (Γ/σιο Αρμενίου) και Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας (
http://theologylar.blogspot.com)

* ΑΡΘΡΟ στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" της Κυριακής (17/08/2008, σελ. 6)


Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

Θρησκευτικά: προαιρετικά, ή υποχρεωτικά;

Θρησκευτικά: προαιρετικά ή υποχρεωτικά;



Tων δρ. Ιωαν. Αγγελόπουλου
& Γεωργίου Παπαδόπουλου *



«Πιο εύκολη γίνεται η απαλλαγή των μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στα ελληνικά σχολεία με απόφαση του υπουργείου Παιδείας. Κάτι που αναμένεται να προκαλέσει τις αντιδράσεις εκκλησιαστικών κύκλων, που κάνουν λόγο για προαιρετική διδασκαλία των Θρησκευτικών» (Καθημερινή 31.7.2008). Πληροφορηθήκαμε από τα Μέσα Ενημερώσεως για την νέα εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με τη διδασκαλία των μαθητών στο μάθημα των θρησκευτικών. Έκπληξη μας προξένησε και η απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου και το σκεπτικό της εγκυκλίου. Γι’ αυτό θέλουμε να καταγράψουμε κάποιες σκέψεις επί του θέματος.

1. Παγία θέση του Υπουργείου Παιδείας ήταν η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών να ισχύει για τους μαθητές που ήταν αλλόθρησκοι και αλλόδοξοι. Αυτό ίσχυε μέχρι σήμερα με βάση την εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ (61723/Γ2/13.6.2002), γνωστή ως «εγκύκλιο Γκεσούλη» (ήταν ο αρμόδιος υφυπουργός τότε). Σύμφωνα με αυτή μαθητές αλλόδοξοι ή αλλόθρησκοι (και όχι μόνο), πάντοτε με αίτησή τους και όχι αυτεπάγγελτα, είχαν δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών. Η εμπειρία πολλών συναδέλφων μας από τα σχολεία μας βεβαιώνει ότι πολλοί αλλόθρησκοι ή αλλόδοξοι ή και άθεοι (κατά δήλωσή τους) μαθητές παρακολουθούσαν το μάθημα των θρησκευτικών, και συμμετείχαν ενεργώς και με ενδιαφέρον σε αυτό, χωρίς να κάνουν χρήση αυτού του δικαιώματος της απαλλαγής. Τι εξυπηρετεί, λοιπόν, η νέα εγκύκλιος;

2. Σε παλαιότερη γνωμοδοτική πρόταση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί Σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος για τον διορισμό και ετεροδόξων δασκάλων στα δημοτικά σχολεία(1) αναφερόταν ότι εάν το μάθημα των θρησκευτικών είχε θρησκειολογικό χαρακτήρα δεν θα μπορούσαν να τύχουν απαλλαγής οι μαθητές, θα ήταν δηλ. απολύτως υποχρεωτικό. Η απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών εσφαλμένα θεωρείται ως προστασία της συνειδήσεως και της ανεξιθρησκίας των μαθητών. Αυτό συμβαίνει επειδή στο μυαλό πολλών ανθρώπων, λανθασμένα, ταυτίζεται το μάθημα των θρησκευτικών με την εκκλησιαστική κατήχηση που γίνεται στις ενορίες. Το μάθημα των θρησκευτικών είναι μάθημα ενταγμένο στο πλαίσιο του ελληνικού σχολείου και εκπληρώνει παιδαγωγικούς και όχι εκκλησιαστικούς σκοπούς. Η ελληνική κοινωνία, μέσω των εκπροσώπων της, που νομοθετούν, επιθυμεί να διδάσκονται τα παιδιά, ανάμεσα στα άλλα γνωστικά αντικείμενα και το φαινόμενο της θρησκείας, με ιδιαίτερη βαρύτητα στη θρησκευτική παράδοση της χώρας, δηλ. στα δόγματα και στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι σκοποί της παιδείας γενικώς και του μαθήματος ειδικότερα είναι γνωσιολογικοί: να γνωρίσουν οι μαθητές, όχι να πιστέψουν ή να ενταχθούν σε μία θρησκευτική κοινότητα. Αντιγράφουμε από την ισχύουσα νομοθεσία: Στον βασικό νόμο για την παιδεία (Ν. 1566/1985, άρθρο 1) αναγράφεται επί λέξει: η εκπαίδευση υποβοηθεί τους μαθητές να «γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη». (Πως επιβεβαιώνεται από την παρούσα εγκύκλιο του αρμόδιου οργάνου της Πολιτείας ο σεβασμός και η προσήλωσή της στο δικό της Νόμο;). Η υλοποίηση αυτού του στόχου γίνεται με τις Οδηγίες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για το μάθημα των θρησκευτικών, όπου διαβάζουμε: «Σκοπός του μαθήματος της ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι: 1) Να ενημερωθούν οι μαθητές για την υφή του θρησκευτικού φαινομένου. 2) Να γνωρίσουν ιδιαίτερα το Χριστιανισμό, κατεξοχήν την Ορθοδοξία, και να τοποθετηθούν υπεύθυνα. 3) Να αξιοποιήσουν την προσφορά του μαθήματος, ώστε να συνειδητοποιήσουν τη δύναμη του λυτρωτικού μηνύματος του Ευαγγελίου και να καλλιεργήσουν το ήθος και την προσωπικότητά τους, να ευαισθητοποιηθούν απέναντι στο σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και να βοηθηθούν να πάρουν έμπρακτα θέση» (2). Μάλιστα, μεταξύ των «βασικών κριτηρίων για την παρουσίαση της διδακτικής ύλης» αναγράφονται: «Απαιτούμενη στάση απέναντι στους αλλόπιστους, τους ετερόδοξους, τις προβληματικές η αντίθετες ιδεολογίες και αντίστοιχα κινήματα: Έγκυρη ενημέρωση, ανάλυση, ερμηνεία. Συμπαράθεση απόψεων (αμερόληπτη και αντικειμενική). Τεκμηριωμένη, ακριβοδίκαιη, εποικοδομητική και νηφάλια κριτική (και αυτοκριτική). Σεβασμός των εκπροσώπων τους. Αγωγή για μαρτυρία και ομολογία η διάλογο (όπου αυτός είναι δυνατός), καθώς και για άμυνα (όπου είναι αναπόφευκτο). Αποφυγή προσβλητικών χαρακτηρισμών, υποτίμησης, περιφρόνησης, γελοιοποίησης, πολεμικής και φανατικής αντίθεσης» (3).

3. Είναι ενδιαφέρον ότι στη Γαλλία, στην οποία δεν διδάσκεται πάνω από 100 χρόνια ειδικό μάθημα θρησκευτικών, ο διανοητής Ρεζίς Ντεμπρέ εισηγείται την επαναφορά της συστηματικής διδασκαλίας του θρησκευτικού φαινομένου, το οποίο κατ’ αυτόν συνδέεται με τον πολιτισμό, την τέχνη και τα γράμματα, μέσα από τα συναφή μαθήματα του γαλλικού σχολείου(4). Και στη χώρα μας ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης υποστηρίζει με άρθρο του την υποχρεωτική διδασκαλία των θρησκευτικών: «το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να είναι υποχρεωτικό για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον: Αν η παιδεία έχει σαν σκοπό την ανάπτυξη, όχι μόνο της διανοητικής και σωματικής αλλά και της πνευματικής διάστασης του ανθρώπου, τα θρησκευτικά, όταν διδάσκονται σωστά, οδηγούν σε βασικούς, πανανθρώπινους προβληματισμούς που το μονοδιάστατα ρασιοναλιστικό/λογοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το άκρατα υλιστικό/καταναλωτικό κοινωνικό πλαίσιο τείνουν να εξαφανίσουν. Δεύτερον, η ορθόδοξη πίστη και εκκλησία αποτελεί μια βασική διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας. Γι' αυτόν τον λόγο ανεξάρτητα με το αν κανείς πιστεύει η όχι, η γνώση των βασικών ουσιαστικών στοιχείων της Ορθοδοξίας, της ιστορικής εξέλιξης της εκκλησίας και του ρόλου που αυτή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για να καταλάβουμε ποιοί είμαστε και πως λειτουργούμε στον χώρο και χρόνο. Η ιδέα πως για τους Έλληνες που δεν πιστεύουν, το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να είναι προαιρετικό, είναι τόσο απαράδεκτη όσο η αντίληψη πως οι μαθητές με αναρχικά πολιτικά φρονήματα, επειδή δεν πιστεύουν στην κρατική εξουσία δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να μελετήσουν τη συγκρότηση και εξέλιξη του ελληνικού κράτους - έθνους» (5). Εάν, μάλιστα, διαβάσει κάποιος τις απόψεις περί του πολιτιστικού και βιβλικού χαρακτήρος του μαθήματος των θρησκευτικών(6) τότε θα συμφωνήσει ότι το μάθημα των θρησκευτικών με τις πολλαπλές διαστάσεις, που έχει ήδη και με τον σύγχρονο τρόπο διδασκαλίας του, θα πρέπει να παραμείνει στο ελληνικό σχολείο υποχρεωτικό, όπως τουλάχιστον τα μαθήματα της ιστορίας και της κοινωνικής και πολιτικής αγωγής.

4. Ακόμη, η νέα εγκύκλιος φαίνεται να αγνοεί τη σχολική πραγματικότητα και την ψυχολογία μαθητών και γονέων. Ποιός μαθητής, ιδίως στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, δεν θα ήθελε να έχει δύο ώρες λιγώτερο μάθημα την εβδομάδα; Εάν βλέπαμε το θέμα από παιδαγωγικής απόψεως θα έπρεπε στην περίπτωση απαλλαγής από ένα μάθημα να βάζαμε στη θέση του ένα άλλο· να υπήρχε αντικατάσταση και όχι απαλλαγή. Για λόγους εναρμόνισης με τα Ευρωπαϊκά δεδομένα δεν πρέπει να βλέπουμε τι κάνουν άλλες χώρες (π.χ. Φινλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Γερμανία, Πορτογαλία, Ισπανία), με παρόμοιο σύστημα εκπαίδευσης; Θα δούμε λοιπόν ότι οι χώρες αυτές έχουν θεσπίσει στη θέση του μαθήματος των «Θρησκευτικών» (όποιας μορφής και περιεχομένου) εναλλακτικό μάθημα (Ηθική, Φιλοσοφία, Κοινωνική Παιδεία κ.λπ.) υποχρεωτικό για όσους μαθητές ζητήσουν απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών(7). Εδώ όμως δεν υπάρχει ανάλογη νομοθετική ρύθμιση, γεγονός που θα αποθάρρυνε τους μαθητές εκείνους, οι οποίοι (χωρίς να έχουν αληθινό πρόβλημα συνείδησης) και μόνο χάριν ευκολίας θα ζητούσαν την απαλλαγή τους από το μάθημα των θρησκευτικών.

5. Επί πλέον, με την εγκύκλιό του αυτή το Υπουργείο εισάγει έναν ανοίκειο διαχωρισμό ανάμεσα στα διδασκόμενα μαθήματα (όλα υποχρεωτικά και ένα μόνον προαιρετικό) και υποβαθμίζει τη θέση των θεολόγων καθηγητών. Δημιουργεί καθηγητές και μαθήματα δύο ταχυτήτων. Ασφαλώς και σήμερα υπάρχουν στο εκπαιδευτικό σύστημα (Γυμνάσιο-Λύκειο) επιλεγόμενα μαθήματα. Η δυνατότητα, όμως, επιλογής τους (π.χ. β’ ξένη γλώσσα) δεν υποβαθμίζει τον ρόλο κάποιας ειδικότητας, ούτε ελαφρύνει το πρόγραμμα των μαθητών, αφού και αυτά (πλην συγκεκριμένων π.χ. Η/Υ) είναι υποχρεωτικά τόσο στην παρακολούθηση όσο και στην εξέταση-βαθμολόγηση. Εάν κατά το επόμενο σχολικό έτος σημειωθούν μαζικές απαλλαγές μαθητών, α) πως θα απασχολούνται αυτοί κατά τη διάρκεια του σχολικού προγράμματος (το πρόβλημα θα είναι έντονο, ιδιαίτερα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και είναι θέμα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι διευθυντές των σχολείων και των δύο βαθμίδων Εκπαίδευσης) και β) ποιό θα είναι το εργασιακό παρόν και μέλλον 4.000 θεολόγων - καθηγητών (οι οποίοι είναι απόφοιτοι δημόσιου Πανεπιστημίου, διορίστηκαν και μισθοδοτούνται από το δημόσιο και υπηρετούν τις αρχές-αξίες του εκπαιδευτικού συστήματος, εφαρμόζοντας τους Νόμους του Κράτους);

6. Μία τελευταία επισήμανση: Ενώ η Ελληνική Πολιτεία επανειλημμένως αρνείται να συμμορφωθεί με αποφάσεις ελληνικών η ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, οι οποίες δικαιώνουν φυσικά πρόσωπα η φορείς (έπειτα από προσφυγή τους για ποικίλα ζητήματα), σπεύδει να υιοθετήσει μία απλή σύσταση της Αρχής του Συνηγόρου του Πολίτη, δημιουργώντας ποικίλα προβλήματα, με την αλλαγή του λεκτικού σε ένα γραφειοκρατικής υπόθεσης έγγραφο. Θεωρούμε πως η κίνηση αυτή έγινε χωρίς σοβαρή σκέψη και ερήμην της εκπαιδευτικής κοινότητας (και των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης), καθώς αυτή θα κληθεί πρώτη και εντελώς ακάλυπτη να αντιμετωπίσει τα λειτουργικά – και όχι μόνο - προβλήματα.

Υποσημειώσεις:

[1] Βλ. προχείρως Τα Νέα 30.11.2002, Το Βήμα 8.12.2002.
2 Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, Οδηγίες για τη διδακτέα ύλη και τη διδασκαλία των μαθημάτων στο Γυμνάσιο και στο Ενιαίο Λύκειο κατά το σχολικό έτος 2002-2003, τεύχος Γ´ (Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β., 2002), σ. 14.
3 Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, όπου παραπάνω, σ. 15.
4 Βλ. Ρεζίς Ντεμπρέ, Η διδασκαλία της θρησκείας στο ουδετερόθρησκο σχολείο (Αθήνα: Εστία, 2004).
5 Νίκου Μουζέλη, «Η διδασκαλία των θρησκευμάτων», Το Βήμα 16.10.1995.
6 Βλ. Σταύρου Ζουμπουλάκη, «Τα Θρησκευτικά ως βιβλικό μάθημα», Θρησκευτική παιδεία και σύγχρονη κοινωνία (Αθήνα: Εν πλω, 2006), σσ. 233-249. Παντελή Καλαϊτζίδη, «Τα Θρησκευτικὰ ως πολιτιστικὸ μάθημα», Σύναξη 74/2000, σσ. 69-83.
7Βλ. Δημητρίου Βογιατζή, «Θρησκευτικών απολογία» Κοινωνία 45 (2002), σ. 352.


* Ο κ. Ιωάννης Αγγελόπουλος είναι δρ. Θεολογίας, διευθυντής Λυκείου και ο κ. Γεώργιος Παπαδόπουλος θεολόγος & φιλόλογος καθηγητής. Το άρθρο τους δημοσιεύθηκε στην εφημ. "Ημερήσιος Κήρυκας"Λάρισας (10/08/2008, σελ. 30)

Σάββατο 2 Αυγούστου 2008

O ..."Γολγοθάς" των Θρησκευτικών


ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΥΠΕΠΘ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΤΗΝ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

ΜΕ ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑ ΕΞΗΓΗΣΗ!...


Ο ..."Γολγοθάς" των

Θρησκευτικών συνεχίζεται...*

Τι υποστηρίζουν κορυφαίοι διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί για
την αναγκαιότητα υποχρεωτικής διδασκαλίας του μαθήματος


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*

xaan@theo.auth.gr


Εξ αφορμής διαμαρτυρίας - κατατεθείσης με τη μορφή της επερωτήσεως - του ευρωβουλευτή κ. Μαν. Μαυρομμάτη, για το ενδεχόμενο της «αφαίρεσης του μαθήματος των Θρησκευτικών από τη διδακτική ύλη στα Ευρωπαϊκά Σχολεία» (στα οποία φοιτούν τα παιδιά υπαλλήλων που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις Βρυξέλλες, το Στρασβούργο, κλπ), ο τίτλος του σχετικού άρθρου μας στην «Ελευθερία» (25/4/2008, σελ. 6) ήταν ενδεικτικός, όσο και σημειολογικός, καθώς συνέπεσε με τη Μεγ. Παρασκευή: «Ο …«Γολγοθάς» των Θρησκευτικών».


Ένα τρίμηνο μετά και δη μεσούντος του θέρους, οι εξελίξεις – και μάλιστα αυτή τη φορά εντός έδρας, δηλ. εν Ελλάδι – μαρτυρούν ότι εκείνος ο τίτλος υπήρξε και «προφητικός»….Με εγκύκλιο, λοιπόν, του υπ. Παιδείας (και Θρησκευμάτων – μη ξεχνιώματε…), ο οιοσδήποτε μαθητής (ημεδαπός, αλλοδαπός, αλλόθρησκος, ετερόδοξος, ή – και – ορθόδοξος!..) με μια απλή δήλωσή του (ή του γονέα σε περίπτωση που ο μαθητής είναι ανήλικος) απαλλάσσεται από το μάθημα των Θρησκευτικών - το οποίο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά, μετατρέπεται σε προαιρετικό!.

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την εγκύκλιο που έστειλε τις προηγούμενες ημέρες το υπουργείο στα σχολεία και στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, οι γονείς που επιθυμούν να μην παρακολουθούν τα παιδιά τους το μάθημα των Θρησκευτικών, ενώ με τη σχετική εγκύκλιο του 2005 – επί υπουργίας Μαρ. Γιαννάκου - θα έπρεπε να αναφέρουν σε υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκουν, τώρα, τρία χρόνια μετά, για την αιτούμενη απαλλαγή …απαλλάσσονται πάσης εξηγήσεως, αφού τώρα οι γονείς (ή οι μαθητές, αν είναι ενήλικοι) θα «μπορούν να δηλώνουν εγγράφως την επιθυμία τους για απαλλαγή από τα Θρησκευτικά χωρίς να υποχρεούνται σε καμία περαιτέρω εξήγηση ή διευκρίνιση».

Σχολιάζοντας τις εξελίξεις αυτές ο «Συνήγορος του Πολίτη» επιχαίρει ιδιαίτερα για το γεγονός ότι θα μπορούν να απαλλάσσονται από το θρησκευτικό μάθημα ακόμη και ορθόδοξοι μαθητές, υποστηρίζοντας ότι «η θρησκευτική ελευθερία περιλαμβάνει και τη δυνατότητα αποχής ακόμη και ενός ορθόδοξου μαθητή, από τη σχολική θρησκευτική εκπαίδευση» και πως «η άσκηση του δικαιώματος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών δεν μπορεί να συνοδεύεται από αξίωση αποκάλυψης, έστω και αρνητικής, των θρησκευτικών πεποιθήσεων». Μάλιστα, ο «Συνήγορος» επικαλείται και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έκρινε «αθέμιτη την αξίωση γνωστοποίησης πεποιθήσεων ως προϋπόθεση άσκησης δικαιώματος».

Είναι προφανές ότι οι υποστηρικτές της απαλλαγής των μαθητών απ’ τα Θρησκευτικά δεν τα θεωρούν μάθημα που προσφέρει γνώσεις, αλλά θρησκευτική κατήχηση, βιωματικού χαρακτήρα, όπως ακριβώς υποστήριζε, εν έτει 1998, και ο τότε υπ. Παιδείας κ. Π. Ευθυμίου «εξοστρακίζοντας» τα Θρησκευτικά από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα για τους υποψηφίους των ΑΕΙ. Βεβαίως τα πράγματα ούτε ήταν (επί Ευθυμίου), ούτε είναι (επί Στυλιανίδη), όπως παρουσιάζονται, ότι δηλ. τα σημερινά Θρησκευτικά είναι «καθαρά ομολογιακά», «μονοφωνικά», έχουν «κατηχητικό προσανατολισμό», κ.τ.λ. Τα νέα βιβλία των Θρησκευτικών στο Γυμνάσιο έχουν αξιολογηθεί θετικά από τη συντριπτική πλειοψηφία του επιστημονικού κόσμου ότι εισάγουν τον μαθητή σ’ ένα δημιουργικό άνοιγμα στο πολυπολιτισμικό κόσμο, έχοντας φυσικά ως επίκεντρο διδασκαλίας τον Χριστιανισμό, την ιστορία και τη διδασκαλία του, τα μνημεία του πολιτισμού της ελληνορθόδοξης παράδοσης και της συνολικής Ορθοδοξίας. Χωρίς φυσικά να λείπουν και οι αναφορές στ’ άλλα θρησκεύματα. Και εδώ δεν θ’ αναφερθούμε μόνο στο βιβλίο της Β’ Λυκείου, που κάνει με σεβασμό αναφορά σ’ όλα τα θρησκεύματα, αλλά και στο νέο βιβλίο των Θρησκευτικών της ΣΤ’ Δημοτικού («Αναζητώντας την αλήθεια στη ζωή μας»), στο οποίο για πρώτη φορά περιέχεται θρησκειολογική ύλη.

Πρόκειται, όπως γράψαμε και σε άρθρο μας στην αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα» (29/3/2007, σελ. 10), για ένα αξιολογότατο, καλογραμμένο βιβλίο με πλούσια διδακτική θρησκευτική ύλη, η οποία, έχει, βεβαίως, στο επίκεντρο την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία και πίστη, αλλά - για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά χρονικά της δημοτικής εκπαίδευσης - επεκτείνεται και στη παράθεση βασικών στοιχείων των άλλων χριστιανικών ομολογιών, δηλαδή του Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού, καθώς και των άλλων δύο μονοθεϊστικών θρησκειών, ήτοι του Ιουδαϊσμού και του Μουσουλμανισμού. Εχει, δηλαδή, το νέο βιβλίο της ΣΤ’ δημοτικού – για πρώτη φορά – διαχριστιανικό και, ευρύτερα, θρησκειολογικό περιεχόμενο. Δεν θεωρούνται, άραγε, όλα αυτά – η ιστορία, ο πολιτισμός, οι αξίες και τα πιστεύω του Χριστιανισμού και των άλλων θρησκειών - αντικείμενα «γνωσιολογικής» ύλης τα οποία θα πρέπει να γίνουν κτήμα, όχι μόνο ορθοδόξων, αλλά απάντων των μαθητών;

Ας δούμε τι λέγουν, τι απαντούν επί του θέματος δύο κορυφαίοι Ελληνες διανοούμενοι, ο καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πάντειο παν/μιο Χρήστος Γιανναράς και ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο LSE (London School of Econimics) Nίκος Μουζέλης.

* Ο Χρήστος Γιανναράς, συστηματοποιώντας τις απόψεις του για την «εκκλησιαστική ορθοδοξία ως κεντρικού άξονα πολιτιστικής και κοινωνικής συνοχής των Ελλήνων», (βλ. «Ιχνηλασία νοήματος, Πολιτική, Κοινωνία και Παιδεία στην Ελλάδα σήμερα», εκδ. Λιβάνη, 1998), θεωρεί ότι το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιβαίνει στο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών από το κράτος. Όπως ακριβώς πρέπει να διδάσκεται στο σχολείο ο πολιτισμός και η μεταφυσική μήτρα που γέννησε τον Παρθενώνα και την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, παρόμοια, δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να αγνοεί ποια θεολογία γέννησε την Αγία Σοφία, την εικόνα, την ποίηση και τη λατρευτική δραματουργία της Ορθοδοξίας που προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον και στις μέρες μας. Η πολιτεία δεν απαιτεί σαφώς από τον μαθητή να αποδεχθεί βιωματικά τον μεταφυσικό άξονα των αρχαίων Ελλήνων ή την ορθόδοξη θεολογία. Θα του απαιτήσει όμως, επισημαίνει ο κ. Γιανναράς, τις επαρκείς γνώσεις για την κατανόηση των επιτευγμάτων και προτάσεων του πολιτισμού των Ελλήνων».

* Αν η παιδεία έχει σαν σκοπό την ανάπτυξη, όχι μόνο της διανοητικής και σωματικής, αλλά και της πνευματικής διαστάσεως του ανθρώπου, τα Θρησκευτικά, όταν διδάσκονται σωστά, οδηγούν σε παναθρώπινους προβληματισμούς που το μονοδιάστατο ρασιοναλιστικό – λογοκεντρικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το άκρατα υλικό καταναλωτικό κοινωνικό πλαίσιο τείνουν να εξαφανίσουν, γράφει σε άρθρο του («Βήμα», 16/10/1995) ο Νίκος Μουζέλης, και προσθέτει με λόγο μεστό και καθάριο: «Η ορθόδοξη πίστη και Εκκλησία αποτελούν μια βασική διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας. Για αυτόν τον λόγο, ανεξάρτητα με το αν κανείς πιστεύει ή όχι, η γνώση των συστατικών στοιχείων της Ορθόδοξιας, της ιστορικής εξέλιξης της Εκκλησίας και του ρόλου που αυτή έπαιξε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και πολιτισμού αποτελεί βασική προϋπόθεση για να καταλάβουμε πως λειτουργούμε στο χώρο και στον χρόνο» για να καταλήξει με την άκρως λογική τοποθέτηση ότι: «Η ιδέα πως για τους Ελληνες που δεν πιστεύουν, το μάθημα των Θρησκευτικών θα πρέπει να είναι προαιρετικό, είναι τόσο απαράδεκτη, όσο η αντίληψη πως οι μαθητές με αναρχικά πολιτικά φρονήματα, επειδή δεν πιστεύουν στην κρατική εξουσία, δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να μελετήσουν τη συγκρότηση και την εξέλιξη του ελληνικού κράτους – έθνους».

- Kλείνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι οι επιδιώκοντες να «εκπαραθυρώσουν» το θρησκευτικό μάθημα παραβλέπουν την παιδαγωγική αξία του. Η σχολική θρησκευτική αγωγή, ναι μεν έχει εν μέρει βιωματικό, αλλά έχει κατά βάση και κυρίαρχα γνωσιολογικό χαρακτήρα, αφού αποβλέπει στην ενημέρωση των μαθητών για το θρησκευτικό φαινόμενο γενικότερα, και ειδικότερα στη κατανόηση της θρησκευτικής διάστασης των επιμέρους θεμάτων της ζωής, καθώς και για τις επιδράσεις του θρησκευτικού πιστεύω στα μνημεία του πολιτισμού. Η ένταξη του μαθήματος των Θρησκευτικών στο σχολικό πρόγραμμα είναι δικαιωμένη για λόγους καθαρά παιδαγωγικούς. Κι αυτό γιατί ο γνωσιολογικός χαρακτήρας του μαθήματος ικανοποιεί και τα τρία κριτήρια, που καθορίζουν την παιδαγωγική δικαίωση της διδασκαλίας ενός μαθήματος στο σχολείο. Συγκεκριμένα, εμπεριέχει ένα μοναδικό τρόπο σκέψης και αντίληψης, που είναι αξιόλογος ώστε ο μαθητής να κατανοεί το περιβάλλον του. Συμβάλλει στη διεύρυνση και εμβάθυνση της γνωστικής του προοπτικής κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο, που συνεισφέρει στη συνολική του ανάπτυξη ως προσώπου, και επίσης είναι δυνατόν να διδάσκεται με τρόπους που διασφαλίζουν τη κατανόησή του από το μαθητή και τον ενθαρρύνουν να συμμετέχει ενεργά και κριτικά στο μάθημα (Διδακτική των Θρησκευτικών, Βασιλόπουλος Χρ., εκδ. Κυριακίδη, Θεσ/νικη, 2002). Ασφαλώς, το σχολικό θρησκευτικό μάθημα για να χαρακτηρίζεται ως μορφωτικό αγαθό πρέπει να πληροί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις σε όσο γίνεται μεγαλύτερο βαθμό και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του σήμερα, όπως άλλωστε πρέπει να συμβαίνει και με τα άλλα μαθήματα. Τα τελευταία χρόνια το θρησκευτικό μάθημα έχει κάνει πολλές προόδους, έχει βελτιώσει πολύ το περιεχόμενό του, τις μεθόδους διδασκαλίας του (χρήση υπολογιστή, αξιοποίηση internet, κλπ), έχει έλθει - όπως και η επιστήμη της Θεολογίας - πολύ πιο κοντά στη κοινωνία και τις ανάγκες της. Υπάρχει - και πρέπει να παραμείνει χωρίς «εκπτώσεις» - στο ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου ως μορφωτικό αγαθό ιδιαίτερης παιδευτικής αξίας, που – ειδικά στους ταραγμένους καιρούς που βιώνουμε - το’ χουν ανάγκη, για τη ψυχική τους ωφέλεια, οι μαθητές μας, τα παιδιά μας.


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπ/σης (Γ/σιο – Λύκειο) Αρμενίου, Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας.

* Α
ρθρο στην "Ελευθερία" της Κυριακής (3/8/2008, σελ. 11)

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

Ενισχυμένο το Φανάρι

ΠΩΣ ΟΙ ΕΠΙΔΕΞΙΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΟΣΧΑΣ ΝΑ ΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗ...


Κραταιός και δυναμωμένος


o Οικουμενικός Πατριάρχης *



* Πρώτος στόχος του κ. Βαρθολομαίου η εξάλειψη του σχίσματος στην ουκρανική Εκκλησία * Θα επιμείνει στο αίτημα για εκκλησιαστική χειραφέτηση από τη Ρωσία ο πρόεδρος Βίκτωρ Γιούσενκο



Του Χάρη Ανδρεόπουλου *
xaan@theo.auth.gr


Κραταιή και αδιαμφισβήτητη, ως πρωτόθρονη Εκκλησία και συντονιστικό κέντρο της Ορθοδοξίας, αναδείχθηκε η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, στη κρίσιμη «αναμέτρηση» με την Εκκλησία της Ρωσίας και μάλιστα «εκτός έδρας», στη διάρκεια των γιορταστικών εκδηλώσεων του περασμένου Σαββατοκύριακου στο Κίεβο της Ουκρανίας, για την επέτειο των 1.020 χρόνων από τον εκχριστιανισμό των Ρως, εκ των οποίων έλκουν τη καταγωγή τους οι ουκρανοί και οι ρώσοι.

Με επιδέξιες κινήσεις που μαρτυρούν την διαχρονική αξία και αποτελεσματικότητα της φαναριώτικης διπλωματίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος έφερε τον Πατριάρχη Μόσχας όχι απλά σε θέσης άμυνας, αλλά τον ανάγκασε να τραπεί σε οπισθοχώρηση! Καθώς ο κ. Αλέξιος όχι μόνο αντικατέστησε τις απειλές του, της περασμένης εβδομάδος, περί σχίσματος, με ασπασμούς αγάπης και εγκώμια για το πρόσωπο του κ. Βαρθολομαίου, αλλά ανακοίνωσε ότι προτίθεται να λάβει μέρος στη πανορθόδοξη σύναξη κορυφής προκαθημένων των Πατριαρχείων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών που συγκαλεί το Φανάρι στη Κωνσταντινούπολη, τον ερχόμενο Οκτώβριο, ενώ προ μηνός οι εκπρόσωποί του (προφανώς με δική του εντολή) τα «είχαν βροντήξει» από τη σχετική προπαρασκευαστική σύσκεψη στη Ρόδο, επειδή συμμετείχαν σ’ αυτή και αντιπρόσωποι της αυτόνομης Εσθονικής Εκκλησίας. Και οι οποίοι προφανώς θα συμμετάσχουν στη επικείμενη σύσκεψη κορυφής, στο Φανάρι. Αλλά, ως φαίνεται, αυτό δεν ενοχλεί πλέον τη Μόσχα...

Τι άλλαξε; Επι της ουσίας τίποτα. Απλώς φαίνεται ότι ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Αλέξιος αποφάσισε να αφήσει τους λεονταρισμούς και να «πιεί το πικρό ποτήρι» της ανεξαρτητοποίησης της Εκκλησίας της Εσθονίας, κερδίζοντας χρόνο από μια άλλη, επί θύραις, ανεξαρτητοποίηση, αυτή της ουκρανικής Εκκλησίας.

Μια ανεξαρτητοποίηση την οποία, όπως γράφαμε στην «Ε» της Κυριακής (27/7/08, σελ. 12), ο πρόεδρος της Ουκρανίας είναι σήμερα αποφασισμένος όσο ποτέ άλλοτε να προωθήσει. Αποσκοπώντας λοιπόν στην ίδρυση μιας εθνικής Εκκλησίας στη χώρα του ο Βίκτωρ Γιούσενκο ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη - απ’ τον οποίο και προσδοκά τη παραχώρηση της αυτοκεφαλίας - μίλησε προχθες στο Κίεβο χωρίς περιστροφές: «Πιστεύουμε πως ως δώρο Θεού, ως ιστορική αλήθεια και δικαιοσύνη, θα δημιουργηθεί μια εθνικά διοικούμενη Εκκλησία στην Ουκρανία», είπε και απευθυνόμενος στον κ. Βαρθολομαίο του έθεσε το αίτημα ευθέως: «Kαλώ την Παναγιότητά σας να ευλογήσει τα όνειρά μας για την αλήθεια, για την ελπίδα μας, για τη χώρα μας, για την Ουκρανία».

* Απαντώντας, ως « υπεράνω», ως πράγματι πρωτοκάθεδρος της Ορθοδοξίας υπό την ιδιότητα του προκαθημένου της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, του Οικουμενικού δηλ. Πατριαρχείου, ο κ. Βαθολομαίος ήταν πολύ προσεκτικός στην απάντησή του, οριοθετώντας την μάλιστα εντός εκκλησιολογικού πλαισίου και καλώντας κατ΄ αρχήν, τα διεστώτα εις ενότητα. Σαν να τους έλεγε: «Βρείτε τα, πρώτα μεταξύ σας, και μετά βλέπουμε αν θα μείνετε όπως είσθε, ή αν θα αποτελέσετε ανεξάρτητη Εκκλησία». Και, φυσικά, η ενωτικού χαρακτήρα προτροπή του απευθύνονταν σ’ όλες τις ομάδες, κανονικούς τε και σχισματικούς, καλώντας τους να κάνουν «μιαν νέαν αρχήν συνεπεστέρου εκκλησιαστικού βίου, ηνωμένοι ευχαριστιακώς πάντες οι Ορθόδοξοι, άνευ διχοστασιών και σχισμάτων, αληθεύοντας εν αγάπη προς αλλήλους, δια «να αυξήσωμεν εις Χριστόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή ημών» και να γίνομεν αφορμή μεγάλης χαράς εν ουρανώ....». Ενώ δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευχή οι επόμενες επετειακές εκδηλώσεις (που θα γίνουν μετά από 5ετία) να εορτασθούν «κοινώς υπό πάντων των Ορθοδόξων» και «εν ευσεβεί υποταγή, εις μιαν κανονικήν ιεραρχικήν δομήν, υπό ένα άγιο ποιμένα, εν μιά αγία τραπέζη, εν ενί ζωοποιώ ποτηρίω και εν μια ιερά μαρτυρίαν περί της εν ημίν ελπίδος, εις δόξαν Θεού και εις έπαινον του ονόματος της μεγάλης Ουκρανικής πατρίδος».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως Πρώτος Θρόνος στην Ορθόδοξη Εκκλησία,
έχοντας επωμισθεί με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων (καν. 3 της Β’, 9, 17 καί 28 της Δ’, 36 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου) καί με την μακραίωνη εκκλησιαστική πράξη, την εξαιρετική ευθύνη καί την οφειλετική αποστολή να μεριμνά για την προστασία της παραδεδομένης πίστεως και της κανονικής τάξεως, έκανε στη περίπτωση της δοκιμαζόμενης ουκρανικής Εκκλησίας το καθήκον του ενεργώντας τα δέοντα για να θεραπευθεί η διάσπαση του εκκλησιαστικού σώματος, για να αποκαταστασθεί η ενότητα του τριχοτομημένου (!) εκκλησιάσματος.

Φυσικά υπάρχει και το θέμα της χειραφέτησης της ουκρανικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας, την οποία επιδιώκει – και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να επιδιώκει - η πολιτική ηγεσία της χώρας, εκφράζοντας τη πλειοψηφία (έστω τη σχετική) του ουκρανικού λαού, όπως φάνηκε στις πρόσφατες (περυσινές) εκλογές, με την ήττα μέχρι τότε φιλορώσου πρωθυπουργού Βίκτορα Γιανούκοβις (ο οποίος υποστηρίζει τη παραμονή της ουκρανικής Εκκλησίας στη δικαιοδοσία της Ρωσικής και στέκεται στο πλευρό του πατριάρχη Αλεξίου) και την επάνοδο στην εξουσία της (όχι απλά δυτικόφιλης, αλλά αμερικανόφιλης) Γιούλια Τιμοσένκο (η οποία, όπως και ο πρόεδρος Γιούσενκο, επιθυμούν την ανεξαρτητοποίηση, υποστηρίζοντας παρασκηνιακά τον σχισματικό «πατριάρχη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας» Φιλάρετο).

Ποιά μπορεί να είναι η λύση; Ασφαλώς, έτοιμη απάντηση δεν μπορεί να υπάρξει, καθώς το ζήτημα είναι δυσυπόστατο: ξεκινάει από πολιτικό (επιδίωξη χειραφέτησης) και καταλήγει σε εκκλησιαστικό (εσωτερικό σχίσμα). Μια απόπειρα επίλυσης, τουλάχιστον από εκκλησιαστικής πλευράς, για να εξαλειφθεί το εσωτερικό σχίσμα (η – πολιτικής, κυρίως, διάστασης - ανεξαρτητοποίηση, αν γίνει, έπεται...), θα μπορούσε να γίνει στη διάρκεια της συγκληθησομένης τον ερχόμενο Οκτώβριο πανορθοδόξου συνάξεως προκαθημένων στο Φανάρι, η οποία μπορεί, κάλλιστα, λειτουργώντας και ως Μείζων και Υπερτελής Σύνοδος, υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, (όπως έγινε και με το βουλγαρικό εκκλησιαστικό πρόβλημα, το 1998, το οποίο επίσης είχε – και – πολιτική διάσταση, βλ. «Ε», 27/7/08, σελ. 12) να δώσει μια συνοδική «θεραπευτική» λύση. Οπως αρμόζει στο πνεύμα και το ήθος της Εκκλησίας μας.


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης και παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM)

* Δημοσιεύθηκε στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", 29/07/2008, σελ. 8

Σάββατο 26 Ιουλίου 2008

To ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα

ΚΙΕΒΟ: ΓΙΟΡΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ ΤΩΝ
ΡΩΣΩΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΛΙΜΑ!


Αντί για λιβάνι,

μυρίζει μπαρούτι… *



* Ψυχρός πόλεμος στην Ορθοδοξία * Γιατί αντιδρά ο Ρωσίας Αλέξιος στη παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη * Τι επιδιώκει ο Ουκρανός πρόεδρος Γιούσενκο για την Εκκλησία της χώρας του * Γιατί το «ουκρανικό» θυμίζει ...εκκλησιαστικό της Λάρισας



Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr



Ηλεκτρισμένη και ψυχροπολεμική, αντί για γιορτινή και ειρηνική ξημερώνει για την Ορθόδοξη Εκκλησία η σημερινή μέρα στο Κίεβο, τη πρωτεύουσα της Ουκρανίας, όπου πρόκειται να ...γιορτασθούν τα 1.020 χρόνια από τη βάπτιση των Ρως από τον πρίγκηπα Βλαδίμηρο. Αντί να βιώνει η Ορθοδοξία το εκκλησιαστικό γεγονός της ευχαριστιακής κοινωνίας και ενότητας και να δοξάζουν όλοι οι παρευρισκόμενοι εν πνεύματι αγάπης και ψυχικής ανάτασης την επέτειο του εκχριστιανισμού των Ρως - απ’ τους οποίους έλκουν τη καταγωγή οι ουκρανοί και οι ρώσοι - στην ουκρανική πρωτεύουσα αντί για λιβάνι μυρίζει μπαρούτι...

Τα ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών είναι ενδεικτικά του κλίματος: «Απειλή σχίσματος για την Ορθοδοξία», «Ιερό σχίσμα Φαναρίου – Μόσχας», «Μονομαχία Βαρθολομαίου – Αλεξίου στο Κίεβο», «Ψυχρός πόλεμος στην Ορθοδοξία» - και πάει λέγοντας... Γιατί, όμως; Φταίει το ότι θα παραστεί – και άρα θα προεξάρχει λόγω πρωτοκόλλου – ο οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος, «κλέβοντας τη παράσταση» απ’ τον έχοντα τα «πρωτεία» σε τοπικό επίπεδο, πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο; Είναι, δηλαδή, η κόντρα που ανέκυψε θέμα εκκλησιαστικής... εθιμοτυπίας, ή κρύβεται πίσω απ’ τα φαινόμενα κάτι άλλο, ουσιωδέστερο, που μπορεί να μην ανήκει στην εκκλησιαστική σφαίρα, αλλά στη πολιτική;

Η αλήθεια ευρίσκεται κάπου στη μέση: ο κ. Αλέξιος θα ήθελε να έχει σήμερα τον πρώτο ρόλο στις γιορταστικές θρησκευτικές εκδηλώσεις ώστε να καταδειχθεί όχι τόσο η εκκλησιαστική δικαιοδοσία και εξουσία του επί της κανονικής ουκρανικής Εκκλησίας (την οποία ούτε το Φανάρι, ούτε κάποιο άλλο ορθόδοξο Πατριαρχείο, ή Εκκλησία αμφισβητούν), αλλά να εμφανισθεί ως ο μόνος και εκκλησιαστικά κυρίαρχος των ορθοδόξων στην περιοχή, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να επιτύχει την υποβάθμιση του ρόλου και της επιρροής των σχισματικών ομάδων. Κι’ θα’ θελε να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, γιατί βλέπει ότι η πολιτική συγκυρία όχι μόνο δεν τον ευνοεί, αλλά όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο «επικίνδυνη» γι’ αυτόν και τα ευρύτερα ρωσικά (πολιτικά και εκκλησιαστικά) συμφέροντα στη περιοχή. Αρα το θέμα έχει και τη πολιτική του διάσταση, η οποία μάλιστα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως η σημαντικότερη στη σημερινή κρίση.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΑΠΟΛΑΚΤΙΣΜΟΥ»

Αποτελεί τα τελευταία χρόνια «κοινό μυστικό» ότι η δυτικόφιλη πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας και ειδικότερα ο πρόεδρος της χώρας κ. Βίκτωρ Γιούσενκο προχωρεί σε κινήσεις απογαλακτισμού από τη Ρωσία. Είναι ο άνθρωπος που όχι μόνο θέλει να εντάξει την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά, παράλληλα, προωθεί και την ανεξαρτητοποίηση και τον απογαλακτισμό της χώρας του από το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η προώθηση αυτής της πολιτικής απέκτησε εδώ κι’ ένα χρόνο μεγαλύτερη ταχύτητα, καθώς μετά την ήττα στις περυσινές εκλογές του φιλορώσου πρωθυπουργού Βίκτωρα Γιανούκοβιτς και την επάνοδο στη πρωθυπουργία της φιλοδυτικής Γιούλια Τιμοσένκο, εξουδετερώθηκε η κάθε - φιλορωσική - πολιτική επιρροή υπέρ της διατήρησης των εκκλησιαστικών δεσμών της Ουκρανίας με το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η σημερινή κυβέρνηση της Ουκρανίας, μετά την κρατική χειραφέτηση της χώρας από τη Ρωσία, ευνοεί και επιδιώκει και την εκκλησιαστική χειραφέτηση από το Πατριαρχείο της Μόσχας.

ΣΤΟΧΟΣ Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ

Ο ουκρανός πρόεδρος φαίνεται σήμερα αποφασισμένος όσο ποτέ άλλοτε να στηρίξει την ίδρυση μιας ανεξάρτητης εθνικής Εκκλησίας, προσβλέποντας προς τούτο στον Οικουμενικό Πατριάρχη μετά του οποίου διατηρεί άριστες σχέσεις και καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι τον προσκάλεσε να προστεί στις σημερινές γιορτινές εκδηλώσεις. Αυτός ήταν ο λόγος που ο ίδιος ο πρόεδρος Γιούσενκο επισκέφθηκε επανειλημμένως το Φανάρι, αυτός είναι ο λόγος που ευνοεί τον (σχισματικό) «πατριάρχη» Φιλάρετο και την υπ’ αυτόν ένωση των Ορθοδόξων. Βεβαίως προσκλήσεις απηύθυνε ως «οικοδεσπότης» της τοπικής Εκκλησίας και ο Πατριάρχης της Ρωσίας και συγκεκριμένα στο Οικουμενικό και τα λοιπά Πατριαρχεία και τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες και ο «οικοδεσπότης», ζητώντας να παρευρεθούν όχι οι προκαθήμενοι αλλά «αντιπροσωπείες» των Πατριαρχείων και των Εκκλησιών, θέλοντας πάση θυσία να αποφύγει τη παρουσία των προκαθημένων των Πατριαρχείων Κων/λεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, που αν παρευρίσκονταν και επειδή είναι αρχαιότεροί του στη επετηρίδα («Δίπτυχα») θα του δημιουργούσαν πρόβλημα στο να προεξάρχει ο ίδιος της τελεσθησομένης πανηγυρικής θείας λειτουργίας και των λοιπών γιορταστικών εκδηλώσεων. Κι’ αυτός είναι ο λόγος της σφοδρής αντίδρασης για την προαναγγελθείσα παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη, η απώλεια της «πρωτοκαθεδρίας», η οποία σε σημειολογικό επίπεδο λέει πολλά. Τώρα, οι καταγγελίες και τα κατηγορώ της ρωσικής πλευράς, ότι ο οικουμενικός πατριάρχης προτίθεται τάχα να συμπροσευχηθεί κλπ. με τους ηγέτες των σχισματικών ομάδων, αποτελούν, προφάσεις εν αμαρτίαις για τη πιθανολογούμενη απουσία του κ. Αλεξίου, καθώς, αφ’ ης στιγμής ο κ. Βαρθολομαίος ξεκαθάρισε ότι αναγνωρίζει ως κανονική μόνο την υπό την δικαιοδοσία του κ. Αλεξίου τελούσα ουκρανική Εκκλησία και κάλεσε μάλιστα τον ίδιο σε συλλείτουργο, κάτι τέτοιο αποκλείεται να συμβεί γιατί απλούστατα θα είναι σαν να εκθέτει τον εαυτό του και να εμφανίζεται ως αναξιόπιστος από μόνος του ο κ. Βαρθολομαίος.


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΦΙΣΣΑΣ…


Γι’ αυτό και ο οικουμενικός «επέστρεψε» στον Ρωσίας τις κατηγορίες ως «αβάσιμες και προκλητικές» - σε ένδειξη δε καλής θέλησης και εμμένοντας σε πνεύμα καταλλαγής τον ξανακάλεσε σε συλλείτουργο. Θα πάει; Θα συμμετάσχει στις γιορτινές εκδηλώσεις; Kύριος οίδε… Πάντως οι γιγαντοαφίσσες που έχουν αναρτηθεί στο Κίεβο με τις φωτογραφίες του κ. Αλεξίου και τον τίτλο «Καλωσορίζουμε τον δικό μας Πατριάρχη» δίνουν, ερμηνευτικά, θετική απάντηση. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι γιγαντοαφίσσες που έχουν αναρτηθεί και κερδίζουν τις εντυπώσεις σε επίπεδο προβολής είναι άλλες και συγκεκριμένα αυτές στις οποίες εικονίζεται ο πρόεδρος της Ουκρανίας κ. Βίκτωρ Γιούσενκο έχοντας δίπλα του τον οικουμενικό πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο…

Τώρα, πέραν της ως άνω περιγραφείσης πολιτικής διάστασης που έχει - ως μάχη εξουσίας - η κόντρα στο «ουκρανικό» ζήτημα, υπάρχει και η (ενδο-) εκκλησιαστική. Αυτή τη στιγμή η ουκρανική Εκκλησία εσωτερικά είναι βαθύτατα κλονισμένη.


ΘΥΜΙΖΕΙ …ΛΑΡΙΣΑ


Στους κόλπους της υφίσταται εν τοις πράγμασι ένα σχίσμα το οποίο, εν τινί μέτρω, θυμίζει και τη περίπτωση της Λάρισας, κατά τη περίοδο του 1990 – 1996, οπότε λόγω της πολύχρονης εκκλησιαστικής εκκρεμότητας στον οικείο θρόνο, ανάμεσα στον δικαιωθέντα από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ως μητροπολίτη Λαρίσης Θεολόγο (που εθεωρείτο ως ο «νόμιμος») και στους μητροπολίτες που όριζε η Ιερά Σύνοδος σαν τοποτηρητές (και εθεωρούντο ως οι «κανονικοί»), άλλοι ιερείς αναγνώριζαν - και μνημόνευαν στη θεία λειτουργία – τον Θεολόγο και άλλοι τον εκάστοτε τοποτηρητή, ενώ ανάλογος ήταν και ο διχασμός ανάμεσα στους πιστούς.

Να σημειωθεί ότι το θέμα της μνημόνευσης – συνεπώς, και, επί της ουσίας, της «αναγνώρισης» – αποτελεί κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα εξ επόψεως εκκλησιολογικής, καθώς κατά την ορθόδοξη θεολογία ο επίσκοπος λειτουργώντας, κατά τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, «εις τύπον και τόπον Χριστού» αποτελεί το κέντρο της ενότητας (centrum unitatis) των ορθοδόξων χριστιανών στις κατά τόπους Εκκλησίες. Και, φυσικά, δεν νοείται σε μια τοπική Εκκλησία να υπάρχουν, ως προεστοί, ως επικεφαλής, δύο Επίσκοποι. Καθώς, σύμφωνα και με την ευαγγελική επιταγή στην εκκλησία του Χριστού δεν υπάρχουν πολλοί αρχηγοί, αλλ’ «εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι’ ού τα πάντα, και ημείς δι’ αυτού» (Α’ Κορ. 8, 6).
Αυτά, βεβαίως λέει το Ευαγγέλιο, αλλά, ως φαίνεται, σε αρκετές των περιπτώσεων, οι ευαγγελικές αυτές αναφορές, καίτοι απηχούν τον βαθύ πυρήνα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, θεωρούνται και εκλαμβάνονται από ορισμένους ως ...«ψιλά» γράμματα με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα σε τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες δυό και τρείς πατριάρχες ή μητροπολίτες στην ίδια έδρα. Οπως συμβαίνει για παράδειγμα στην Ουκρανία.

ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ

Δυστυχώς, στην ουκρανική Εκκλησία αυτή τη στιγμή υπάρχουν, ως επικεφαλής, τρείς (!) αρχιερείς και τρία εκκλησιάσματα... Οι ορθόδοξοι στην Ουκρανία είναι χωρισμένοι σε τρεις ομάδες, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλη ένταση μεταξύ τους, παρά το ότι αντιμετωπίζουν το κοινό πρόβλημα της Ουνίας. Οι ομάδες αυτές είναι οι ακόλουθες:

* Η θεωρούμενη ως η κάπως μεγαλύτερη ομάδα είναι αυτή που ακολουθεί τον μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Βλαδίμηρο. Ανήκει εκκλησιαστικά στο Πατριαρχείο της Μόσχας και αναγνωρίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και όλες τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ως η μόνη κανονική Εκκλησία στην Ουκρανία. Διαθέτει 10.875 ενορίες και 9.072 κληρικούς.

* Η δεύτερη μεγάλη ομάδα (υποστηρίζεται ότι φθάνει στα 20 εκατομμύρια, σ’ ένα σύνολο 50 εκατομμυρίων κατοίκων της χώρας) χαρακτηρίζεται σχισματική και τελεί υπό τον «πατριάρχη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας» Φιλάρετο, ο οποίος ήταν μητροπολίτης του Πατριαρχείου της Μόσχας αλλά όταν εντάχθηκε στη σχισματική Εκκλησία καθαιρέθηκε. Διαθέτει 3.721 ενορίες και 2.816 κληρικούς.

* Υπάρχει και μια τρίτη, μικρότερη, ομάδα ορθοδόξων που αποτελούν την αυτοαποκαλούμενη «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξο Εκκλησία» και κυρίως είναι συγκεντρωμένοι στη Δυτική Ουκρανία. Και αυτή χαρακτηρίζεται σχισματική, διαθέτει 1.166 ενορίες και 686 κληρικούς, έχει επικεφαλής τον «πατριάρχη» Μεθόδιο και γενικά θεωρείται «ηπιότερη» ομάδα εκφράζοντας συχνά – πυκνά την ελπίδα ότι παρά τα προβλήματα θα υπάρξει συμφωνία και μυστηριακή ένωση όλων των ουκρανών Ορθοδόξων.

Μακάρι! Ο Θεός να δώσει…. Και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η οποία επιφορτίσθηκε στο διάβα των αιώνων με το έργο της μέριμνας των κατά τόπους Εκκλησιών και της θεραπείας των όποιων αδυναμιών τους, ας προστρέξει για άλλη μια φορά για να κλείσει τις ως άνω ανοικτές πληγές, επαναφέροντας την Ορθόδοξη Ουκρανική Εκκλησία στη τροχιά της γαλήνης, της ειρήνης, της ενότητας και της αγάπης στην οποία υποστασιάζεται η αληθινή Εκκλησία του Χριστού.


......................................................................................................


ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ «ΡΗΓΜΑΤΑ» ΠΟΥ
ΤΑΛΑΝΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


«Ανοιχτά μέτωπα» απ’ την

Ουκρανία μέχρι τη Κίνα...*


* Οι ενωτικές παρεμβάσεις και ο ρόλος της «επιδιαιτησίας»
που καλείται να διαδραματίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο



Τα προβλήματα αποσταθεροποίησης που παρουσιάσθηκαν στην ουκρανική Εκκλησία δεν είναι τα πρώτα που έκαναν την εμφάνισή τους σε χώρο κράτους – μέλους του πρώην ανατολικού συνασπισμού μετά τη πτώση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Εχουμε λοιπόν και λέμε:

Boυλγαρία: Πρόκειται για τη χώρα, με ορθόδοξη Εκκλησία, στην στην οποία εμφανίσθηκε - αντίστοιχο με το σημερινό «ουκρανικό» - πρόβλημα, το 1992, οπότε, με την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και την άνοδο στην εξουσία της φιλοδυτικής «Ενωσης Δημοκρατικών Δυνάμεων» επιχειρήθηκε η ανατροπή του - θεωρηθέντος ως «συνεργάτη του καθεστώτος» - Πατριάρχη Μαξίμου. Επικεφαλής της επιχειρηθείσας ανατροπής, που για μια 6ετία τουλάχιστον προκάλεσε ισχυρό κλονισμό και επέφερε «σχίσμα» στους κόλπους της βουλγαρικής Εκκλησίας, ήταν ο έως τότε μητροπολίτης Νευροκοπίου Ποιμένας, ο οποίος, έχοντας πολιτική στήριξη, αυτοαναγορεύθηκε «Πατριάρχης πάσης Βουλγαρίας». Συσπειρώνοντας μάλιστα γύρω του μια νέα ομάδα κληρικών κατάφερε να οικειοποιηθεί ένα μεγάλο μέρος της ακίνητης περιουσίας του Πατριαρχείου και έχοντας στο πλευρό του - και - τον μητροπολίτη Σόφιας Ιννοκέντιο, είχε στη κατοχή του και τον μητροπολιτικό ναό της βουλγαρικής πρωτεύουσας. Το πρόβλημα «θεραπεύθηκε» το 1998 με τη σύγκλιση στη Σόφια, Μείζονος και Υπερτελούς Συνόδου, υπό τη προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου. Εκεί με επιδέξιες κινήσεις του κ. Βαρθολομαίου – αλλά και τη θετική παρέμβαση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου - οι σχισματικοί κατέθεσαν τα εγκόλπιά τους και προχώρησαν σε δήλωση ότι επιστρέφουν στη κανονική Εκκλησία της Βουλγαρίας. Η μεγάλη μπόρα είχε περάσει - δημοσιογραφικές πληροφορίες, ωστόσο αναφέρουν ότι, πατριαρχεύοντος ακόμη του κ. Μαξίμου, το σχίσμα εξακολουθεί να υποβόσκει...

Μαυροβούνιο: Παρά την ανεξαρτητοποίησή του, ως κράτους, συνεχίζει εκκλησιαστικώς να υπάγεται στο Πατριαρχείο της ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας, όπως συνέβαινε και την εποχή που ανήκε στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας. Κανονική τοπική εκκλησιαστική αρχή θεωρείται η – ανήκουσα στο Πατριαρχείο Σερβίας - Ιερά Μητρόπολη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας, με οικείο μητροπολίτη τον Αμφιλόχιο. Από το 1997 και μετά ωστόσο προέκυψε και η νέα, σχισματική, «Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου», η οποιά δρά κυρίως στη βόρεια επαρχία της Βοϊβοντίνα, υποστηρίζεται από το κροατικό κόμμα, ενισχύεται από μετανάστες και διεκδικεί τη νομιμότητα και τα περιουσιακά στοιχεία της κανονικής ορθόδοξης Εκκλησίας. Εχει ως επικεφαλής τον «μητροπολίτη Τσέτινιε και Μαυροβουνίου» Μιχαήλο, ο οποίος, όπως και η θρησκευτική κοινότητα που εκπροσωπεί, δεν αναγνωρίζονται από καμμιά Ορθόδοξη Εκκλησία.

Εσθονία: Μέχρι το 1945 ήταν αυτόνομη εκκλησιαστικώς, αλλά τότε με την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, προσαρτήθηκε, χωρίς τη συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Πατριαρχείο της Μόσχας. Μετά τη πτώση του σοβιετικού καθεστώτος το 1991, οπότε απέκτησε την ανεξαρτησία της ως κράτος, κλήρος, λαός και πολιτική ηγεσία ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποκατάσταση της προ του 1945 υφισταμένης καταστάσεως της αυτονομίας και έτσι το Φανάρι τον Φεβρουάριο του 1996 επανενεργοποίησε το εκκλησιαστικό καθεστώς της αυτονομίας στην Εσθονική Εκκλησία και το 1999 εξέλεξε ως μητροπολίτη Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας τον από Ναζιανζού επίσκοπο Στέφανο. Το Πατριαρχείο της Μόσχας δεν αναγνώρισε αυτή τη μεταβολή και κάθε φορά που σε διάφορα fora υπάρχουν εκπρόσωποι της αυτόνομης Εσθονικής Εκκλησίας οι αντιπρόσωποι της ρωσικής Εκκλησίας αποχωρούν σε ένδειξη διαμαρτυρίας, όπως έπραξαν το περασμένο Ιούνιο στη Ρόδο αποχωρώντας από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Διορθόδοξης Επιτροπής που προετοιμάζει τα θέματα της συνάξεως κορυφής των Προκαθημένων που θα πραγματοποιηθεί τον ερχόμενο Οκτώβριο στη Κωνσταντινούπολη.

* Aξίζει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι μετά τη πτώση του σοβιετικού καθεστώτος, την υπαγωγή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησαν επίσης οι ουκρανοί ορθόδοξοι της διασποράς (ΗΠΑ. Καναδάς, Ν. Αμερική, Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ν. Ζηλανδία, Αυστραλία) και το Μάρτιο του 1995 το Πατριαρχείο με συνοδική του πράξη τους δέχθηκε στους κόλπους του. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υπάγονται επίσης οι ορθόδοξες παροικίες της λεγομένης ρωσικής παραδόσεως της Δυτικής Ευρώπης καθώς και οι Καρπαθορώσοι της Αμερικής. Φυσικά, σ’ όλες αυτές τις εξελίξεις το Πατριαρχείο της Ρωσίας αντιδρά και προσπαθεί παρασκηνιακώς να δημιουργήσει δικούς του πόλους αναφοράς.

Mολδαβία: Αμέσως μετά την εκλογή του, στις αρχές του 2008, ο πατριάρχης Ρουμανίας Δανιήλ έβαλε σε μπελάδες τον Πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο, καθώς δήλωσε ότι σκοπεύει να επανενεργοποιήσει παλιές επαρχίες του πατριαρχείου στη περιοχή της Βεσσαραβίας, σε σημερινά εδάφη της ανεξάρτητης από το 1991 Δημοκρατίας της Μολδαβίας που ανήκαν παλιά στο Πατριαρχείο Ρουμανίας, ενώ τώρα ανήκουν στο Πατριαρχείο της Ρωσίας και κατοικούν σ’ αυτές ορθόδοξοι ρουμανικής και ουκρανικής καταγωγής και (οι προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία και έχοντες επιδείξει φιλελληνική δράση στο παρελθόν) «Γκαγκαούζοι». Φυσικά, ο πατριάρχης της Ρωσίας αρνείται κατηγορηματικά να συναινέσει, θεωρώντας αντικανονικά και παράνομα τα επιχειρήματα του Ρουμανίας. Oι σλαβόφωνες Εκκλησίες, όπως και τα Πατριαρχεία Βουλγαρίας και Σερβίας, έχουν δείξει ότι στηρίζουν τη Μόσχα, αντίθετα οι ελληνόφωνες, κρατώντας χαμηλούς τόνους υποστηρίζουν διακριτικά το Βουκουρέστι. Η διαφορά έχει παραπεμφθεί προς διευθετήση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Κίνα: Ο Πατριάρχης της Ρωσίας Αλέξιος πρόσφατα διαμαρτυρήθηκε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιχειρεί «εισπήδηση» στην «Κινέζικη Ορθόδοξη Εκκλησία», την οποία θεωρεί ότι έχει στη δικαιοδοσία του επειδή της παραχωρήθηκε, εκ μέρους του ρωσικού πατριαρχείου, αυτονομία το 1956, χωρίς έκτοτε να έχει σημειωθεί εκ μέρους της Ρωσικής Εκκλησίας κάποια αξιόλογη δραστηριότητα. Η ρωσική αντίδραση οφείλεται στο ότι η Ιερά Μητρόπολις Χόνγκ – Κόνγκ και Απω Ανατολής την οποία ίδρυσε με απόφασή του το 1996 το Οικουμενικό Πατριαρχείο (και στη δικαιοδοσία της οποίας περιλαμβάνεται και η Κίνα) ίδρυσε πρόσφατα νέα εκκλησιαστική επαρχία στη Σιγκαπούρη. Η Μητρόπολη του Χόνγκ – Κόνγκ απαντώντας στο ρώσο πατριάρχη για το θέμα της Κίνας τονίζει ότι οι «μονομερείς ανακηρύξεις «αυτονομιών» εκ μέρους της Ρωσικής Εκκλησίας θυμίζουν εγκόσμιες συμπεριφορές κρατών παλαιού φεουδαρχικού τύπου», σημειώνοντας ότι «βάσει των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων αυτονομίες και αυτοκεφαλίες έχει τη δυνατότητα να παραχωρεί μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο».


* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής Β/βάθμιας εκπαίδευσης (Γυμνάσιο Αρμενίου), Γεν. Γραμμετέας της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας (http://theologylar.blogspot.com) και συνεργάτης του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος.

* Δημοσιεύθηκαν - αμφότερα τα άρθρα - στην "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" της Κυριακής (27/07/2008, σελ. 12)


Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Περιβαλλοντική Ηθική και Παιδεία


Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ, ΩΣ ΝΕΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ, ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΣΤΗΝ «Ε» Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΧΡ. ΖΕΡΕΦΟΣ

Αγάπη για το περιβάλλον;

Eίναι θέμα παιδείας και ήθους!*


Του Χάρη Ανδρεόπουλου*
xaan@theo.auth.gr


«Τα πιο πιεστικά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζει το φυσικό μας περιβάλλον είναι σύνθετα και συχνά απαιτούν συνδυασμένη έρευνα από επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων. Το Κέντρο για το Περιβάλλον συνδέοντας επιστήμονες και επαγγελματίες από διαφορετικές ειδικότητες στοχεύει στην άνοδο της ποιότητας της περιβαλλοντικής έρευνας στο Harvard και πέρα από αυτό».

Με αυτή τη διαπίστωση υποδέχεται το Κέντρο για το Περιβάλλον ( Center for the Environment) του πανεπιστημίου του Harvard του επισκέπτες των ιστοσελίδων του (
http://environment.harvard.edu) έχοντας προηγουμένως απαριθμήσει μεταξύ των ειδικοτήτων που μετέχουν στο διεπιστημονικό πρόγραμμα τη χημεία, τις εφαρμοσμένες επιστήμες, τη βιολογία, το εμπόριο, την οικονομία, τη θρησκεία και τη νομική. Το παραπάνω Κέντρο φιλοξενεί και τις ιστοσελίδες του Forum on Religion and Ecology (Ανοικτός διάλογος για τη Θρησκεία και την Οικολογία), του μεγαλυτέρου διεθνούς θρησκευτικού προγράμματος αυτού του είδους, όπου εισαγωγικά διατυπώνεται η παραδοχή πως οι θρησκείες οφείλουν να βρίσκονται σε διάλογο με τις άλλες επιστήμες στην προσπάθεια αναζήτησης λύσεων ευρείας εφαρμογής για τα παγκόσμια όπως και τα τοπικά περιβαλλοντικά προβλήματα.

Μέσα ακριβώς από αυτή την αντίληψη – της διεπιστημονικής προσέγγισης των ζητημάτων για το περιβάλλον σε συνδυασμό με τις θρησκευτικές και πολιτισμικές αξίες - γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια ο νέος επιστημονικός κλάδος της Περιβαλλοντικής Ηθικής, περί της σπουδαιότητας της οποίας αναφέρθηκε στην λίαν ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στην «Ελευθερία» της περασμένης Κυριακής (22/06/08, σελ. 1 και 6) και στη δημοσιογράφο κ. Μαρίνα Αποστολοπούλου, ο ακαδημαϊκός και πρόεδρος του Εθνικού Αστεροσκοπείου, καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών κ. Χρήστος Ζερεφός.

Η ηθική του περιβάλλοντος είναι ένας καινούργιος χώρος πνευματικής δραστηριότητας που αφορά όχι μόνο τις θετικές αλλά και τις ανθρωπιστικές επιστήμες καθώς η συνεισφορά υπεύθυνης γνώμης πάνω στα μεγάλα οικολογικά προβλήματα προϋποθέτει και τη διαμόρφωση μιας συγκροτημένης άποψης περιβαλλοντικής ηθικής για το οικολογικό πρόβλημα. Φυσικά, η διαμόρφωση μιας τέτοιας άποψης συνυφαίνεται με την αγωγή που πρέπει να προσφέρει στο σχολείο, μέσα απ’ τα προγράμματα της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Αυτό είναι και το μήνυμα που στέλνει μέσω της «Ε» ο καθηγητής: «Πρέπει ο καθένας να βελτιώσει τη περιβαλλοντική του παιδεία και τη περιβαλλοντική του ηθική. Να τα μάθει και να τα εμπεδώσει». Περιβαλλοντική παιδεία και περιβαλλοντική ηθική, λοιπόν! Η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης είναι θέμα παιδείας και ήθους! Αυτή είναι η μεγάλη και αναντίρρητη αλήθεια που βρίσκεται - όπως και ο ίδιος υπ. Παιδείας κ. Ευρ. Στυλιανίδης τόνισε προσφάτως (4/6/08), στο μήνυμά του για τη παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος - στον πυρήνα και του σύγχρονου οικολογικού προβλήματoς: η παιδεία, νοούμενη ως ολοκληρωμένη και σφαιρική καλλιέργεια του ατόμου, και δη των νέων ανθρώπων, με ανθρωπιστικό προσανατολισμό και κοινωνική ευαισθητοποίηση, εξασφαλίζει όλες εκείνες τις αξίες, τις δεξιότητες και τις στάσεις, που συγκροτούν μια εδραιωμένη περιβαλλοντική συνείδηση.

Η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η οποία προσφέρεται κυρίως και κατά βάσιν από τον επίσημο κρατικό φορέα (υπ. Παιδείας), αποτελεί παράγοντα πολύ μεγάλης σημασίας για τη διαμόρφωση υγιούς περιβαλλοντικής συνείδησης στο άτομο. Αυτό συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με την ηλικία των 6 – 18 ετών που παρέχεται η περιβαλλοντική εκπαίδευση, κατά τη διάρκεια της Α/βάθμιας (νηπιαγωγείο - δημοτικό) και Β/βάθμιας (γυμνάσιο - λύκειο) εκπαίδευσης, ηλικία κατά την οποία το άτομο διαμορφώνει τη προσωπικότητά του και αρχίζει να αποκτά συνείδηση των ευθυνών και των δικαιωμάτων του. Ο δεύτερος λόγος αφορά στο εύρος του περιεχομένου της εκπαίδευσης. Με δεδομένο το γεγονός ότι η παροχή της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης εξελίσσεται ομαλά, κατά τη διάρκεια όλης της Α/βάθμιας και Β/βάθμιας εκπαίδευσης, υπάρχει η δυνατότητα για κατανόηση από τη πλευρά του ατόμου – μαθητή, όλου του φάσματος του περιβαλλοντικού προβλήματος.
Η περιβαλλοντική εκπαίδευση είναι ουσιαστικά αγωγή του πολίτη, που έχει στόχο και την κατανόηση των οργανωτικών δομών της κοινωνίας αλλά και την αμφισβήτηση και την προσπάθεια ανατροπής των κακώς κειμένων. Είναι μια διαφορετική μορφή εκπαίδευσης που προσπαθεί να ανατρέψει το «μαθαίνω και δέχομαι» και να το αντικαταστήσει με το «κατανοώ για να δράσω». Μέσα από τους δύο αυτούς βασικούς στόχους η περιβαλλοντική εκπαίδευση πετυχαίνει να δώσει το χαρακτήρα του περιβαλλοντικά υπεύθυνου πολίτη.

* Στη διάρκεια της περυσινής χρονιάς (2007 – 2008) και υπό την αιγίδα της Δ/νσης Β/βάθμιας εκπαίδευσης ν. Λάρισας υλοποιήθηκαν πάνω 50 προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στα σχολεία του νομού μας (Γυμνάσια, Γενικά Λύκεια και Επαγγελματικά Λύκεια ), με τη συμμετοχή δεκάδων καθηγητών και εκατοντάδων μαθητών. Εμείς στο Γυμνάσιο Αρμενίου για δεύτερη χρονιά συνεχίσαμε την υλοποίηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων στο θεματικό τομέα της Ηθικής, με φετεινό θέμα «Φυσικό περιβάλλον και ορθόδοξη παράδοση» («Θεολογία και οικολογία»). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος οι μαθητές μας ερευνώντας τις πηγές και αναλύοντας διεξοδικά τις θέσεις της ορθόδοξης θεολογίας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η οικολογική κρίση είναι πρωτίστως κρίση πνευματική και ηθική και γι΄ αυτό ο άνθρωπος έχει ανάγκη οντολογικής αλλαγής, ώστε να μπορέσει να συμφιλιωθεί με το περιβάλλον. Εντόπισαν ακόμη τη ξεκάθαρη θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας ότι η λύση στο οικολογικό πρόβλημα θα πρέπει να αναζητηθεί στ λειτουργικό, το ευχαριστιακό και ασκητικό ήθος της ορθόδοξης παράδοσης, με ενδεικτικότερο το παράδειγμα της οικολογικής μαρτυρίας αγάπης και σεβασμού που τρέφει και προσφέρει στο περιβάλλον ο ορθόδοξος μοναχισμός (σ.σ: H εργασία των μαθητών δημοσιεύεται στο ιστολόγιο του Γραφείου Περιβαλλοντικής Εκπ/σης της ΔΔΕ ν. Λάρισας,
http://grperblar.blogspot.com, το οποίο δημιούργησε ο δραστήριος υπεύθυνος του Γραφείου, συνάδελφος θεολόγος και φιλόλογος κ. Λεων. Τέλιος).


Η συνάντηση της Θεολογίας (του μαθήματος των Θρησκευτικών), που διδάσκει ότι είμαστε οι διαχειριστές και οι οικονόμοι της κτίσης που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός, και της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, που ευαισθητοποιεί και ενεργοποιεί τους μαθητές σε θέματα οικολογικά, αποτέλεσε ένα πολύ πετυχημένο εγχείρημα διαθεματικής προσέγγισης των σχέσεων του ανθρώπου με το περιβάλλον. Ενα εγχείρημα που πρώτοι το χάρηκαν και το απόλαυσαν οι ίδιοι οι μαθητές (βλ. ρεπορτάζ στην «Ε», 15/05/2008, σελ. 17).

Ασφαλώς κατά τη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε έγιναν αρκετά. Είναι στο χέρι μας, όμως, στη διάρκεια της νέας σχολικής χρονιάς (2008 – 2009) να γίνουν περισσότερα. Πιο πολλά προγράμματα περιβαλλοντικά, περισσότερη δράση, περισσότερη φροντίδα, περισσότερη, εν κατακλείδι, στοργή κι’ αγάπη για το περιβάλλον, το μεγάλο μας «σπίτι». Καλό καλοκαίρι!

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρμενίου, Γεν. Γραμματέας της Ενωσης Θεολόγων Λάρισας και μέλος της Ενωσης Καθηγητών Περιβαλλοντικής Εκπ/σης (ΠΕΕΚΠΕ) κεντροδυτικής Θεσσαλίας.

* Aρθρο στην "Ελευθερία" της Κυριακής (29/06/2008, σελ. 12)


Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Εκκλησία και ραδιόφωνο



Η 10ΧΡΟΝΗ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΛΑΡΙΣΑ


Eκκλησία και ραδιόφωνο *


* Ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει και ο λόγος
που οφείλει να εκφράσει η Θεολογία μέσω των FM





Του Χάρη Ανδρεόπουλου*,
xaan@theo.auth.gr



Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει ο βιβλικός λόγος «Κύριος έδωκεν επιστήμην ανθρώποις ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού» (Σοφίας Σειράχ, 38, 1 – 6). Συνεπώς, όσον αφορά το ευαγγελικό και παιδαγωγικό έργο της η Εκκλησία μπορεί να επωφελείται πάντοτε των νεωτέρων ευρημάτων της τεχνολογίας και να τα αξιοποιεί. Αυτή την τακτική ακολούθησε η Εκκλησία και στην ιστορική πορεία της. Ετσι αξιοποίησε την εφεύρεση της τυπογραφίας και έκανε το μεγάλο βήμα για την εκτύπωση και διάδοση του βιβλίου των βιβλίων, της Βίβλου. Στην αυγή του νέου αιώνα του οπτικοακουστικού πολιτισμού και της πληροφορίας η Εκκλησία και ο λόγος της βρέθηκαν μπροστά σε μια νέα πρόκληση που λέγεται «ηλεκτρονικός Τύπος», και ο οποίος εδώ και χρόνια έχει εισβάλει το προσκήνιο της ιστορίας, δημιουργώντας νέα επι- κοινωνιακά δεδομένα.

Βασικός σκοπός της θεολογίας ήταν και είναι να μειώσει την απόσταση ανάμεσα στο λόγο και τη πράξη, στο μήνυμα του Ευαγγελίου και τους ανθρώπους και αυτή η αποστολή της βρίσκεται στην εποχή μας απέναντι σε νέες προκλήσεις. Από την εποχή του παπύρου και της τυπογραφίας που χρησιμοποίησε η Εκκλησία (αλλά και τα κατά μόνας ενεργήσαντα πεφωτισμένα μέλη της: άγιοι πατέρες, ιεραπόστολοι, θεολόγοι, πνευματικοί άνθρωποι, κ.λ.π.), ως μέσον, για να περάσει το θεολογικό μήνυμά της στους ανθρώπους, φθάσαμε σήμερα στη άμεση οικουμενική επικοινωνία, μέσω της δορυφορικής τηλεόρασης, του ραδιοφώνου και του διαδικτύου (internet), με αποτέλεσμα ο γαλαξίας μας να έχει μεταβληθεί θεωρητικά σε μια μεγάλη γειτονιά, όπου οι άνθρωποι, μέσω της χρήσης των νέων τεχνολογικά αναβαθμισμένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ), να μπορούν να ενημερωθούν επί παντός του επιστητού, αλλά επιπροσθέτως να μιλήσουν, να διαλεχθούν, να (επι-) κοινωνήσουν.

Η Εκκλησία της Ελλάδος όχι μόνο δεν έμεινε απαθής απέναντι στις εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά επί αρχιεπισκοπείας του μακαριστού Σεραφείμ και μετά την κατάλυση του κρατικού μονοπωλίου στη ραδιοτηλεόραση έστησε έναν άρτιο Ραδιοφωνικό Σταθμό (Ρ/Σ), με αντιπρόεδρο του Δ.Σ. τον τότε Θηβών και Λεβαδείας και σημερινό αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, ο οποίος ήταν ουσιαστικά και εκείνος που έβαλε τις πλάτες για να λάβει σάρκα και οστά το δύσκολο εγχείρημα (βλ. σχετ. «Οι θέσεις και οι γνώσεις του νέου Αρχιεπισκόπου για τα ΜΜΕ», «Ελευθερία», 10/2/08, σελ. 7). Στη συνέχεια (το 1998), με ενέργειες του τότε αρχιεπισκόπου, μακαριστού κυρού Χριστοδούλου, ο Ρ/Σ αναβαθμίσθηκε τεχνολογικά και βελτιώθηκε ποιοτικά, για να ξαναπεράσει (το 2008) στα χέρια του νεοεκλεγέντος αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου με σταθερό σκοπό και στόχο να προβάλλει η Εκκλησία το μήνυμά της μέσα από ένα νέο επικοινωνιακό εργαλείο, το οποίο λειτουργεί ως προέκταση του άμβωνα για τη διάδοση του ευαγγελικού μηνύματος, αλλά και για παρεμβάσεις θεολογικού προβληματισμού σε ευρύτερη της ενορίας κλίμακα.

Αλλά και στη τοπική μας Εκκλησία η πρόκληση αυτή αξιοποιήθηκε και με το παραπάνω, όπως δείχνουν και τα στοιχεία της έρευνας της Γενικής Γραμματείας και Ενημέρωσης του υπ. Τύπου (αναλυτικά η έρευνα στην ιστοσελίδα του υπουργείου

www.minpress.gr) που έφερε στην δημοσιότητα πέρυσι τον Ιούλιο η «Ελευθερία», στοιχεία (υψηλή ακροαματικότητα, με υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά) που δείχνουν ότι η δουλειά στο εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της πόλης μας πιάνει τόπο.

Εδώ και δέκα χρόνια, με πρωτοβουλία του οικείου ιεράρχη, σεβασμιοτάτου κ.κ. Ιγνατίου, ένας νέος «άμβωνας» προστέθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Τυρνάβου. Πρόκειται για τον άμβωνα της Εκκλησιαστικής Ραδιοφωνίας, ο οποίος, επί 24ωρου βάσεως, εκπέμπει μέσω των ερτζιανών και από την συχνότητα των 96,3 μεγακύκλων των FM, τόσο το σωτηριώδες μήνυμα του Ευαγγελίου, όσο και τις θέσεις της Εκκλησίας για σημαντικά προβλήματα της κοινωνίας – πάντα μέσω της θεολογικής τους θέασης και προσέγγισης, μέσα από το πρίσμα και το ήθος της ορθόδοξης θεολογίας. Από την προαναφερθείσα έρευνα που δημοσιοποίησε η «Ε» και από την ψήφο εμπιστοσύνης που δίνει η δημοσκόπηση στο τοπικό εκκλησιαστικό ραδιόφωνο, κατατάσσοντάς το ανάμεσα στα πρώτα σε σειρά κατάταξης τοπικά ραδιόφωνα, προκύπτει ότι η Εκκλησιαστική Ραδιοφωνία της Ι. Μητρόπολης Λαρίσης έχει πετύχει έναν άθλο, ένα επίτευγμα, όπως παρατηρεί και ο έγκριτος δημοσιογράφος και σχολιογράφος Δ.Χ. στην «Ελευθερία της Δευτέρας» (23/7/07, σελ. 3):

«Πολύ καλή η ακροαματικότητα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μητρόπολης Λάρισας, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του υπουργείου. Ειδικά αν σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για «ειδικής φύσεως σταθμό», πρόκειται για επίτευγμα. Ακόμη καλύτερο; Οι λίαν ενδιαφέρουσες εκπομπές λόγου που μας χαρίζει. Ας συνεχίσουν...»

* Ακούγεται, λοιπόν, πολύ το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της Λάρισας: με γενικό ποσοστό ακροαματικότητας κοντά στο 6% βρίσκεται - μαζί με τον Ρ/Σ της Ι. Μ. Δημητριάδος, που επίσης συγκεντρώνει παρόμοιο υψηλό ποσοστό - στην κορυφή σ’ επίπεδο Θεσσαλίας κι’ ευρύτερα Κεντρικής Ελλάδος μεταξύ των Ρ/Σ των αντίστοιχων Ι. Μητροπόλεων, ενώ το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο του κεντρικού (Αθήνα) Ρ/Σ της Εκκλησίας της Ελλάδος, που κυμαίνεται στο 2,5% περίπου.

Η υψηλή αυτή ακροαματικότητα ανεβάζει και τον πήχυ της ευθύνης του Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης και, παράλληλα, μεγαλώνει το χρέος της Θεολογίας - ως σωτηριολογικού περιεχομένου του Ευαγγελίου, και της Βίβλου ευρύτερα, αλλά και ως ανθρωπιστικής επιστήμης που μπορεί να επιτελέσει κοινωνικό ρόλο – να δώσει στους Λαρισαίους πνευματική τροφή. Να εκφράσει λόγο για τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, προβλήματα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, ειδικά (οικολογία - περιβάλλον, γενετική, ευθανασία, κ.λ.π.) και υπαρξιακά. Για όλα αυτά τα προβλήματα η θεολογία έχει να πει το λόγο της. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφήσει τον εαυτό της να περιοριστεί σε ένα αισθητικό περίβλημα, συγκινητικό βεβαίως αλλά και συνάμα περιοριστικό, ούτε σε μια ξεπερασμένη, όταν δεν είναι περιθωριοποιημένη, εικόνα, χωρίς να λάβει υπόψη της τη βαθιά ζωή που διαπνέει την Εκκλησία.

Η θεολογία, ειδικά στις μέρες μας καλείται να επωφεληθεί των περιστάσεων προκειμένου να διαδραματίσει ρόλο πρωταγωνιστικό στο σχηματοποιούμενο νέο – μετανεωτερικό - κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσω των δυνατοτήτων που της δίδονται οφείλει η θεολογία να «εισβάλει» στη ανοικτή κοινωνία και να ασχοληθεί με δραστηριότητες και πράγματα που δεν περιορίζονται στα στενά εκκλησιαστικά δεδομένα, αλλά προκαλούν ένα ευρύτερο ανθρώπινο ενδιαφέρον. Ο Χριστός δεν είναι μόνο στο Ευαγγέλιο, αλλά και μέσα στην πραγματικότητα! Η θεολογία, γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής (Θεολογίας, ΑΠΘ) και μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου (Κρήτης) κ.κ. Ανδρέας Νανάκης, δεν υπάρχει για να αναπαράγει αντιγραφικώς μόνο ή για να μιμείται τα σπουδαία επιτεύγματα του παρελθόντος, αλλά κυρίως για να αναδεικνύει την δυναμική του νοήματός τους. Γι’ αυτό καλείται να αναζητεί διαρκώς το νέο, ως συνάρτηση της δυναμικής της αλλά και των εκάστοτε νέων αιτημάτων της ζωής («Δόγμα και ζωή του ορθοδόξου χριστιανού», περ. «Ορθοδοξία», εκδ. Οικουμενικού Πατριαρχείου, τ. 2002, Γ’, σελ. 531).

Μέσα από το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο της Λάρισας η θεολογία ως φωνή της Εκκλησίας και μήνυμα του Ευαγγελίου, ως ιστορικοφιλολογική επιστήμη, αλλά και ως φορέας πολιτισμικών αξιών, προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό και δυναμικό το λόγο της, διαλεγόμενη με τη τοπική κοινωνία. Το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο λειτουργώντας ως η όντως άλλη, η πράγματι διαφορετική φωνή των ερτζιανών, με διαρκή, έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση, εκπομπές θεολογικού προβληματισμού, πολιτιστικές και φιλολογικές παρεμβάσεις, βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική, μας προσκαλεί καθημερινώς και επί 24ώρου βάσεως στο ταξίδι του, στη ραδιοφωνική συχνότητα μιας άλλης ποιότητας, στους 96,3 μεγακύκλους των FM. Οσοι πιστοί…

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, καθηγητής στο Γυμνάσιο Αρμενίου και παραγωγός της εκπομπής «Θεολογία και Κοινωνία» στο Ρ/Σ της Ι. Μητρόπολης Λάρισας (96,3 FM, http://theology-xaris.blogspot.com).

* Αρθρο που δημοσιεύθηκε στην ¨Ελευθερία" (06/06/2008, σελ. 8)